Περίπου ένας στους 10 Βρετανούς εργαζομένους έχει βρεθεί κατά την επαγγελματική του καριέρα μπροστά στο κρίσιμο δίλημμα: να ανανεώσει το συμβόλαιο (ορισμένου χρόνου προφανώς) με την επιχείρηση που εργάζεται αποδεχόμενος χαμηλότερες αποδοχές ή/και περισσότερες ημέρες απασχόλησης ή να παραιτηθεί και να επαναπροσληφθεί με το ίδιο εργασιακό καθεστώς;

Δεν είναι καινούργια η πρακτική στη βρετανική αγορά εργασίας. Αλλά τους δύσκολους καιρούς της πανδημίας εφαρμόζεται όλο και περισσότερο, όπως διαπιστώνει σε έρευνά του το εργατικό συνδικάτο Trades Union Congress (TUC).

Ο βρετανικός νόμος επιτρέπει εν προκειμένω την επικερδή για τις επιχειρήσεις (αλλά έντονα αμφισβητούμενη από τα συνδικάτα και μέρος του πολιτικού κόσμου) παραίτηση ή απόλυση και άμεση επαναπρόσληψη εργαζομένων. Γίνεται λίγο εκβιαστικά βέβαια (ή παραιτείσαι και επαναπροσλαμβάνεσαι με τα ίδια λεφτά ή μένεις με λιγότερα). Αλλά έτσι κερδίζουν σημαντικά φορολογικά και άλλα πλεονεκτήματα από το κράτος οι εργοδότες, ενώ επίσης κερδίζουν μπόνους και οι μάνατζερ, αφού με το «πήγαινε-έλα» των εργαζομένων εμφανίζονται στους μετόχους ή στην ιδιοκτησία της επιχείρησης ότι… παράγουν έργο.

Σύμφωνα με έρευνα της εφημερίδας «Observer», εννέα από τις 13 βρετανικές επιχειρήσεις που κατηγορήθηκαν δημοσίως ότι απομάκρυναν και επαναπροσέλαβαν εργαζομένους εισέπραξαν επιδοτήσεις από την κυβέρνηση του Λονδίνου ή προχώρησαν σε αυξήσεις των αποδοχών των διευθυντικών τους στελεχών.

Πληθαίνουν τα φαινόμενα

Το 2020 το προσωπικό της αεροπορικής εταιρείας British Airways ήλθε σε ευθεία σύγκρουση με τη διοίκηση της επιχείρησης εξαιτίας μιας σειράς απολύσεων και επαναπροσλήψεων που έκανε. Το 2019 οι εργαζόμενοι στη γιγαντιαία βρετανική αλυσίδα σούπερ μάρκετ Asda βρέθηκαν αντιμέτωποι με ανάλογες πρακτικές της διοίκησης.

Από την αρχή της εφετινής χρονιάς η βαθιά οικονομική κρίση που έφερε η Covid-19 ήταν η αφορμή να επεκταθεί η πρακτική αυτή, σε διάφορες μάλιστα παραλλαγές. Πρόσφατα η ενεργειακή British Gas έθεσε σε 20.000 υπαλλήλους της το δίλημμα να απολυθούν ή να δεχθούν να εργάζονται τρεις επιπλέον ώρες την εβδομάδα (συνολικά 40), ως επί το πλείστον τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες.

Έπειτα από διαμάχη μηνών η συντριπτική πλειονότητα των εργαζομένων προτίμησε την παραίτηση – στη Βρετανία το ποσοστό των ανέργων υποχώρησε τον Απρίλιο παρά την πανδημία στο 4,9%, στη χώρα δηλαδή επικρατούν συνθήκες πλήρους απασχόλησης, οπότε οι εργαζόμενοι της British Gas είχαν τη βάσιμη ελπίδα ότι δεν θα μείνουν επί μακρόν άνεργοι. Παρά ταύτα, 500 μηχανικοί της επιχείρησης δέχθηκαν την πρόταση της διοίκησης και συμφώνησαν να εργάζονται τρεις ώρες περισσότερο εβδομαδιαίως τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες.

Ανάλογα διλήμματα αντιμετωπίζουν τις ημέρες αυτές οι οδηγοί αστικών λεωφορείων στο Μάντσεστερ, οι εργαζόμενοι στο εργοστάσιο καφέ της Jacobs Douwe Egberts και πολλοί εργαζόμενοι στα κέντρα διανομής της αλυσίδας σούπερ μάρκετ Tesco, που βρίσκονται σε ανοικτή σύγκρουση και τεταμένες διαπραγματεύσεις με τις επιχειρήσεις που ζητούν νέα συμβόλαια με τροποποιημένους όρους απασχόλησης – κάτι που τα συνδικάτα καταγγέλλουν ως πρόφαση για απολύσεις.

Αντίθετος ο Μπόρις Τζόνσον

Ο καθηγητής Κοινωνικών Επιστημών στο University College του Λονδίνου Αλεξάντερ Μπράιζον μιλώντας στον «Observer» έκανε λόγο για… επιδημία που έχει μεταδοθεί σε πολλές επιχειρήσεις που «εμφανίζουν υπερβάλλοντα ζήλο και διογκώνουν τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν λόγω της πανδημίας». Ιδιαίτερα οι εταιρείες τροφίμων συγκαταλέγονται μεταξύ εκείνων που περνούν αβρόχοις ποσί την κρίση, αν δεν έχουν ευνοηθεί κι όλας από τους κατ’ οίκον εγκλεισμούς των καταναλωτών και τα άλλα περιοριστικά μέτρα που έλαβαν και τον εφετινό χειμώνα πάμπολλες κυβερνήσεις για να αντιμετωπίσουν το ανανεωμένο κύμα μετάδοσης της Covid-19.

Στη Βρετανία οι περιγραφείσες τακτικές ανθούν, αλλά υπάρχει έντονη πολιτική αντιπαράθεση γι’ αυτές, σημειώνει η λονδρέζικη εφημερίδα. Δεν είναι μόνο η αντιπολίτευση των Εργατικών που ζητά από την κυβέρνηση να λάβει μέτρα για την προστασία της απασχόλησης και των εργαζομένων. Το θέμα έχει πυροδοτήσει και ενδοκομματικές τριβές στις τάξεις των Συντηρητικών, ακόμα και ενδοκυβερνητικές διαφωνίες.

Έτσι ο πρωθυπουργός Μπορίς Τζόνσον χαρακτήρισε «απαράδεκτη» την τακτική των εργασιακών διλημμάτων που θέτει η εργοδοσία. Αλλά ο υπουργός Μικρομεσαίων επιχειρήσεων, Καταναλωτών και Αγορών εργασίας, Πολ Σκάλι, μίλησε για «έκτακτες οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις, οι οποίες ζητούν μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση του εργατικού τους δυναμικού προκειμένου να περισώσουν θέσεις εργασίας».

Η ηπειρωτική Ευρώπη

Η πρακτική των εργασιακών διλημμάτων έχει λίγες πιθανότητες να διαβεί τα Στενά της Μάγχης, εκτιμά ο ρεπόρτερ της «Figaro» Τομά Ενγκράντ. «Οι βρετανικές επιχειρήσεις καταφεύγουν σε παρόμοιες μεθόδους μείωσης του λειτουργικού τους κόστους επειδή η βρετανική νομοθεσία δεν απαιτεί να προβάλει ο εργοδότης κάποιο κίνητρο για να προχωρήσει σε απολύσεις. Επίσης ο νόμος δεν υποχρεώνει τοον εργοδότη να καταβάλει δαπανηρές αποζημιώσεις στους απολυόμενους», εξηγεί στη γαλλική εφημερίδα η Μιριέλ Παράντ, ειδικευμένη στα εργασιακά δικηγόρος της εταιρείας νομικών συμβούλων Ashurt.

Το γαλλικό σύστημα συγκεκριμένα είναι πολύ πιο προστατευτικό έναντι των εργαζομένων, εξηγεί η δικηγόρος. Σε περίπτωση απολύσεων δίχως δικαιολογημένη αιτία, δίχως λόγο για τον οποίο ευθύνεται ο εργαζόμενος ακριβέστερα, η αποζημίωση που θα πρέπει να καταβάλει ο εργοδότης είναι αρκετά αποτρεπτική. «Για την αποζημίωση μεγάλη σημασία έχει ο χρόνος που παρέχει τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση ο προς απόλυση εργαζόμενος, ενώ θα πρέπει να προστεθούν και διάφορα αντισταθμιστικά επιδόματα που θα πρέπει να καταβάλει ο εργοδότης. Οικονομικά κάτι τέτοιο δεν έχει κανένα νόημα», εκτιμά η γαλλίδα εργατολόγος.

Πηγή: ΟΤ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr