Εκ πρώτης όψης, το πιάτο δεν φάνταζε κάτι ιδιαίτερο. Για την ακρίβεια, ήταν μάλλον ένα «αλμυρό» ορεκτικό, εάν λάβει κανείς υπόψη του ότι ήταν μόλις τέσσερις κοτομπουκιές, που κόστιζαν 23 δολάρια.

Όμως, όταν αυτό το πιάτο πρωτοσερβρίστηκε προ διμήνου στο εστιατόριο του ελιτίστικου, κλειστού κλαμπ 1.880  στη Σιγκαπούρη, γράφτηκε ιστορία. Ήταν, βλέπετε, η πρώτη φορά στον κόσμο που διατίθετο προς κατανάλωση κοτόπουλο φτιαγμένο… στο εργαστήριο.

Αυτού του νέου είδους παραγωγής κόκκινου και λευκού κρέατος θεωρείται από πολλούς το νέο «Ελ Ντοράντο» για την παγκόσμια βιομηχανία τροφίμων. Κρέατα, πουλερικά, ακόμη και ψάρια, που δεν έχουν γεννηθεί από ζώα του είδους τους, παρά προέκυψαν από κύτταρα και ειδικές τεχνικές επεξεργασίας τους στα εργαστήρια.

Κρέας κατ’ όνομα;

«Η παραγωγή γίνεται από ένα μικρό δείγμα ζωικών κυττάρων», εξηγεί την περίπλοκη διαδικασία στην ιστοσελίδα της η μκο «The Good Food Institute». «Αυτά καλλιεργούνται σε μια δεξαμενή [βιοαντιδραστήρα], όπου παρέχονται ζέστη και νερό, πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, λίπη, βιταμίνες και μέταλλα, τα οποία απαιτούνται για την ανάπτυξη μυών. Το αποτέλεσμα είναι κρέας, πουλερικά και ψάρια, που μοιάζουν, έχουν γεύση και μαγειρεύονται όπως και η παραδοσιακή εκδοχή τους».

Μόνη μέχρι στιγμής στον κόσμο, η ρυθμιστική αρχή της Σιγκαπούρης έκρινε ότι το εργαστηριακό αυτό προϊόν -εν προκειμένω κοτόπουλο- είναι ασφαλές προς κατανάλωση. Εξ ου και έδωσε το «πράσινο φως» για τη διάθεσή του.

Για την παρασκευάστρια εταιρεία Eat Just, με έδρα το Σαν Φρανσίσκο, ήταν ένα τεράστιο βήμα. Τα βήματά της, ωστόσο, ακολουθούν από κοντά πάνω από 70 startups ανά τον κόσμο, που διεκδικούν κι αυτές μερίδιο στον νέο, ανερχόμενο κλάδο της βιομηχανίας τροφίμων.

Η ανάπτυξή του είναι θεαματική μέσα στην τελευταία πενταετία. Το 2015, για παράδειγμα, υπήρχαν μόλις τέσσερις εταιρείες που πειραματίζονταν με την εργαστηριακή παρασκευή κρέατος από ζωϊκής προέλευσης κύτταρα.

Πακτωλοί χρημάτων

Οι επενδύσεις στον κλάδο εξαπλασιάστηκαν μέσα στο 2020.

Μόνο η αμερικανική Memphis Meats, επίσης με έδρα το Σαν Φρανσίσκο – που έφτιαξε το 2016 το πρώτο της εργαστηριακό κεφτεδάκι – συγκέντρωσε πέρυσι 186 εκατομμύρια δολάρια από διάφορους επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων του Μπιλ Γκέιτς και του Ρίτσαρντ Μπράνσον.

Η ολλανδική Mosa Meat, που το 2013 λάνσαρε – με τη στήριξη του συνιδρυτή της Google, Σεργκέι Μπριν – το πρώτο φτιαγμένο σε εργαστήριο μπιφτέκι, αύξησε πέρυσι το προσωπικό της από τα 30 στα 62 άτομα και συγκέντρωσε πάνω από 75 εκατομμύρια δολάρια σε επενδύσεις. Στόχος της; Να αυξήσει την παραγωγή, μειώνοντας το κόστος, ώστε να κατακλύσει σύντομα την αγορά με τα μπιφτέκια της, βγαλμένα κατευθείναν από το εργαστήριο.

Στο μεσοδιάστημα, η ισραηλινή Aleph Farms παρουσίασε προ ημερών την πρώτη εργαστηριακή μπριζόλα ribeye και ανακοίνωσε συνεργασία με τη Mitsubishi, προλειαίνοντας έτσι το έδαφος για τη μελλοντική διάθεση των προϊόντων της στην μακρινή Ιαπωνία.

Άλλες δύο εταιρίες, οι BlueNalu και Finless Foods ρίχνονται και αυτές στη μάχη, εστιάζοντας στην παρασκευή στο εργαστήριο και ψαρικών…

Υπέρ και κατά

Τα επιχειρήματα όσων στηρίζουν τον νέο αυτό κλάδο είναι ποικίλα και πολλά.

Μιλούν για «ηθική» και «βιώσιμη» παραγωγή, χωρίς τη χρήση αντιβιοτικών σε ζώα. Χωρίς να είναι αναγκαία η σφαγή τους. Χωρίς η βιομηχανικής κλίμακας κτηνοτροφία να συνεισφέρει στην επιδείνωση του φαινομένου του θερμοκηπίου, με την έκλυση τόνων ρυπογόνων αερίων. Χωρίς να καταστρέφονται τεράστιες εκτάσεις για την εκτροφή τους (υπολογίζεται ότι το ένα τρίτο της καλλιεργήσιμης γης παγκοσμίως διατίθεται σήμερα αποκλειστικά για βοσκή ή καλλιέργεια ζωοτροφών).

Μέχρι το 2025, εν τω μεταξύ, υπολογίζεται ότι η κατανάλωση κρέατος (κόκκινου και λευκού) και γαλακτοκομικών θα αυξηθεί σχεδόν 70%.  Μόνο για την εκτροφή του απαιτούμενου αριθμού ζώων, παρατηρεί ο ιστότοπος Politico, «θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία η αποψίλωση εκτάσεων διπλάσιου εμβαδού από αυτού της Ινδίας»!

Στο ορατό ορίζοντα, βέβαια, υπάρχουν ακόμη πολλές εκκρεμότητες και ανοιχτά μέτωπα μέχρι το τεχνητό κρέας να καταλήξει στο πιάτο μας.

Κατ’ αρχήν, απαιτείται η αδειοδότηση των κρατικών ρυθμιστικών αρχών για τη ασφαλή διάθεσή του στην αγορά. Και, ίσως το βασικότερο, μένει να φανεί η υποδοχή που θα επιφυλάξουν οι καταναλωτές σε προϊόντα αυτού του είδους και κατά πόσο τελικά διατίθενται να τα εντάξουν στην καθημερινή διατροφή τους.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr