Περισσότεροι από 467.000 Έλληνες πολίτες μετανάστευσαν σε χώρες της Ευρώπης αλλά και στην Αυστραλία και Αμερική τη δεκαετία της οικονομικής κρίσης και το μνημονίων, ενώ σύμφωνα με στοιχεία, στην πορεία επέστρεψαν 275.000. Αυτό σημαίνει ότι περίπου 192.000 συμπολίτες μας παραμένουν στο εξωτερικό ως οικονομικοί μετανάστες και μέχρι στιγμής δεν τους έχουν δοθεί ισχυρά κίνητρα για να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Στο πλαίσιο αυτό το υπουργείο Οικονομικών καθιερώνει ισχυρές φορολογικές ελαφρύνσεις οι οποίες, ωστόσο, από μόνες τους δεν είναι σίγουρο ότι θα δημιουργήσουν εκείνες τις συνθήκες και προϋποθέσεις ώστε ένας επιστήμονας που βρίσκεται τα τελευταία 5 ή 7 χρόνια στο εξωτερικό να πάρει την απόφαση και να επιστρέψει στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με ανώτερο παράγοντα του υπουργείου Οικονομικών, τα φορολογικά κίνητρα που θεσπίστηκαν πρόσφατα ήταν αποτέλεσμα συζήτησης με διάφορες φορείς αλλά και ομάδες πολιτών που βρίσκονται από τα χρόνια της κρίσης στο εξωτερικό, ενώ ο ίδιος δηλώνει στον Οικονομικό Ταχυδρόμο αισιόδοξος ότι θα υπάρξουν κινήσεις επαναπατρισμού.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ίδιος παράγοντας, μετά το πέρας της πανδημίας και την επιστροφή της χώρας σε υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, το ενδιαφέρον για επαναπατρισμό των οικονομικών μεταναστών ολοένα και θα αυξάνεται, ενώ αν σε πρώτη φάση επιστρέψει ένα 20% εκείνων που παραμένουν στο εξωτερικό θα θεωρηθεί επιτυχία.

Το προφίλ των ξενιτεμένων

Σύμφωνα με έρευνα του ΣΕΒ, συνολικά την περίοδο 2008-17 έφυγαν από τη χώρα 467.765 Έλληνες πολίτες, με την καθαρή μετανάστευση (εκροές-εισροές) να ανέρχεται σε 192.493 άτομα – περίπου 1,9% του μέσου πληθυσμού της περιόδου 2008-2017.

Η ίδια έρευνα που εκπονήθηκε πέρυσι λίγο πριν ξεσπάσει η πανδημία του κορωνοϊού δείχνει μαζική φυγή συμπολιτών μας με υψηλού επιπέδου προσόντα και δεξιότητες στο εξωτερικό, σε αναζήτηση καλύτερης εργασιακής προοπτικής, ως βασική συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Οι πολίτες που αναζήτησαν μία θέση εργασίας στο εξωτερικό προέρχονται από το πιο παραγωγικό κομμάτι της Ελληνικής κοινωνίας με το 51,4% να είναι στην κρίσιμη» ηλικιακή κατηγορία 25-44, και σχεδόν στο 70%, απόφοιτοι ανώτατης εκπαίδευσης. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες έρευνες, μεγάλος αριθμός αυτών που έφυγαν, είτε δεν σκοπεύουν να γυρίσουν καθόλου, είτε προσδιορίζουν τον επαναπατρισμό τους στο απώτερο μέλλον και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις.

Ο όρος brain drain (διαρροή εγκεφάλων) αναφέρεται στη μαζική εκροή ανθρώπων που διαθέτουν υψηλού επιπέδου προσόντα και δεξιότητες από μια γεωγραφική περιοχή για μόνιμη εγκατάσταση σε άλλες γεωγραφικές περιοχές. Mεταξύ 2008 και 2012 οι ετήσιες εκροές Ελλήνων πολιτών υπερτριπλασιάστηκαν φτάνοντας τα 65.264 άτομα (από 19.088). Παρά τη σταδιακή μείωση της έντασης του φαινομένου η μετανάστευση Ελλήνων προς το εξωτερικό παρέμεινε μέχρι το 2017 (τελευταίο έτος για το όποιο υπάρχουν στοιχεία), υπερδιπλάσια σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα – πάνω από 50.000 αναχωρήσεις ανά έτος, ενώ η καθαρή εκροή υπερβαίνει τις 20.000 ανά έτος.

H συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων που μετανάστευσαν (86,3%) ήταν εργάσιμης ηλικίας (15-64 ετών), ενώ περίπου ένας στους δύο (51,4%) προέρχεται από την «κρίσιμη» ηλιακή κατηγορία 25-44. Για τις εργάσιμες ηλικίες (15-64) η καθαρή εκροή της περιόδου 2008-2017 ανέρχεται σε 189.649 άτομα (98,5% του συνόλου της καθαρής εκροής) εκ των οποίων οι 125.397 ανήκουν στην «κρίσιμη» ηλικιακή κατηγορία 25-44 (65,1% του συνόλου της καθαρής εκροής).

Οι ροές των Ελλήνων μεταναστών της συγκεκριμένης περιόδου κατευθύνθηκαν κυρίως προς ένα μικρό αριθμό Ευρωπαϊκών χωρών, με προεξάρχουσα τη Γερμανία που φαίνεται ότι απορροφά σχεδόν τους μισούς εξ αυτών. Σημαντική μετανάστευση υπάρχει επίσης προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Από τις υπερπόντιες χώρες μόνο η Αυστραλία δείχνει να αποτελεί σημαντικό μεταναστευτικό προορισμό.

Ως βασικός λόγος της μετανάστευσης των παραπάνω πολιτών είναι η ανεργία που προέκυψα τα χρόνια της κρίσης και το σχετικά χαμηλό επίπεδο των καθαρών οικονομικών απολαβών που έχουν οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα κυρίως λόγω της υψηλής φορολογίας και των εισφορών εργαζομένων και επιχειρήσεων που ανεβάζουν το μη μισθολογικό κόστος της εργασίας.

Τα φορολογικά κίνητρα επαναπατρισμού

Με την έκδοση της κανονιστικής απόφασης που ρυθμίζει τη διαδικασία και τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ειδικού τρόπου φορολόγησης εισοδήματος από μισθωτή εργασία και επιχειρηματική δραστηριότητα για φυσικά πρόσωπα τα οποία μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στην Ελλάδα, συμπληρώνεται το φορολογικό πλαίσιο για την προσέλκυση επενδύσεων και ανθρώπινου κεφαλαίου που θεσπίστηκε διαδοχικά με άρθρα του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος.

Το πρώτο βήμα έγινε με τον νόμο 4646/2019, ο οποίος προβλέπει τη δυνατότητα εναλλακτικής φορολόγησης του παγκόσμιου εισοδήματος για νέους φορολογικούς κατοίκους που πραγματοποιούν σημαντικές επενδύσεις στην Ελλάδα.

Στη συνέχεια, ο νόμος 4714/2020 επέκτεινε την εναλλακτική φορολόγηση σε δικαιούχους σύνταξης εξωτερικού, οι οποίοι μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία στη χώρα μας.

Στα φορολογικά κίνητρα εγκατάστασης στην Ελλάδα συγκαταλέγονται οι διατάξεις του νόμου 4758/2020, που στοχεύουν στην προσέλκυση αλλοδαπών εργαζομένων και αυτοαπασχολούμενων, αλλά και Ελλήνων που έφυγαν από τη χώρα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.

Το ενδιαφέρον για την υπαγωγή στις νέες διατάξεις εκτιμάται ότι θα είναι αυξημένο, δεδομένου ότι προβλέπουν, για φυσικά πρόσωπα που μεταφέρουν τη φορολογική τους κατοικία και θα απασχοληθούν σε νέες θέσεις εργασίας ή θα προβούν σε έναρξη δραστηριότητας ως αυτοαπασχολούμενοι, απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος και από την ειδική εισφορά αλληλεγγύης του 50% του εισοδήματος που θα αποκτούν στην Ελλάδα για μία επταετία.

Πηγή ot.gr

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr