του Κας Μούντε* 

Το περασμένο Σάββατο, ένας λευκός έφηβος ταξίδεψε πάνω από 300 χιλιόμετρα για να βρεθεί σε μια γειτονιά μαύρων στο Μπάφαλο, της Νέας Υόρκης, όπου σκότωσε δέκα ανθρώπους και τραυμάτισε άλλους τρεις σε ένα παντοπωλείο. Οπως και άλλοι ακροδεξιοί τρομοκράτες τα προηγούμενα χρόνια, μετέδωσε ζωντανά την επίθεσή του και άφησε ένα «μανιφέστο». Και, όπως επίσης έχει συμβεί έπειτα από προηγούμενες τρομοκρατικές επιθέσεις, ειδικοί και δημοσιογράφοι αναμεταδίδουν ευχαρίστως το μήνυμά του και κατηγορούν τα κοινωνικά μέσα και την κυβέρνηση για την τραγωδία.

Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Μπορούμε να συζητούμε αενάως για την καλύτερη ρύθμιση των κοινωνικών μέσων ή να καλούμε για περισσότερα κεφάλαια και εξουσίες για τις δημόσιες και ιδιωτικές «αντιτρομοκρατικές» οργανώσεις, όμως τίποτε από αυτά δεν θα μας κάνει ασφαλέστερους όσο το ευρύτερο συντηρητικό κίνημα θα υιοθετεί και θα διαδίδει ακροδεξιά προπαγάνδα.

Εδώ αξίζει να επαναλάβουμε πως το αποκαλούμενο «μανιφέστο» του τρομοκράτη περιλαμβάνει πολλά από τα στερεότυπα της Ακροδεξιάς, συμπεριλαμβανομένης της περιβόητης Θεωρίας της Μεγάλης Αντικατάστασης.

Συνδεόμενη συχνά με τον αντισημιτισμό, αυτή η θεωρία θεωρεί ότι «η Αριστερά» στηρίζει τα «ανοιχτά σύνορα», με στόχο να αντικαταστήσει τους «κανονικούς ανθρώπους» με «μετανάστες», οι οποίοι αποτελούν ένα κατώτερο είδος και, κατά συνέπεια, είναι ευκολότερο να ελεγχθούν. Εκδοχές αυτής της θεωρίας παραπέμπουν τουλάχιστον στους ορίτζιναλ Λαϊκιστές των μέσων του 19ου αιώνα, όμως στη σημερινή της μορφή είναι παρούσα από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 στις τάξεις της μεταπολεμικής Ακροδεξιάς της Ευρώπης. Σήμερα, αυτοί οι άνθρωποι και οι συγκεκριμένες ιδέες έχουν καταστεί τμήμα του κυρίαρχου πολιτικού γίγνεσθαι.

Σε λίγες όμως χώρες αυτή η διαδικασία έχει αποδειχθεί τόσο επιτυχημένη όσο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου οι βασικοί εκπρόσωποι αυτού του ρεύματος, όπως ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Τάκερ Κάρλσον, προπαγανδίζουν την παραπάνω θεωρία με μεγάλη επιτυχία. Μόλις μερικές ημέρες πριν από την τρομοκρατική επίθεση, άλλωστε, δημοσκόπηση έδειξε ότι σχεδόν οι μισοί Ρεπουμπλικανοί πιστεύουν αυτή τη θεωρία συνωμοσίας.

Στην πράξη, η ισχύς τους είναι σήμερα τόσο μεγάλη στην Ουάσιγκτον που είναι σχεδόν αδύνατο να χρησιμοποιήσει κανείς έναν όρο ο οποίος να είναι αποδεκτός και από τις δύο πλευρές του πολιτικού σκηνικού. Οι Ρεπουμπλικανοί είναι επιφυλακτικοί απέναντι σε όρους όπως «Ακρα Δεξιά» και «ρατσισμός», επειδή φοβούνται ότι ενδέχεται να περιλαμβάνουν ομάδες και ιδέες τις οποίες συμπαθούν. Κι αυτό δεν είναι αναίτιο. Το κόμμα έχει καταστεί ακροδεξιό, προωθώντας ρατσιστικά επιχειρήματα, αμέσως και εμμέσως. Πολλοί δε οργανισμοί στο πλαίσιο του ευρύτερου «συντηρητικού» κινήματος έχουν ακολουθήσει αυτή την τάση, από το Fox News μέχρι το Turning Point USA.

Το Δημοκρατικό Κόμμα και ο πρόεδρος Τζο Μπάιντεν οφείλουν να κάνουν περισσότερα γύρω από αυτό το θέμα. Η θλιβερή πραγματικότητα είναι πως η καταπολέμηση της Ακροδεξιάς έχει καταστεί ένα εξόχως παραταξιακό ζήτημα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Κάθε προσπάθεια να αποκτήσει διακομματικά χαρακτηριστικά θα σήμαινε την άμβλυνση των μέτρων και τον περιορισμό τους στις πιο εξτρεμιστικές εκφράσεις του φαινομένου.

Εάν ο Μπάιντεν και οι Δημοκρατικοί θέλουν στα σοβαρά να αντιμετωπίσουν τη λευκή υπεροχή, συμπεριλαμβανομένου του θεσμικού ρατσισμού, είναι αναγκασμένοι να το κάνουν χωρίς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Κι αυτό διότι στη σημερινή του μορφή, όχι απλώς δεν αποτελεί μέρος της λύσης του προβλήματος, αλλά αντιπροσωπεύει μεγάλο τμήμα του ίδιου του προβλήματος.

* Ο Κας Μούντε είναι ολλανδός πολιτικός επιστήμονας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τζόρτζια των ΗΠΑ. Είναι ειδικός στον πολιτικό εξτρεμισμό και στον λαϊκισμό στην Ευρώπη και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Βιβλία του κυκλοφορούν στα ελληνικά με πιο πρόσφατο το «Η ακροδεξιά σήμερα» (εκδ. Επίκεντρο, 2020)

Πηγή: in.gr