Οι δρόμοι της Αθήνας χωρίζονται σε δύο κόσμους, εκείνον τον αστραφτερό και γεμάτο φωτεινούς δρόμους της πλατείας Συντάγματος και των ακριβών ξενοδοχείων και εστιατορίων και εκείνον που τα φώτα της πόλης σταμάτησαν να φωτίζουν να νεοκλασικά κτίρια του ιστορικού κέντρου, που τα μάρμαρα των εισόδων τους έχουν γίνει «στέκια» των διακινητών ναρκωτικών.

Η πλατεία Ομονοίας φαντάζει σαν σύνορο ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους, όπου στον πρώτο οι περιπατητές τους κρατούν τις καινούργιες τους τσάντες, ενώ στον δεύτερο μια σύριγγα τα τα «φιξάκια» των ντίλερς στο χέρι.

Σύριγγες πεταμένες, αυτοκίνητα παραβιασμένα, μηχανάκια παρατημένα και είσοδοι κτιρίων κατειλημμένες από τοξικομανείς, οι οποίοι έχουν βρει εκεί προσωρινά καταλύματα.

Επί της Αγίου Κωνσταντίνου, τα φώτα του Εθνικού Θεάτρου προσπαθούν, αν και μάταια, να ρίξουν φως στα στενά, ώστε να γίνει η διαδρομή προς αυτό περισσότερο ασφαλής.

Όσοι όμως γνωρίζουν καλά το κέντρο της Αθήνας γνωρίζουν ποιοι δρόμοι πρέπει να… αποφεύγονται και γιατί.

Λίγο μετά τις 9 το βράδυ, μια παρέα τουριστών κατεβαίνουν αμέριμνα την Μενάνδρου προς άγνωστο προορισμό. Τα βλέμματά τους ανταλλάχθηκαν αστραπιαία με τους ντίλερς οι οποίοι είχαν περικυκλώσει μια μικρή ομάδα «ζωντανών – νεκρών». Χωρίς δεύτερη σκέψη επέλεξαν να γυρίσουν πίσω προς τη Πατησίων.

Η ζωή λίγο πιο πέρα από την πλατεία Μάρνης, από τη συμβολή Χαλκοκονδύλη και Μενάνδρου, παύει μετά τις 8 το βράδυ. Οι καταστηματάρχες κλείνουν από νωρίς τα μαγαζιά τους ευχόμενοι να καταφέρουν να φύγουν με το φως του ηλίου ενώ οι πιο θαρραλέοι καλούν τις παρέες τους για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τυχόν προβλήματα.

Τη θέση των τουριστών παίρνουν τώρα ύποπτα «ντίλια» και η ανομία.

Το ταξίδι στον κόσμο των ναρκωτικών έχει ήδη ξεκινήσει. Με χέρια τρεμάμενα αναζητούν υγιή φλέβα να «χτυπήσουν» τη δόση τους, στα χέρια, τα πόδια, ακόμα και στα γενετικά όργανα, ενώ οι διακινητές πλουτίζουν με τον πόνο τους.

Κραυγή αγωνίας

«Παρά τις προσπάθειες των εργαζομένων και των κατοίκων της περιοχής, αυτό που ζούμε τα τελευταία χρόνια είναι η έντονη υποβάθμισή της και η καθημερινή αγωνία ημών αλλά και των επισκεπτών για την ασφάλεια και τη σωματική μας ακεραιότητα» αναφέρουν στην επιστολή τους προς τον δήμαρχο Αθηναίων και τους υπουργούς Προστασίας του Πολίτη και Πολιτισμού οι εργαζόμενοι του Εθνικού Θεάτρου.

Οπως υπογραμμίζουν, «το «επίσημο» εμπόριο, η διακίνηση και η διανομή των ναρκωτικών ουσιών του κέντρου της Αθήνας, διενεργείται ανενόχλητα δίπλα από το Αστυνομικό Τμήμα της Ομόνοιας και στο πίσω μέρος του κτιρίου της Δημοτικής Αστυνομίας».

«Καθημερινά, σχεδόν όλο το 24ωρο, η περιοχή μετατρέπεται σε σημείο συνάντησης διακινητών και εξαρτημένων ατόμων με τραγικές συνέπειες για την υγεία και την ασφάλεια κατ’ αρχήν των ίδιων και κατά συνέπεια όλων μας», συνεχίζουν, ζητώντας την άμεση παρέμβαση της πολιτείας, ώστε να λυθεί ένα ζήτημα «που τα τελευταία τρία χρόνια γιγαντώνεται».

Κυνηγούν τους ντίλερς με κίνδυνο τη ζωή τους

Την ίδια ζοφερή πραγματικότητα περιγράφουν στο in οι επαγγελματίες και οι κάτοικοι της περιοχής. «Έχουμε τεράστια προβλήματα και προσπαθούμε να απαλλαγούμε από αυτό το πράγμα εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ολα αυτά που είδατε συμβαίνουν μπροστά στην πόρτα μας. Πληρώνουμε από την τσέπη μας για να κλείνουμε στοές στις οποίες φωλιάζουν οι χρήστες. Εχουμε απομονωθεί κοινωνικά, αφού ο φόβος κυριαρχεί ακόμα και με το φως του ηλίου» λέει ο Γιάννης Κοτρώνης, επαναλαμβάνοντας ότι όλα αυτά συμβαίνουν στα 150 μέτρα από την… ανακαινισμένη Ομόνοια. «Εχω διαβιβάσει το θέμα προς πάσα κατεύθυνση και έχω λάβει απαντήσεις ξύλινες. Η περιοχή παρουσιάζει σημάδια εγκατάλειψης – από τα πεζοδρόμια μέχρι τον φωτισμό και όλο αυτό» καταλήγει. «Η περιοχή παρουσιάζει ένα πρόβλημα εγκατάλειψης από τα πεζοδρόμια μέχρι φωτισμό και όλο αυτό ενθαρρύνει την εγκατάσταση τους. Με δυο λόγια χάλια».

«Το κύριο πρόβλημα είναι η διακίνηση που γίνεται. Ζω με την οικογένειά μου εδώ, ενώ έχω και την επιχείρησή μου στην περιοχή. Μέρα μεσημέρι βλέπουμε τους διακινητές και γύρω τους μαζεύονται οι χρήστες που παίρνουν τις δόσεις και φεύγουν. Βλέπουμε τις σύριγγες παντού στους δρόμους. Τα παιδιά μας έχουν μεγαλώσει με αυτές τις εικόνες. Τα τοξικοεξαρτημένα άτομα δεν μας έχουν δημιουργήσει ποτέ πρόβλημα. Ισα-ίσα, όποτε μπορούμε, τους παρέχουμε τροφή και οτιδήποτε μας ζητήσουν. Το βλέπουμε, άλλωστε, από την ανθρώπινη πλευρά. Τους διακινητές τούς έχουμε κυνηγήσει, με κίνδυνο της ζωής μας. Γίνονται επιχειρήσεις-σκούπα αλλά πρόκειται για ημίμετρο. Δεν αντιμετωπίζεται έτσι ένα τέτοιο πρόβλημα» εξηγεί ο Νίκος Κωνσταντάκης.

Πηγή: in.gr