Η Νίαμ Νι Ντόμχνάιλ ήταν σε σχέση με τον σύντροφό της σχεδόν επί ένα χρόνο, πριν ανακαλύψει ότι την βίαζε ενώ κοιμόταν.

Ήταν 25 ετών και δίδασκε ιστορία σε ένα γυμνάσιο του Δουβλίνου. Ο σύντροφός της, Μάγκνους Μέγιερ Χούστβεϊτ, ήταν Νορβηγός. Άρχισαν να συζούν μερικούς μήνες μετά τη γνωριμία τους, όμως η σχέση τους ήταν γεμάτη εντάσεις.

Εκείνη τη νύχτα, η Νι Ντόμχναϊλ είχε βγει με τον Χούστβεϊτ και κάποιους φίλους της, όμως έφυγε νωρίς, μόνη της, γιατί δεν αισθανόταν καλά.

«Είχα πιει μόνο νερό, όμως έπεσα στο κρεβάτι και έχασα τις αισθήσεις μου», διηγείται στον Guardian. «Δεν άκουσα τον Μάγκνους να επιστρέφει, πράγμα ασυνήθιστο γιατί πάντα κοιμόμουν ελαφρά».

Όταν ξύπνησε, δεν φορούσε πια το κάτω μέρος της πυτζάμας της και είχε σπέρμα επάνω στο σώμα της. Εκείνος κοιμόταν δίπλα της.

«Τον ρώτησα: “Έκανες σεξ μαζί μου ενώ κοιμόμουν;” κι εκείνος μου είπε “Ναι”. Σοκαρίστηκα πολύ και ήμουν πολύ μπερδεμένη. Πώς γίνεται να μην το κατάλαβα; Αισθάνθηκα αναγούλα, προσπάθησα να καταλάβω τι συνέβαινε. Του είπα: “Δεν μπορώ να συναινέσω ενώ κοιμάμαι. Μην το ξανακάνεις ποτέ αυτό».

Όμως δυο εβδομάδες αργότερα ξύπνησε στις 3 το πρωί, ξέροντας ότι είχε ξανασυμβεί. «Του είπα “Το έκανες πάλι, το ένιωσα” και μετά τον ρώτησα: “Είναι κάτι που κάνεις συχνά;”». «Όσο καιρό είμαστε μαζί», ήταν η κυνική του απάντηση. «Μου είπε ότι το έκανε περίπου τρεις φορές την εβδομάδα από την αρχή της σχέσης μας».

Η Νι Ντόμχναϊλ έκανε εμετό μόλις το άκουσε. «Ξέρω πλέον ποιοι είναι οι σωματικοί λόγοι για αυτή την αντίδραση, όμως μέχρι τότε δεν είχα βιώσει ξανά κάτι τέτοιο. Ήταν ξεκάθαρη ένδειξη του σοκ που αισθανόμουν. Ήταν τρεις το πρωί. Δεν είχα πουθενά να πάω. Δεν ήξερα τι να κάνω».

«Έφυγα μόλις άρχισαν να ανοίγουν οι καφετέριες», συνεχίζει, «και μια φίλη ήρθε και με συνάντησε. Της είπα ότι ο Μάγκνους έκανε σεξ μαζί μου ενώ κοιμόμουν κι εκείνη μου είπε: “Αυτό δεν είναι σεξ. Είναι βιασμός”. Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα ακόμη να το σκεφτώ έτσι. Δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω αυτή τη λέξη».

Δεν μπορούμε να ξέρουμε με ακρίβεια πόσες γυναίκες έχουν βιαστεί ή έχουν δεχθεί σεξουαλικές επιθέσεις από τους συντρόφους τους ενώ κοιμούνταν, αν και πρόσφατη έρευνα δείχνει ότι ο αριθμός τους μπορεί να είναι υπερβολικά υψηλότερος από ό,τι θα θέλαμε να πιστεύουμε.

