«Στο τέλος του δεύτερου επεισοδίου του Emily in Paris ήξερα πια πως αυτό που παρακολουθούσα δεν ήταν μια συνηθισμένη, ανάλαφρη ρομαντική κομεντί αλλά ένα τεχνούργημα της σύγχρονης δυστοπίας» γράφει ένας απ’ τους συντάκτες του New Yorker σχετικά με την σειρά που εμφανίστηκε στο Νέτφλιξ πριν λίγες εβδομάδες.

Και όντως πρόκειται για μια ιδιαίτερη περίπτωση. Η περιγραφή της σειράς ως guilty pleasure δεν στερείται αλήθειας αλλά αποτυγχάνει να εντοπίσει τα χαρακτηριστικά που την καθορίζουν. Αφήνοντας τα επεισόδια να παίζουν το ένα μετά το άλλο, διάφορα κουτάκια συμπληρώνονται: Η Emily είναι μια νεαρή από το Σικάγο. Η εταιρία της την έχει στείλει στο Παρίσι για να προσφέρει αμερικάνικη, καπιταλιστική σοφία σε μία γαλλική διαφημιστική η οποία ειδικεύεται σε πολυτελή brands.

Είναι μοδάτη, τσεκ. Είναι millennial, τσεκ. Η Emily κάνει μονίμως video calls, ξέρει να βγάζει καλές φωτογραφίες για το Instagram. Σύντομα μάλιστα καταφέρνει να γίνει και influencer (τι και αν ο αριθμός των followers της δεν θα της εξασφάλιζε σε καμία περίπτωση το στάτους που φαίνεται να της χαρίζει εντός της σειράς). Πίσω από την δημιουργία της σειράς βρίσκεται ο Darren Star, δημιουργός του Sex and the City, αλλά η Emily δεν φαίνεται να νοιάζεται τόσο ούτε για το σεξ, ούτε για την πόλη στην οποία είναι φρεσκοφερμένη. Αφού ολοκληρώσει το πρωινό της τρέξιμο συνεχίζει τη μέρα της αναμασώντας σαν cyborg με μπερέ διάφορες ορολογίες του μάρκετινγκ, τσεκάροντας παράλληλα τα like της. Τα πάντα έχουν να κάνουν με την περίφημη δημιουργία περιεχομένου.  

Όμως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία. Σκοπός του Emily in Paris είναι να παρέχει ένα ήπιο background, όση ώρα οι θεατές κοιτάζουν τα κινητά τους, ανανεώνουν τα δικά τους feed, κάνοντας like σε memes. Μια μεσαίου μεγέθους οθόνη που παίζει όσο κοιτάζουν την μικρότερη οθόνη στο χέρι τους. Το Emily in Paris είναι φτιαγμένο με τρόπο που μοιάζει να λέει «Δεν πειράζει να κοιτάζεις το κινητό σου όλη την ώρα. Και η Emily το ίδιο κάνει». Η πλοκή είναι ισχνή και δεν θα σε μπερδέψει ποτέ. Όταν αποφασίσεις να ξαναγυρίσεις το βλέμμα σου στη σειρά θα βρεις τα ιδια γνώριμα πλάνα του Σηκουάνα και τα πέτρινα δρομάκια-ελκυστικά και ανώδυνα, πανέμορφα αλλά χωρίς καμία σημασία. 

Χωρίς παύση

Αν έχεις όρεξη για περισσότερη ένταση, μπορείς να κοιτάξεις για λίγο στο Twitter. Από την άλλη μπορείς και να παρατήσεις τη σειρά να παίζει μόνη της και να πιάσεις το καθάρισμα και τα υπόλοιπα οικιακά βάρη της καραντίνας. Δύο και τρία επεισόδια μπορεί να περάσουν χωρίς να το καταλάβεις, δίχως καν να πατήσεις παύση. 

Το Νέτφλιξ αυτή τη στιγμή, με το Emily in Paris και πολλά ακόμη προγράμματά του πρωτοπορεί παρουσιάζοντας ένα είδος που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «άμπιεντ τηλεόραση». Κατ’ αναλογία με τον ορισμό που ο Brain Eno έδωσε στην άμπιεντ μουσική το 1987, η άμπιεντ τηλεόραση είναι και εκείνη κάτι που μπορείς με την ίδια ευκολία να αγνοήσεις ή να βρεις ενδιαφέρον.

Το άμπιεντ υποδηλώνει κάτι που δεν απαιτεί την προσοχή σου, παρόλα αυτά είναι αρκετά ελκυστικό ώστε να μπορεί να σε συναρπάσει αν επιλέξεις να του δώσεις σημασία για λίγα δευτερόλεπτα. To Emily in Paris είναι καθησυχαστικό, αργό και σχετικά μονότονο ενώ οι δραματικές του εξάρσεις παραείναι προβλέψιμες για να είναι όντως δραματικές. Για μεγάλο διάστημα τίποτα κακό δεν συμβαίνει στην κεντρική ηρωίδα. Την επόμενη μέρα δεν πρόκειται να αναλύσεις το επεισόδιο με τους φίλους σου. Η άμπιεντ τηλεόραση δεν έχει σκοπό να ανταγωνιστεί το κινητό σου αλλά να υποκύψει γλυκά σε αυτό. 

Το Emily in Paris έχει ήδη πάρει πράσινο φως για δεύτερη σεζόν και η επιτυχημένη συνταγή του αναμφίβολα θα επαναληφθεί. Ο κατάλογος του Νέτφλιξ είναι ήδη γεμάτος με διαφορετικές επιλογές άμπιεντ τηλεόρασης. Για παράδειγμα το «Dream Home Makeover» είναι άμπιεντ τηλεόραση με θέμα τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων, το «Taco Chronicles» άμπιεντ ταξιδιωτική, γαστρονομική εκπομπή, το «Street Food» άμπιεντ μαγειρική κ.ο.κ. Το κοινό στοιχείο σε όλα αυτά τα τηλεοπτικά προϊόντα είναι το αίσθημα ηρεμίας- δεν υπάρχει σχεδόν καμία σύγκρουση ή ένταση. 

Δημιουργικότητα

Όπως και την πρώιμη εποχή της τηλεόρασης, έτσι και η άμπιεντ τηλεόραση δεν είναι  προϊόν δημουργικότητας αλλά παιδί των τεχνολογικών και κοινωνικών πιέσεων της εποχης μας. Την δεκαετία του ‘30 οι σαπουνόπερες, πρώτα στο ραδιόφωνο και έπειτα στην τηλεόραση, παράγονταν εύκολα και γρήγορα και προβάλλονταν την ίδια ώρα κάθε μέρα. Το όνομά τους άλλωστε οφείλεται στις διαφημίσεις σαπουνιών που παρεμβάλλονταν των επεισοδίων. Οι εταιρείες έβρισκαν μέσα από αυτές την ευκαιρία να μιλήσουν απευθείας στο κοινό τους, τις γυναίκες που βρίσκονταν παγιδευμένες στο σπίτι. Οι σαπουνόπερες ήταν το o ιδανικός, ανώδυνος αντιπερισπασμός από τον οικιακό μόχθο.    

Πολύ αργότερα η έλευση του streaming επέτρεψε στους θεατές να αποκτήσουν μια πιο ενεργή σχέση με την τηλεόραση τους- θεωρητικά τουλάχιστον. Τώρα όμως, ειδικά μέσα στη καραντίνα που η τηλεόραση μπορεί να παίζει όλη μέρα χωρίς διακοπή, πλησιάζουμε στο πρώτο μοντέλο. Όπως με τις δουλειές του σπιτιού και τις σαπουνόπερες, έτσι και η σύγχρονη άμπιεντ τηλεόραση είναι το καθησυχαστικό φόντο για την υπόλοιπη ψηφιακή κατανάλωση: ροές με αποσπάσματα κειμένων, εικόνες και βίντεο επιλεγμένα αποκλειστικά για μας από εξελιγμένους αλγόριθμους. Μία σπάνια δυνατότητα αποσύνδεσης ενώ παραμένουμε ακατάπαυστα online. 

Με στοιχεία από: The New Yorker. 

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr