Μετά από 25 χρόνια μιας σταθερά ανοδικής πορείας και καριέρας στα φημισμένα πολυκαταστήματα Marshall Field’s στο Σικάγο, ο συνταξιούχος Χάρι Γκόρντον Σέλφριτζ ταξίδεψε για διακοπές το 1906 στο Λονδίνο, μαζί με τη σύζυγό του Ρόουζ.

Το μάτι του έπιασε αμέσως το κενό που υπήρχε στην αγορά: με εξαίρεση τα Harrods, τα λονδρέζικα καταστήματα ήταν σαν «φτωχοί συγγενείς» μπροστά σε εκείνα στις ΗΠΑ και στο Παρίσι.

Αν και ο ίδιος είχε πια αποσυρθεί από την ενεργό δράση, είδε μια χρυσή ευκαιρία να ανοίγεται μπροστά του.

Ο ίδιος ήταν άλλωστε τότε μόλις 48 ετών, είχε τις τσέπες του γεμάτες και απωθημένο την υλοποίηση ενός επιχειρηματικού οράματος.

Να φτιάξει ένα πολυτελές πολυκατάστημα-σημείο αναφοράς, όπου τα ψώνια θα γίνονταν μια διασκεδαστική περιπέτεια, αλλάζοντας τις καταναλωτικές συνήθειες του κόσμου.

Έτσι, το 1908 ίδρυσε την Selfridges & Co. Επένδυσε 400.000 λίρες από την προσωπική του περιουσία, μαζί με το ταλέντο του στο μάρκετινγκ και μπόλικη φαντασία.

Μόλις ένα χρόνο μετά, το 1909, έκανε στο -ουδόλως μοδάτο τότε- δυτικό άκρο της Όξφορντ Στριτ τα εγκαίνια του πρώτου πολυκαταστήματός του, του Selfridges, που έμελλε να γίνει εμβληματικό για το Λονδίνο.

Κάτι παραπάνω από πολυκατάστημα

Το πενταόροφο κτίριο με σκελετό από χάλυβα -που ολοκληρώθηκε και επεκτάθηκε σε φάσεις- ήταν εξαρχής επιβλητικό, με κίονες Ιωνικού ρυθμού στην πρόσοψη και με αρχιτεκτονική καινοτομία στο ευφάνταστα διακοσμημένο εσωτερικό του.

Τεράστιες, οι βιτρίνες μετατράπηκαν από χώρος έκθεσης προϊόντων σε μέσο επίδειξης ενός ευφάνταστου σόου καταναλωτισμού.

Τα εμπορεύματα -πολυτελή, πρωτότυπα και τεράστιας ποικιλίας- ήταν στην άμεση πρόσβαση των πελατών, αντί χωμένα σε ράφια.

Ο εξαιρετικά κερδοφόρος πάγκος με τα αρώματα τοποθετήθηκε στο κέντρο του ισογείου.

Όλος ο χώρος ήταν πλημμυρισμένος με αρώματα, μουσική και νέες εμπειρίες.

Υπήρχαν ασανσέρ και εστιατόριο, το πρώτο βιβλιοπωλείο σε πολυκατάστημα, σαλόνια για να ξαποσταίνουν οι πελάτισσες, αλλά και τμήματα ευκαιριών για τα μικρότερα βαλάντια στον χώρο του υπογείου.

Υπό το μότο «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», όλοι ήταν ευπρόσδεκτοι σε αυτό το πολυκατάστημα, που χάρη στο επιχειρηματικό δαιδόνιο του ιδιοκτήτη του δεν πουλούσε απλά προϊόντα, αλλά επί της ουσίας έναν νέο τρόπο ζωής.

Το Selfridges έγινε σύντομα κοινωνικό και πολιτισμικό ορόσημο.

Μόλις λίγους μήνες μετά τα εγκαίνια, στους χώρους του παρουσιάστηκε ως έκθεμα το μονοπλάνο του Λουί Μπλεριό, με το οποίο ο Γάλλος εφευρέτης είχε μόλις ολοκληρώσει την πρώτη στην ιστορία πτήση πάνω από τη Μάγχη.

Λίγα χρόνια μετά, το 1925, βρήκε στον πρώτο όροφο φιλόξενο χώρο ο Σκωτσέζος μηχανικός Τζον Λόγκι Μπερντ για να παρουσιάσει δημόσια, σε παγκόσμια πρώτη, την εφεύρεσή του.

Ένα μηχανικό σύστημα σάρωσης που αναμετέδιδε εικόνες και αποτελέσε τον προπομπό της τηλεόρασης.

Μέσα σε όλα τα άλλα, ο Σέλφριτζ -που το 1918 είχε χάσει τη γυναίκα του από την πανδημία της ισπανικής γρίπης- υπερηφανευόταν ότι το κατάστημά του συνέβαλε στη γυναικεία χειραφέτηση.

Και ως χώρος συναναστροφής των γυναικών, αλλά και ως επιχείρηση που τους παρείχε θέσεις εργασίας.

Μεταξύ των υπαλλήλων του συγκαταλεγόταν άλλωστε μία από τις πιο μαχητικές Βρετανίδες σουφραζέτες.

Άδοξος επίλογος, νέοι ιδιοκτήτες

Από το 1926, ο Σέλφριτζ άρχισε να επεκτείνει την επιχείρησή του, ανοίγοντας 16 καταστήματα σε άλλες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου.

Όμως ο ποδόγυρος, η χαρτοπαιξία, η Μεγάλη Ύφεση και το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου τον έφεραν στο χείλος της οικονομικής καταστροφής.

Το 1940 -τρία χρόνια αφότου απέκτησε τη βρετανική υπηκοότητα- βρέθηκε να χρωστά 250.000 λίρες σε φόρους και σε δάνεια.

Την ίδια χρονιά, τα επαρχιακά καταστήματα του ομίλου Selfridges πωλήθηκαν σε βρετανική εταιρεία (αρκετά από τα οποία μετέπειτα καταστράφηκαν από τους ναζιστικούς βομβαρδισμούς).

Το 1941, το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας τον ιδρυτή του ομίλου στον δρόμο.

Επιβιώνοντας έκτοτε με τη σύνταξή του, ο Χάρι Γκόρντον Σέλφριτζ πέθανε πάμπτωχος από πνευμονία το 1947.

Το 1951, το εμβληματικό πολυκατάστημα στην Όξφορντ Στριτ πωλήθηκε σε εταιρεία με έδρα το Λίβερπουλ.

Το 1965, πέρασε στον έλεγχο του βρετανικού ομίλου Sears Group, υπό τον έλεγχο του οποίου το το Selfridges απέκτησε «αδελφάκια» στο Μάντσεστερ και στο Μπέρμιγχαμ.

Το 2003, ο όμιλος -εισηγμένος πια στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου- εξαγοράστηκε από τον Καναδό δισεκατομμυριούχο Γκάλεν Γουέστον έναντι 598 εκατομμυρίων λιρών.

Με το πέρασμα των χρόνων, τα καταστήματα έγιναν συνολικά 25: τα τέσσερα στο Ηνωμένο Βασίλειο -η «ναυαρχίδα» στην Όξφορντ Στριτ, ένα στο Μπέρμιγχαμ και δύο στο Μάντσεστερ- συν αυτά των θυγατρικών Brown Thomas and Arnotts στην Ιρλανδία, De Bijenkorf στην Ολλανδία και Holt Renfrew στον Καναδά.

Παραμονές των φετινών Χριστουγέννων, ανακοινώθηκε η πώληση των 18 πολυκαταστημάτων του ομίλου (εξαιρουμένων του Καναδά) στην κοινοπραξία του ταϊλανδέζικου ομίλου  Central Group και της αυστριακής εταιρείας ακινήτων Signa Holding, έναντι 4 δισεκατομμυρίων λιρών.

Η επόμενη ημέρα

Οι Γουέστον είχαν ανακοινώσει τα σχέδια πώλησης λίγο μετά τον θάνατο του «πατριάρχη» της οικογένειας, Γκάλεν Γουέστον, σε ηλικία 80 ετών, τον περασμένο Απρίλιο.

Έπειτα από χρόνια «χρυσής» κερδοφορίας του ομίλου Selfridges -με διπλασιασμό των κερδών και αύξηση πωλήσεων άνω του 80% από τότε που εξαγοράστηκε από τους Καναδούς- η επιτυχία είχε αρχίσει να «ξεφτίζει» λίγο πριν χτυπήσει η πανδημία.

Το έτος έως τον Φεβρουάριο του 2020, οι πωλήσεις της αλυσίδας αυξήθηκαν μεν κατά 7%, στα 1,97 δισεκατομμύρια λίρες. Όμως τα κέρδη μειώθηκαν κατά 10%, στα 88 εκατομμύρια λίρες.

Έκτοτε, η κατάσταση χειροτέρεψε, λόγω της καραντίνας και των συνεχιζόμενων περιοριστικών μέτρων στα διεθνή ταξίδια, κρατώντας μακριά τουρίστες και καταναλωτές.

Πέρυσι τον Ιούλιο, η αλυσίδα Selfridges ανακοίνωσε 450 απολύσεις, μετά τη «δυσκολότερη χρονιά» στην ιστορία της.

Έναν μήνα μετά, τον Αύγουστο του 2020, σε μια δύσκολη περίοδο για το βρετανικό λιανεμπόριο, η εταιρεία υποθέτησε για πρώτη φορά την τακτική της βραχύβιας ενοικίασης, μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, 100 ειδών πολυτελείας από περισσότερες από 40 επωνυμίες.

Μέχρι την άνοιξη του 2021, στην Όξφορντ Στριτ -τον εμπορικό δρόμο με τη μεγαλύτερη καταναλωτική κίνηση στην Ευρώπη και με τους υψηλότατους φόρους ακινήτων- είχαν κατεβάσει ήδη ρολά τα καταστήματα μεγάλων ομίλων λιανικής, συμπεριλαμβανομένων των Debenhams, Topshop και Dorothy Perkins.

Τώρα, με τον εφιάλτη του κοροναϊού να επιμένει, οι νέοι ιδιοκτήτες των Selfridges αναφέρουν ότι σκοπεύουν να αναπτύξουν τον τομέα των ηλεκτρονικών πωλήσεων, αναβαθμίζοντας τα εμβληματικά κτίρια «σε βιώσιμους, ενεργειακά αποδοτικούς, μοντέρνους χώρους, με διατήρηση της αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς τους».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr

Πηγή: in.gr