Τον Απρίλιο, η Δρ. Τζέσικα Τέιλορ, ιδρύτρια του VictimFocus, μιας ανεξάρτητης ερευνητικής και συμβουλευτικής εταιρείας που εργάζεται στους τομείς της εγκληματολογικής ψυχολογίας, του φεμινισμού και της δημόσιας υγείας, δημοσίευσε τα αποτελέσματα μιας μελέτης που επιχείρησε να μετρήσει το εύρος της βίας που υφίστανται οι γυναίκες. Το ερωτηματολόγιο κατονόμαζε συγκεκριμένες συμπεριφορές αντί να χρησιμοποιεί ευρύτερους – και πιο συναισθηματικά φορτισμένους – όρους όπως «κακοποίηση» ή «βιασμός».

Περισσότερες από 22.000 γυναίκες ανέφεραν αν τις έχει φτύσει ποτέ σύντροφός τους, τους έχει σφίξει τον λαιμό, τις έχει κλωτσήσει ή τις έχει δαγκώσει. Επιπλέον, οι συμμετέχουσες ρωτήθηκαν αν έχουν ξυπνήσει ποτέ για να διαπιστώσουν ότι ο σύντροφός τους τους «έκανε σεξ» ή άλλες σεξουαλικές πράξεις ενώ κοιμούνταν. Το 51% απάντησε θετικά.

Το δείγμα δεν ήταν τυχαιοποιημένο. Η έρευνα κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο και οι συμμετέχουσες επέλεγαν μόνες τους αν ήθελαν να απαντήσουν στο ερωτηματολόγιο., Το γεγονός αυτό σημαίνει ότι δεν είναι βέβαιο αν τα ευρήματα μπορούν να γενικευθούν στον πληθυσμό. Όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, προκάλεσαν έντονες συζητήσεις στα κοινωνικά δίκτυα.

Πολλές γυναίκες μοιράστηκαν δικές τους τραυματικές εμπειρίες μέσω του Twitter, αναφέροντας για παράδειγμα πως ακόμη και ολόκληρα χρόνια αργότερα, εξακολουθούν να πετάγονται αν κάποιος τις αγγίξει έστω και ελάχιστα στον ύπνο τους.

Η Κέιτι Ράσελ, εκπρόσωπος της Rape Crisis, σημειώνει στον Guardian ότι τα ευρήματα δεν την εξέπληξαν ιδιαίτερα. «Δεν υπάρχουν αρκετές έρευνες για τις πολλαπλές μορφές βίας που βιώνουν οι γυναίκες από άνδρες που γνωρίζουν, όμως ξέρουμε ότι οι αριθμοί είναι πολύ υψηλότεροι από ό,τι εμφανίζονται στα επίσημα στοιχεία».

«Οι μύθοι για τον βιασμό παραμένουν εξαιρετικά διαδεδομένοι. Πιστεύεται συχνά ότι αν πρόκειται για τον σύντροφο ή για τον σύζυγό σου, αν μοιράζεστε το ίδιο κρεβάτι, αν είσαι γυμνή, αν είχες δώσει τη συναίνεσή σου νωρίτερα, τότε δεν γίνεται να σε  βιάσουν. Υπάρχει πραγματικά τεράστια διαφορά στο να ξυπνάς ήρεμα τον σύντροφό σου και να παίρνεις την πρωτοβουλία για μια σεξουαλική επαφή και στο να κάνεις κάτι σεξουαλικό ή να διεισδύεις στον άλλο ενώ ακόμη κοιμάται».

«Η βρετανική νομοθεσία του 2003 για τα σεξουαλικά εγκλήματα είναι ξεκάθαρη», συνεχίζει. «Η συναίνεση μπορεί να δοθεί μόνο όταν είσαι σε θέση να κάνεις αυτή την επιλογή. Και αν κοιμάσαι ή έχεις χάσει τις αισθήσεις σου, είναι αδύνατη. Μιλάμε για βιασμό – 100%».

Η εμπειρία της Ράσελ δείχνει ότι ο βιασμός κατά τη διάρκεια του ύπνου συνήθως συμβαίνει σε κακοποιητικές σχέσεις, από κάποιον χειριστικό σύντροφο. Σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς την ψυχολογία πίσω από την πράξη. Μια 21χρονη γυναίκα, που μίλησε στον Guardian με το ψευδώνυμο Μάρθα, φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, έχει βιαστεί κατ’ αυτό τον τρόπο από τον πρώτο της σύντροφο. Πιστεύει ότι ήταν καθαρά θέμα εξουσίας. Ότι πίστευε ότι είχε δικαίωμα να κάνει ό,τι ήθελε, όποτε το ήθελε.

«Ήμουν 16, δεν ήξερα τι είναι φυσιολογικό σε μια σχέση», θυμάται. «Ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος από εμένα και στην αρχή ήταν πολύ καλός, όμως μετά έγινε κακοποιητικός. Προσπαθούσε να ελέγχει ό,τι έκανα, με κάθε τρόπο, πράγμα που τότε δεν καταλάβαινα ότι ήταν λάθος – πού πήγαινα, τι φορούσα. Δεν με άφηνε να καπνίζω και να τρώω τσίχλες. Έμπαινε στα social media μου και έλεγχε τι λέω».

Δυο φορές τη χαστούκισε και την έσπρωξε στον τοίχο, την χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού και την κλώτσησε όταν την είδε να καπνίζει στο story κάποιου άλλου στο Instagram. Την ίδια περίοδο, εκείνος την απατούσε. Όμως της έλεγε ότι το κάπνισμα ήταν χειρότερο από την απιστία.

«Όλα αυτά τα έχω ξεπεράσει», εξηγεί η Μάρθα. «Όμως μέχρι και σήμερα, ίσως το μόνο πράγμα που εξακολουθεί να με βαραίνει, ήταν η φορά που έκανε σεξ μαζί μου ενώ κοιμόμουν».

Συνέβη στο μονό κρεβάτι της, στο σπίτι που έμενε με την οικογένειά της. Κοιμόντουσαν αγκαλιά, με τη Μάρθα να είναι στριμωγμένη ανάμεσα σε αυτόν και τον τοίχο. «Ξαφνικά ξύπνησα και συνειδητοποίησα τι έκανε και απλώς πάγωσα. Ήταν σχεδόν καλοκαίρι και το βλέμμα μου είχε κολλήσει στο πρωινό φως που έπεφτε στον τοίχο».

«Δεν είπα τίποτα, δεν κουνήθηκα καθόλου, δεν το συζήτησα ποτέ μαζί του, και για αυτό είμαι ακόμη θυμωμένη με τον εαυτό μου μέχρι και σήμερα. Μετά ένιωσα αν αναγούλα, και το πρωί, όταν έφυγε, το έψαξα στο Google. Διάβασα ότι ήταν βιασμός. Ακόμη και τώρα, όταν κοιμάμαι με κάποιον άλλο, ποτέ δεν κοιμάμαι από την πλευρά του τοίχου, για να μπορώ να σηκωθώ εύκολα από το κρεβάτι. Και πάντα μένω ξύπνια μέχρι να ξέρω ότι ο άλλος έχει κοιμηθεί. Δεν έχω κάνει καμιά κανονική σχέση έκτοτε».

Στην περίπτωση της Μάρθα, ο βιασμός συνέβη μια φορά. Όμως για κάποιους άνδρες, το σεξ με μια γυναίκα που κοιμάται είναι φετίχ, γνωστό ως σομνοφιλία. Ο Σβάιν Όβερλαντ, ένας Νορβηγός ψυχολόγος, είναι ένας από τους ελάχιστους που έχουν μελετήσει τη συγκεκριμένη παραφιλία. Το ενδιαφέρον του ξεκίνησε όταν άρχισε να δουλεύει σε φυλακές και προσπαθούσε να κατανοήσει τα κίνητρα των ατόμων που διαπράττουν σεξουαλικά εγκλήματα, αλλά και από τη δουλειά του με θύματα των εγκλημάτων που οι Νορβηγοί αποκαλούν «βιασμούς μετά το πάρτι», δηλαδή των επιθέσεων σε ευάλωτες γυναίκες, που είτε κοιμούνται, είτε έχουν ναρκωθεί.

Ο Όβερλαντ πιστεύει ότι η σομνοφιλία εντάσσεται στην ευρύτερη αύξηση αυτού που αποκαλεί «μονόπλευρο σεξ». Η έρευνά του στην πορνογραφία που διατίθεται στο διαδίκτυο έδειξε τεράστια αύξηση της δημοτικότητας κατηγοριών όπως «σεξ στη διάρκεια του ύπνου» στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, αλλά και άλλων κατηγοριών που στηρίζονται στη μη ανταπόκριση της παρτενέρ και τη σεξουαλική ικανοποίηση μόνο του ενός.

Οι προτιμήσεις αυτές συνάδουν με το ευρύτερο κλίμα στην πορνογραφία, υποστηρίζει ο Όβερλαντ μιλώντας στον Guardian. «Με το μονόπλευρο σεξ, με την πορνογραφία, με τον αυνανισμό, δεν υπάρχει ο χορός, η σαγήνη, η αλληλεπίδραση, ούτε η πίεση να αποδώσεις», ισχυρίζεται. «Όσο περισσότερο έψαχνα αυτό το ζήτημα, τόσο περισσότερο έβλεπα ότι πολλοί άνδρες φοβούνται να κάνουν σεξ. Η κοινωνία μας επηρεάζεται όλο και περισσότερο από το πορνό, όμως ταυτόχρονα πολλές μελέτες δείχνουν ότι οι άνθρωποι είναι όλο και λιγότερο ενεργοί σεξουαλικά. Βλέπουμε νεαρούς άνδρες να παίρνουν Viagra, καθώς δεν είναι σε θέση να διατηρήσουν τη στύση τους».

Μια γυναίκα που κοιμάται δεν αποτελεί απειλή. Είναι απούσα, ένα αντικείμενο, ένας δέκτης. Όταν ο Όβερλαντ ρώτησε σεξεργάτριες στο Όσλο αν η σομνοφιλία παρουσιαζόταν συχνά στους πελάτες τους, αρκετές του είπαν ότι την είχαν συναντήσει. «Δεν ήταν συνηθισμένη, ούτε όμως και ασυνήθιστη», εξηγεί. «Μια μου είπε ότι είχε πελάτες που εμπιστεύεται πραγματικά, οπότε τους έχει αφήσει να τη ναρκώσουν για να μπορέσουν να κάνουν ό,τι ήθελάν».

Ως βίτσιο μεταξύ δυο συναινούντων ενηλίκων, η σομνοφιλία διαθέτει κανόνες και (αμφιλεγόμενους) όρους, όπως η «καθολική συναίνεση» και «η συναινετική μη-συναίνεση». Απαιτεί βαθιά εμπιστοσύνη και διαρκή επικοινωνία. Ωστόσο, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι το 51% που απάντησε θετικά στην έρευνα της Τέιλορ ανήκε σε αυτή την κοινότητα, ενώ για τις περισσότερες γυναίκες οι συνέπειες μπορούν να γίνουν συντριπτικές, σύμφωνα με τη Ράσελ.

«Φαίνεται να επικρατεί η αντίληψη ότι αυτή η πράξη δεν είναι και τόσο εγκληματική, επειδή δεν συμβαίνει στα χέρια ενός αγνώστου, αλλά από τον σύντροφό σου. Όμως τι είναι χειρότερο; Να πέφτεις, για παράδειγμα, θύμα κλοπής από έναν άγνωστο στον δρόμο ή από κάποιον που αγαπάς κι εμπιστεύεσαι;», αναρωτιέται. «Η πεποίθηση ότι επειδή κοιμόσουν δεν ήταν μια βίαιη πράξη, είναι επίσης επικίνδυνη. Η διείσδυση στο σώμα ενός ανθρώπου χωρίς την άδειά του είναι εγγενώς βίαιη πράξη».

«Φαντάσου να κοιμάσαι και να ξυπνήσεις βλέποντας κάποιον να ψάχνει τα πράγματά σου», συνεχίζει. «Τώρα φαντάσου ότι έχει εισβάλει μέσα στο ίδιο σου το σώμα».

Για τη Νι Ντόμχναϊλ, το γεγονός ότι κοιμόταν, και για κάποιον ανεξήγητο λόγο δεν ξυπνούσε, ήταν τρομακτικό. Ρώτησε τον Χούστβεϊτ αν την νάρκωνε, καθώς εκτός των άλλων στο τέλος της σχέσης τους αισθανόταν άρρωστη και διαρκώς εξαντλημένη, εκείνος όμως το αρνήθηκε. «Επειδή οι αναμνήσεις μου είναι πολύ θολές, με αφήνουν με ένα αίσθημα αβεβαιότητας, ενοχής και ντροπής», αναφέρει στον Guardian. «Όταν έχουμε μόνο αποσπασματικές πληροφορίες, οι εγκέφαλοί μας τείνουν να συμπληρώνουν τα κενά».

«Όταν τον εγκατέλειψα, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Ξάπλωνα και έμενα ξύπνια όλο το βράδυ και είχα παραισθήσεις – τον έβλεπα να με βιάζει. Σε αυτές τις αναμνήσεις, που ήταν αποτέλεσμα του τραύματος, το μυαλό και το σώμα μου προσπαθούσαν να ενώσουν τα κομμάτια. Ακόμη και τώρα, εννιά χρόνια μετά, εξακολουθώ να ξυπνάω κάθε νύχτα, στις δύο τα ξημερώματα. Δεν χρειάζεται καν να δω το ρολόι. Ξέρουμε ότι το σώμα μας αποθηκεύει τις αναμνήσεις του τραύματος. Και νομίζω ότι συνέβαινε στις 2 το πρωί».

Πόσο δύσκολο είναι αυτές οι υποθέσεις να καταλήξουν στην τιμωρία του δράστη; Δεδομένου ότι πρόσφατα στοιχεία του βρετανικού υπουργείου εσωτερικών έδειξαν ότι στην Αγγλία και την Ουαλία λιγότεροι από ένας στους 60 καταγεγραμμένους βιασμούς καταλήγουν σε δίκη, η απάντηση, λέει η Ράσελ, είναι πως είναι εξαιρετικά δύσκολο.

«Δεν θέλω να αποθαρρύνω τους ανθρώπους από το να κάνουν καταγγελία», τονίζει. «Αν συμβεί, είναι έγκλημα και έχουν υπάρξει υποθέσεις που εκδικάστηκαν. Όμως όταν δεν υπάρχουν αποδείξεις, μάρτυρες, πολλές φορές ούτε και αναμνήσεις… οι δυσκολίες είναι περισσότερες από ό,τι συνήθως».

Η 40χρονη Λίζα κατήγγειλε τον πρώην σύντροφό της, ο οποίος τη βίασε ενώ κοιμόταν. Συνέβη στις αρχές του 2019, αφού είχαν ήδη χωρίσει και η Λίζα προσπαθούσε να διατηρήσει φιλικές σχέσεις μαζί του, καθώς ήξερε ότι σε διαφορετική περίπτωση θα έπρεπε να αντιμετωπίσει δίκες επί δικών για την επιμέλεια του παιδιού τους.

«Πάντα ήταν εξαιρετικά δεσποτικός, είτε επρόκειτο για τα ρούχα μου, είτε για τα πράγματα που αγόραζα, είτε για το πού τοποθετούσα τα πράγματα στο δωμάτιο, είτε για το πού θα πηγαίναμε», περιγράφει στον Guardian. «Δεν σεβόταν ποτέ τα όριά μου. Με είχε πνίξει στη διάρκεια του σεξ στο παρελθόν, πάντα έκανε ό,τι ήθελε».

«Εκείνο το βράδυ είχα μαγειρέψει βραδινό. Είχε πιει πολύ, οπότε τον άφησα να μείνει στον ξενώνα. Όμως ξύπνησα για να τον βρω μέσα μου, να κάνει σεξ».

Το επόμενο πρωί πήγε στο αστυνομικό τμήμα. «Δεν ήμουν σίγουρη ότι δεν υπερέβαλα», θυμάται. «Δυο αστυνομικοί με ρώτησαν αν μου είχε ασκήσει βία, όμως όχι, κοιμόμουν. Δεν με είχε κολλήσει κάτω, δεν είχαμε παλέψει. Μου είπαν ότι δεν ήταν σίγουροι αν είχε πραγματοποιηθεί κάποιο έγκλημα».

Την επόμενη μέρα, ένας αστυνομικός κάλεσε τη Λίζα και της είπε ότι διάβασε την αναφορά των αστυνομικών και είχε ανησυχήσει που δεν είχαν αναγνωρίσει τον βιασμό. «Με πήρε αρκετές φορές, όμως δεν ήθελα να το συζητήσω μαζί του», λέει η Λίζα. «Είχαν χάσει την εμπιστοσύνη μου».

Η Νι Ντόμνχαϊλ ήξερε από την πρώτη στιγμή ότι ήθελε να καταγγείλει τον Χούστβεϊλ. «Μου ήταν απολύτως ξεκάθαρο ότι η συμπεριφορά του ήταν επικίνδυνη, υπήρχε μοτίβο», τονίζει. «Όμως δεν είχα στοιχεία. Το μόνο πράγμα που μπορούσα να κάνω ήταν να τον αναγκάσω να το παραδεχτεί».

Του έστειλε ένα email στο οποίο τον ρωτούσε τι ακριβώς είχε κάνει και γιατί. Και προς τεράστια έκπληξή της, της απάντησε αμέσως – και μάλιστα, με πολλές λεπτομέρειες.

«Ήταν μια κλινική, διαδικαστική περιγραφή, δεν έδειχνε ίχνος μετάνοιας. Φαινόταν εντελώς αποσυνδεδεμένος από αυτά που έγραφε. Η μόνη αιτία που παρουσίασε, ήταν η προσωπική του ευχαρίστηση. Στο τέλος, έγραψε: Θα μπορούσες να με καταγγείλεις, αλλά πραγματικά ελπίζω να μην το κάνεις».

Το έκανε. Τον Ιούλιο του 2015, ο Χούστβεϊτ δήλωσε ένοχος για βιασμό και σεξουαλική επίθεση σε ποινικό δικαστήριο της Ιρλανδίας. Καταδικάστηκε σε επτά χρόνια κάθειρξης με αναστολή, όμως ένα χρόνο μετά, το εφετείο του Δουβλίνου βρήκε την ποινή του «υπερβολικά επιεική» και τον ανάγκασε να περάσει 15 μήνες στη φυλακή. Εκκρεμεί αστικό δικαστήριο, μέσω του οποίου η Νι Ντόμνχαϊλ διεκδικεί αποζημίωση για πολλαπλούς βιασμούς και σεξουαλικές επιθέσεις στη διάρκεια του ύπνου της.

Τον Φεβρουάριο του 2020, δήλωσε στο δικαστήριο: «Δεν έχει υπάρξει ούτε ένα μέρος μου που να μην έχει επηρεαστεί βαθύτατα», και ότι αμέσως μετά την αποκάλυψη των βιασμών της εκδήλωσε μετατραυματικό στρες και έκανε απόπειρα αυτοκτονίας. Όπως εξήγησε, δεν αισθανόταν πουθενά ασφαλής, δεν ήταν σε θέση να εμπιστευτεί κανέναν, ούτε καν τους γονείς της. Ο Χούστβεϊλτ δεν υπερασπίστηκε τον εαυτό του και το δικαστήριο επιδίκασε αποζημίωση €1 εκατ.

Οι τελευταίοι μήνες, ήταν μήνες επούλωσης για την Νι Ντόμνχαϊλ, που είναι πλέον 34 ετών και έχει κάνει την πρακτική της ως ψυχολόγος. Πιστεύει ότι το παρελθόν της την κάνει καλύτερη στη δουλειά της.

Παρόλα αυτά, ακόμη και τώρα, πιάνει τον εαυτό της να αμφισβητεί τα πάντα: Τόσο το τι της συνέβη, όσο και το τι έκανε η ίδια για αυτό:

«Μερικές φορές σκέφτομαι ότι ίσως αντέδρασα υπερβολικά σε κάτι μηδαμινό. Το σκέφτομαι αυτό μέχρι σήμερα», παραδέχεται. «Νομίζω ότι δείχνει σε τι κόσμο ζούμε».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr