της Μαρίας Βασιλείου

Στροφή προς μια πιο φιλευρωπαϊκή στάση σηματοδοτεί για την Ολλανδία η νέα συμφωνία της επικείμενης κυβέρνησης συνασπισμού της χώρας, καθώς η χώρα εμφανίζεται πλέον ανοιχτή ακόμα και σε αλλαγή της ευρωπαϊκής Συνθήκης, τονίζει ο Αντριαν Σχάουτ, εκ των κορυφαίων ολλανδών αναλυτών και ανώτατο στέλεχος του Clingendael, του ινστιτούτου-συμβούλου της ολλανδικής κυβέρνησης για θέματα διεθνών σχέσεων.

Μιλώντας στα «ΝΕΑ» ο ολλανδός ειδικός επισημαίνει ότι η οικονομική πολιτική της χώρας, όπως αποτυπώνεται στη συμφωνία του συνασπισμού, όπου προβλέπονται μεγάλες επενδύσεις και αυξημένες κοινωνικές δαπάνες, αντανακλά πως διανύουμε την COVID εποχή. Διαπίστωση που δείχνει ότι η Ολλανδία υιοθετεί πλέον λιγότερο «φειδωλούς» στόχους.

«Η συμφωνία του νέου κυβερνητικού συνασπισμού είναι φιλευρωπαϊκή υπό την έννοια ότι είναι ανοιχτή σχεδόν σε όλα (σ.σ.: τα ζητήματα που βρίσκονται υπό συζήτηση στην ΕΕ). Στην ενισχυμένη πλειοψηφία σε ορισμένες εξωτερικές υποθέσεις της ΕΕ, όταν πρόκειται για τη λήψη αποφάσεων για την επιβολή κυρώσεων, ανοιχτή σε κάποια εναρμόνιση στη φορολογική πολιτική, παρότι δεν είναι ευρωπαϊκή αρμοδιότητα, και είναι πολύ ευαίσθητο θέμα για τις μικρότερες χώρες γενικότερα.

Πρόκειται για μεγάλα βήματα. Γίνεται επίσης αναφορά σε πιθανή αλλαγή της Συνθήκης, η οποία είναι αρκετά ενδεικτική και υπογραμμίζει την προθυμία της Ολλανδίας να δεσμευθεί σε μια πιο φιλοευρωπαϊκή πορεία» δηλώνει ο Σχάουτ. Σε μια προσπάθεια μάλιστα να δείξει τη διαφορά στη στάση της Ολλανδίας θυμίζει το ολλανδικό «όχι» το 2005 στη Συνταγματική Συνθήκη, που άνοιγε τον δρόμο για μεγαλύτερη ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Ο πολιτικός αναλυτής επισημαίνει ακόμα ότι η Ολλανδία φαίνεται ανοιχτή να συζητήσει επίσης τη διαδικασία των Spitzenkandidaten, καθώς και το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ). «Δεν υπάρχουν κόκκινες γραμμές, όπως είδαμε στη συμφωνία του συνασπισμού του 2017, όταν η Ολλανδία ήταν ρητά κατά των ευρωομολόγων, ενώ υπάρχουν φράσεις σχετικά με την προθυμία για συμβιβασμούς» λέει ο Σχάουτ, σπεύδοντας όμως να τονίσει ότι «γνωρίζουμε επίσης από άλλα έγγραφα πως το περιθώριο ελιγμών που βλέπει η Ολλανδία είναι πραγματικά περιορισμένο».

Διευκρινίζει: «Επειδή, για παράδειγμα, η χώρα είναι πρόθυμη να συζητήσει την αποτελεσματικότητα του κανόνα του 60% για το χρέος, αυτό δεν σημαίνει ότι η Ολλανδία θέλει να τον καταργήσει. Για τους δημοσιονομικούς κανόνες θέλει να υπάρχει καλύτερη και ανεξάρτητη εποπτεία, θέλει να έχει σαφέστερους κανόνες, λιγότερες εξαιρέσεις και διαφάνεια. Το ΣΣΑ δεν ισχύει προς το παρόν. Πρέπει να επανασχεδιαστεί και να αποκατασταθεί το 2023».

Πώς επεξηγεί την πρόθεση της Ολλανδίας, η οποία παραδοσιακά ήταν υπέρ της λιτότητας, να προχωρήσει σε σημαντικές επενδύσεις αλλά και κοινωνικές δαπάνες; «Σε μεγάλο βαθμό πρόκειται για τα χρόνια της COVID» λέει με νόημα. «Ολες οι χώρες αλλά και η Ολλανδία μελετούν τις εθνικές τάσεις, πώς αντιμετωπίζεται ο κορωνοϊός, ποιες είναι οι επιπτώσεις του στην κοινωνία και στην οικονομία, στις οφειλές μας, στον κοινωνικό ιστό».

Οι σχετικά πρόσφατες αντιδράσεις κατά των πολιτικών διαχείρισης της COVID σε μεγάλες ολλανδικές πόλεις ήταν μαζικές, ενώ μπορεί να πει κανείς ότι έφτασαν σε σημείο εξέγερσης. Το πρόγραμμα της ολλανδικής κυβέρνησης για τα επόμενα τέσσερα χρόνια προβλέπει σημαντικές δαπάνες κοινωνικής πολιτικής, που περιλαμβάνει από μείωση φόρων και αλλαγές στα επιδόματα για παιδιά, ακόμα και δωρεάν βρεφονηπιακή φροντίδα (η οποία είναι εξαιρετικά ακριβή) μέχρι αύξηση του κατώτατου μισθού. Παράλληλα, μέσω δύο ειδικών ταμείων συνολικού ύψους 60 δισ. ευρώ, θα χρηματοδοτηθούν τεράστιες επενδύσεις για την κλιματική μετάβαση τα επόμενα 10 χρόνια.

«Αυτή είναι μια εποχή που βλέπουμε επίσης αντίστοιχες αποφάσεις στη Γερμανία και υπάρχει ένας παραλληλισμός μεταξύ της γερμανικής και της ολλανδικής κατάστασης. Η ιδέα ότι ο δανεισμός είναι ακόμη εφικτός και φθηνός. Μπορούμε τώρα να δημιουργήσουμε ταμεία για τη μετάβαση, μπορούμε να αυξήσουμε τον κατώτατο μισθό. Είναι η ώρα που μπορούν να γίνουν πολλά» λέει ο Σχάουτ.

Μάλιστα, σε μια αποστροφή του λόγου του θέτει ακόμα και το ερώτημα αν «θα διατηρήσουμε το RRF, το ταμείο έκτακτης ανάγκης για τον κορωνοϊό». Η ιδιαίτερα σκληρή στάση που υιοθέτησε η Ολλανδία όταν η ΕΕ αποφάσιζε να δημιουργήσει κοινό ευρωπαϊκό ταμείο για την αντιμετώπιση της κορωνοκρίσης δεν θα άφηνε περιθώρια μέχρι πρότινος ούτε καν για να τεθεί ένα τέτοιο ερώτημα.

Διαφαίνεται, έστω και αν ο Σχάουτ δηλώνει πως σε αντίθεση με τη θέση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και άλλων χωρών, που θέλουν μια συνέχεια στο Ταμείο Ανάκαμψης, η Ολλανδία δεν το θέλει, ότι υπάρχει προοπτική «έντονων συζητήσεων» επί του θέματος. Οπως άλλωστε υπογραμμίζει, «όταν αλλάζει το κλίμα, η Ολλανδία είναι ευέλικτη, κινείται αναλόγως και στο κείμενο της συμφωνίας υπάρχουν ανοίγματα για αρκετές αλλαγές».

Ο Σχάουτ, οι εισηγήσεις του οποίου βρίσκονται πίσω από πολλές πτυχές της ευρωπαϊκής πολιτικής των τριών μέχρι σήμερα κυβερνήσεων του Μαρκ Ρούτε, θυμίζει ότι οι Ολλανδοί είναι υπέρ καλύτερης συνεργασίας και όχι βαθύτερης ολοκλήρωσης στην ΕΕ, δίνοντας για ακόμα μία φορά το στίγμα μιας πιο προ-ευρωπαϊκής πολιτικής που φαίνεται διατεθειμένος να ακολουθήσει ο ολλανδός πρωθυπουργός στην τέταρτη συνεχή θητεία του.

«Η Ολλανδία είναι ανοιχτή σε κάθε είδους εξελίξεις, αλλά πάντα κατευθύνεται προς καλύτερη συνεργασία και όχι βαθύτερη ολοκλήρωση. Αυτό είναι το παιχνίδι, θετικό, ευέλικτο, αλλά πρέπει να αφορά συνεργασία και όχι περαιτέρω ενσωμάτωση» λέει.

Η αλλαγή ως προς την ΕΕ δεν είναι εύκολη υπόθεση για τους Ολλανδούς. Γι’ αυτό ίσως ο Σχάουτ σπεύδει να δηλώσει πως όταν «διαλυθεί το σύννεφο της κορωνοκρίσης» ενδεχομένως η ΕΕ θα βρεθεί εκ νέου σε σκληρές και σοβαρές συζητήσεις, με την Ολλανδία «να αναζητά και πάλι συμμάχους ανάμεσα στις σκανδιναβικές χώρες» ως άτυπος ηγέτης των επονομαζόμενων «φειδωλών».

Πηγή: in.gr