Η Βίκυ Μοσχολιού είναι μία από τις πιο αυθεντικά φωνές και προσωπικότητες που γέννησε η Ελλάδα.

Δωρική και απλή, γενναιόδωρη και «μεγάλη» η Μοσχολιού μπορεί να έφυγε νωρίς από τη ζωή, άφησε ωστόσο πίσω της μια σπουδαία παρακαταθήκη για το ελληνικό τραγούδι.

Αν ζούσε θα έκλεινε φέτος τα 78 της χρόνια. Ο καρκίνος όμως την νίκησε στα 62 της χρόνια στις 12 Αυγούστου του 2005.

Μια ζωή γεμάτη από μουσική, συνεργασίες με τους μεγαλύτερους συνθέτες που της εμπιστεύτηκαν τις δημιουργίες τους, εμφανίσεις από μεγάλα νυχτερινά κέντρα μέχρι την μποέμ Πλάκα και την κοσμοπολίτικη Νέα Υόρκη και το Παρίσι.

Η Βίκυ Μοσχολιού τα έζησε όλα και πολύ.

Η Βίκυ Μοσχολιού γεννήθηκε στις 17 Μαΐου του 1943 στο Μεταξουργείο και έζησε τα παιδικά της χρόνια στο Αιγάλεω.

Χρόνια στερημένα, αλλά γεμάτα αγάπη και μουσική, καθώς ο πατέρας της δεν αποχωριζόταν το γραμμόφωνο και την πλούσια συλλογή του από λαϊκά δισκάκια της εποχής.

Η Βίκυ Μοσχολιού για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά της έγινε βοηθός γαζωτή, «κορδελιάστρα σε παπουτσάδικο», όπως έλεγε η ίδια, στα 13 της.

Στα πρώτα της βήματα η Βίκυ Μοσχολιού αντιμετώπισε πλήθος δυσκολιών. Από τη συμπεριφορά των μουσικών απέναντι σ’ ένα 18χρονο και άβγαλτο κορίτσι, μέχρι την τραυματική εμπειρία στην περιοδεία της Αυστραλίας μαζί με το πρώτο όνομα της εποχής, τον Στέλιο Καζαντζίδη.

Οι αυστηρών αρχών γονείς της, όμως, δεν της επιτρέπουν να δουλέψει νύχτα. Με την παρέμβαση της ξαδέρφης της, Έφης Λίντα, πείθονται τελικά και το 1962, Κυριακή του Πάσχα, η Βίκυ κάνει την πρεμιέρα της στο πάλκο, δίπλα στον Γρηγόρη Μπιθικώτση και τη Δούκισσα, στην Τριάνα του Χειλά.

Εκεί, δύο χρόνια μετά, την ακούει τυχαία ο Σταύρος Ξαρχάκος που αναζητά εκείνη την περίοδο μια νέα φωνή για να ερμηνεύσει το θρυλικό πλέον τραγούδι «Χάθηκε το φεγγάρι» στην ταινία Λόλα, με το Νίκο Κούρκουλο και την Τζένη Καρέζη.

Τη νύχτα της πρεμιέρας η Βίκυ Μοσχολιού γίνεται γνωστή και λίγο καιρό μετά, εξαιτίας μιας σύμπτωσης, ο Ζαμπέτας της δίνει τα τραγούδια που την καθιερώνουν στο ελληνικό πεντάγραμμο.

Τα τραγούδια ο Ζαμπέτας τα έγραψε για την Πόλυ Πάνου, αλλά εκείνη, αντί για πρόβα προτίμησε να πάει στη θάλασσα. Η τύχη ευνοεί τη Μοσχολιού και ο συνθέτης της έδωσε να τραγουδήσει τα «Ξημερώματα», το «Πάει-πάει» και τα «Δειλινά».

Ήταν η αρχή μιας λαμπρής καριέρας, καθώς ακολουθούν αμέτρητες συνεργασίες, σχεδόν με όλους τους κορυφαίους συνθέτες και στιχουργούς: τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον Γιάννη Σπανό, τον Γιώργο Ζαμπέτα, τον Απόστολο Καλδάρα, τον Δήμο Μούτση, τον Άκη Πάνου, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σταύρο Κουγιουμτζή, τον Βασίλη Τσιτσάνη, τον Μάρκο Βαμβακάρη.

«Δεν ξέρω πόσο σ΄αγαπώ», «Τα τρένα που φύγαν», «Τα δειλινά», «Οι μετανάστες», «Τα αρχοντορεμπέτικα» είναι μερικές μόνο επιτυχίες από το πλούσιο ρεπερτόριό της, που ξεκινά από το ρεμπέτικο και το λαϊκό για να καταλήξει στο ελαφρολαϊκό και το έντεχνο, γιατί η σπουδαία, ιδιαίτερη δωρική φωνή της με τη χαρακτηριστική βραχνάδα και τις απεριόριστες δυνατότητες δεν χώρεσε ποτέ ταμπέλες.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Βίκυ Μοσχολιού αρχίζει συναυλίες με το Σταύρο Ξαρχάκο και το Γρηγόρη Μπιθικώτση σ’ όλη την Ελλάδα, ενώ το 1968 πραγματοποιεί με δικά της έξοδα την πρώτη μεγάλη συναυλία έλληνα καλλιτέχνη στην Κύπρο.

Το 1972 είναι η πρώτη λαϊκή τραγουδίστρια που εγκαταλείπει τα μεγάλα νυχτερινά κέντρα και τα υψηλά νυχτοκάματα για να κατέβει στην Πλάκα, αρχικά στο Ζουμ και μετά στο Ζυγό, δημιουργώντας ένα εναλλακτικό τρόπο διασκέδασης, με άλλο ήθος και ύφος.

Έξι συνεχείς σεζόν η Μοσχολιού τραγουδά στις μπουάτ Μούτση, Μαρκόπουλο, Θεοδωράκη και Σπανό και παράλληλα δισκογραφεί μερικά από τα σημαντικότερα τραγούδια της, όπως το Έτσι είναι η ζωή, Μια βραδιά στη Λάρισα, Μεσόγειος, Η Ρόζα η ναζιάρα, Άνθρωποι Μονάχοι.

Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι η Βίκυ Μοσχολιού εμφανίστηκε στο Κάρνεγκι Χολ της Νέας Υόρκης το Ρόαγιαλ Άλμπερτ Χολ του Λονδίνου και το θέατρο Ολυμπια του Παρισιού.

Γιατί με τη σεμνότητα και την απλότητα που την διακατείχε ελάχιστες φορές μιλούσε για τους θριάμβους της.

Την ίδια διακριτικότητα επέδειξε και στην προσωπική της ζωή, κρατώντας την πάντα μακριά από το φως της δημοσιότητας κι ας οργίαζε ο κοσμικός τύπος της εποχής για το φλογερό της ειδύλλιο με τον μετέπειτα σύζυγό της, για 18 ολόκληρα χρόνια, τον θρύλο των γηπέδων, Μίμη Δομάζο, με τον οποίο απέκτησε δύο κόρες.

(με πληροφορίες από το sansimera.gr)

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr