Ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ αναφερόταν στο «ελληνικό» του, εξαιτίας του εξεζητημένου ονόματος που είχε ο κνησμός. Στις 27 Ιανουαρίου 1937 έγραφε στη σύζυγό του Βέρα για την ψωρίαση που τον ταλαιπωρούσε: «Το ελληνικό με βασανίζει τόσο (δεν κοιμάμαι τη νύχτα γιατί είναι εξοργιστικά ερεθισμένο και αυτό επηρεάζει πολύ τη διάθεσή μου), ώστε αποφάσισα να πάω να δω κάποιον γιατρό γιατί χειροτερεύει από την precipite blanc (σ.σ.: ο χλωριούχος υφυδράργυρος που χρησιμοποιούνταν για τη θεραπεία δερματικών παθήσεων). Αυτή η ηλίθια λάσπη με βλάπτει με φριχτό τρόπο».

Την 1η Φεβρουαρίου επιμένει: «Δεν θα σου μιλήσω για τα αβάσταχτα βασανιστήρια στα οποία με υποβάλλει το ελληνικό. Η φαγούρα δεν μ’ αφήνει να κοιμηθώ και όλα τα λευκά ρούχα έχουν λερωθεί με αίμα: φριχτό. Υπάρχει ένα καινούριο βάλσαμο, αλλά δεν τολμώ να το χρησιμοποιήσω… Ολα θα ήταν θαυμάσια, αν δεν υπήρχε το καταραμένο το δέρμα».

Οι αναφορές προέρχονται από το υβριδικό μυθιστόρημα «Το δέρμα» του 42χρονου Μαδριλένου συγγραφέα Σέρχιο δελ Μολίνο και στα ελληνικά μπορούμε να το διαβάσουμε χάρη στη μετάφραση της Μαρίας Παλαιολόγου από τις εκδόσεις Ικαρος (2021).

Σε αυτό η ζωή πολλών αναγνωρίσιμων προσώπων – από τον Στάλιν και τον Πάμπλο Εσκομπάρ έως τον Τζον Απντάικ – είναι επηρεασμένη από το στιγματισμένο δέρμα τους. Το μυθιστόρημα, ωστόσο, δεν βασίζεται σε έναν εύκολο κι ανέξοδο ψυχολογισμό όπου η εσωστρέφεια ή η ροπή προς τη βία γεννιούνται από τους δαίμονες που φέρνει μια σωματική πάθηση. Το αντίθετο: ο Μολίνα ανατρέχει στην ιστορία και τις βιογραφίες των χαρακτήρων του υπογράφοντας τελικά ένα σχόλιο για την αυτοανάλυση και τον φόβο που γεννά ο πόνος.

Το βιβλίο του μάλιστα ξεκινά με τον ίδιο να μιλάει στον γιο του Πάμπλο, την ασθένεια και τον θάνατο του οποίου έχει αφηγηθεί στο βραβευμένο «La hora violeta» (2013). Πατέρας και γιος διαβάζουν τις – υπέροχες- – παιδικές ιστορίες του Ρόαλντ Νταλ και κάποια στιγμή διαφωνούν. Ο Πάμπλο λέει χίλιες φορές ότι «δεν υπάγχουν μάγισσες» (σ.σ.: ο τρόπος που ο γιος του λέει το συγκεκριμένο ρήμα). Ο Σέρχιο επιμένει ότι υπάρχουν.

Αφήνοντας τον γιο του να κοιμηθεί θυμάται: «Στον διάδρομο, πριν φτάσω στο σαλόνι, αρχίζω να ξύνομαι. Στα χέρια, στην πλάτη, στα μαλλιά. Υπάρχουν φορές που το δέρμα του κεφαλιού μου ερεθίζεται σαν να υποφέρει από το έκζεμα κάποιας μάγισσας… Μισανοίγω την πόρτα και δεν την αφήνω ορθάνοιχτη, για να μην μπει στον πειρασμό να σηκωθεί, να εμφανιστεί στο σαλόνι και να ανακαλύψει πως οι μάγισσες όχι μόνο υπάγχουν, αλλά πως είναι κι οι γονείς του».

Ο Στάλιν

Οι εικόνες αυτές επανέρχονται στο βιβλίο και αφορούν την αυτοάνοση φλεγμονώδη ασθένεια που αποτελεί μέρος της καθημερινότητας περίπου 125 εκατομμυρίων ανθρώπων παγκοσμίως – 14 εκ των οποίων στην Ευρώπη (με την 29η Οκτωβρίου μάλιστα να αφιερώνεται ως Παγκόσμια Ημέρα ακριβώς στην ψωρίαση).

Η ζωή τους μπορεί να μην έχει εξίσου μυθιστορηματική διάσταση με τους ήρωες που χρησιμοποιεί ο ισπανός συγγραφέας στο μεικτό είδος που υπογράφει. Ενας από αυτούς, η Αυτού Σοβιετικότης, Ιωσήφ Στάλιν, εντάσσεται στην αφήγηση, καθώς ο Μολίνα αντλεί από αρκετές πηγές σχετικά με τον «πατερούλη».

Να τι γράφει ήδη στην αρχή της βιογραφίας του ο Σάιμον Σέμπαγκ Μοντεφιόρε: «Ο Στάλιν υπήρξε ένας ξύπνιος διανοούμενος, ο οποίος διάβαζε μανιωδώς ιστορία και λογοτεχνία, ένας ανήσυχος υποχόνδριος που υπέφερε από χρόνια αμυγδαλίτιδα, ψωρίαση, ρευματικούς πόνους εξαιτίας της δυσμορφίας του χεριού του και της παγωνιάς κατά τη διάρκεια της εξορίας του στη Σιβηρία» («Στάλιν, η αυλή του Κόκκινου Τσάρου», εκδ. Ποταμός, μτφ. Ρόζα Ιωαννίδου, 2005).

Ο αμερικανός συγγραφέας Τζον Απντάικ, από την άλλη, που χάρισε τον «Λαγό» στην παγκόσμια λογοτεχνία, γράφει στα απομνημονεύματά του με αγαπητικό τρόπο για τη νόσο: είναι η μετουσίωση της ίδιας του της ύπαρξης. «Πάντα όταν έδειχνα, στη συνεσταλμένη μου ζωή, κάποιο κουράγιο και αυθεντικότητα οφειλόταν στο δέρμα του».

Οι ιστορίες αυτές περιγράφουν τελικά μια ανθρώπινη εμπειρία, ισχυρίζεται ο Μολίνα: τον φόβο να αποκαλυφθεί στους άλλους ποιοι είμαστε πραγματικά. «Αποτυγχάνουν όμως να περιγράψουν τη βαθύτερη φύση του καλού και του κακού» σχολιάζει ο Andre van Loon στο «London Review of Books». Αν μένει κάτι πάντως για δεύτερη ανάγνωση – που ενδεχομένως αφορά τις διακρίσεις και τον ρατσισμό – είναι το βάθος κάτω από μια επιφάνεια.

«Τι απαίσιο που είναι αυτό, είπα μέσα μου, να χρησιμοποιείς την αρρώστια ως μεταφορά για να εξηγήσεις την καταστροφή των συνοικιών…Η Σούζαν Σόνταγκ έγραψε ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Η νόσος ως μεταφορά», από το οποίο έμαθα πόσο αντικανονική μπορεί να είναι η μεταφορά της σημασιολογίας της νόσου και της υγείας για την εξήγηση κοινωνικών και πολιτικών φαινομένων. Οταν συγκρίνεται η διαφθορά με τον καρκίνο, όταν λέγεται πως η δημοκρατία ασθενεί, όταν οι πολιτικοί αναφέρονται στα σχέδιά τους ως θεραπείες ή όταν μιλούν για ένα έθνος σαν να ήταν ασθενής που χρειάζεται χειρουργούς με πυγμή και γιατρούς για να αντιμετωπίσουν τη νόσο της ανεργίας ή της φτώχειας, όλα λασπώνονται με μια αόρατη ευτέλεια, επειδή ισχυροποιείται η κλασική έννοια της νόσου ως λοιμού. Κάτι που πρέπει να υποστεί αφαίρεση, τομή, επέμβαση. Αντί να είναι αντικείμενο φροντίδας, ο ασθενής μετατρέπεται σε εστία που πρέπει να εξαλειφθεί κι αυτό μεταφέρεται στον τρόπο που μιλούν για εκείνον».

Πηγή: in.gr