Δύο ημέρες μετά την ορκωμοσία του ως καγκελάριου, ο Ολαφ Σολτς ταξίδεψε στο Παρίσι για να συναντήσει τον Εμανουέλ Μακρόν και να επιβεβαιώσει εμφατικά τη σημασία του «γαλλογερμανικού άξονα».

Εκεί, όπως ήταν αναπόφευκτο, δέχτηκε και μια ερώτηση η οποία θα μπορούσε να τον φέρει σε δύσκολη θέση: Ποια είναι η θέση του ίδιου και της τρικομματικής κυβέρνησής του για την εμμονή της Γαλλίας και του Μακρόν με την ατομική ενέργεια, την ώρα που η Γερμανία ετοιμάζεται να την εγκαταλείψει πλήρως ως το τέλος του 2022;

Ως έμπειρος πολιτικός, βεβαίως, ο Σολτς επέλεξε να… πετάξει την μπάλα στην εξέδρα. «Κάθε χώρα προωθεί τη δική της στρατηγική προκειμένου να καταπολεμήσει την ανθρωπογενή κλιματική αλλαγή. Αυτό που μας ενώνει είναι ότι αναγνωρίζουμε αυτή την ευθύνη και ότι είμαστε φιλόδοξοι» είπε – προχωρώντας στην επόμενη και πιο ανώδυνη ερώτηση.

Στην πραγματικότητα, ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά, ενώ ούτε το Βερολίνο ούτε το Παρίσι θα μπορέσουν να αποφύγουν το συγκεκριμένο ζήτημα.

Πολύ περισσότερο που έχει να κάνει με δύο κυριολεκτικά «καυτά» μέτωπα: Αφενός, την ενεργειακή κρίση και ακρίβεια που πλήττει την Ευρώπη και τους «27» της ΕΕ και, αφετέρου, τον ορισμό των κριτηρίων που θα διέπουν το πρόγραμμα «Fit for 55» και τη συνακόλουθη κατανομή των κονδυλίων που θα διατεθούν τις επόμενες 2-3 δεκαετίες, στο πλαίσιο της μετάβασης στην «πράσινη οικονομία».

Με άλλα λόγια: Τι θα ψηφίσουν οι μόνιμοι αντιπρόσωποι των δύο χωρών και ποια θέση θα τηρήσουν οι ηγέτες τους όταν θα κληθούν να απαντήσουν εάν η ατομική ενέργεια συγκαταλέγεται ή όχι στις «καθαρές μορφές» και, κατά συνέπεια, δικαιούται ενισχύσεων, κινήτρων και χρηματοδότησης;

Για τον Μακρόν, τα πράγματα είναι μάλλον καθαρά. Ο ίδιος, άλλωστε, ανακοίνωσε πρόσφατα ότι ύστερα από πολλά χρόνια το πυρηνικό πρόγραμμα της Γαλλίας τίθεται σε προτεραιότητα και αναβαθμίζεται, ενώ σύντομα θα μπει σε εφαρμογή και το σχέδιο κατασκευής μιας νέας γενιάς αντιδραστήρων.

Ολα δείχνουν, μάλιστα, ότι στην πορεία προς τις κρίσιμες εκλογές του ερχόμενου Απριλίου αυτό είναι το τελευταίο που ανησυχεί τον νυν πρόεδρο, καθώς στη χώρα – που καλύπτει περίπου το 70% των αναγκών της σε ηλεκτρική ενέργεια από τους υπάρχοντες αντιδραστήρες – υπάρχει ευρύτερη συναίνεση στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Δεν ισχύει, όμως, κάτι ανάλογο για τον νέο καγκελάριο της Γερμανίας, ο οποίος αντιμετωπίζει ένα διπλό πρόβλημα – τεχνικής και πολιτικής φύσης.

Οσον αφορά το πρώτο, προκύπτει από το γεγονός ότι σήμερα κάθε πολίτης της χώρας εκπέμπει κατά μέσο όρο διπλάσιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα σε σύγκριση με κάθε Γάλλο.

Επιπλέον, μετά το οριστικό λουκέτο στους εναπομείναντες αντιδραστήρες, αναγκαστικά θα αυξηθεί η χρήση των ορυκτών καυσίμων για να καλυφθούν οι ανάγκες, τουλάχιστον για ένα μεγάλο μεταβατικό διάστημα, κάτι που με τη σειρά του θα αυξήσει και τις εκπομπές διοξειδίου και άλλων «αερίων του θερμοκηπίου».

Το δεύτερο πρόβλημα έχει να κάνει με την παρουσία στην κυβέρνηση Σολτς ενός κόμματος που είχε και έχει ως ένα από τα βασικά του συνθήματα το «Ατομική ενέργεια; Οχι, ευχαριστώ!».

Πρόκειται, βεβαίως, για τους Πράσινους, οι οποίοι δύσκολα θα συναινέσουν σε αλλαγή θέσης – όχι μόνο εντός συνόρων, αλλά και στην ΕΕ, απέναντι στη Γαλλία.

Η αλήθεια, δε, είναι ότι τα πράγματα σοβαρεύουν ακόμη περισσότερο για τον Σολτς επειδή οι Γάλλοι και ο Μακρόν δείχνουν να έχουν βρει ένα κατάλληλο «εργαλείο» που τους επιτρέπει να αποκτήσουν νέους συμμάχους στην Ευρώπη.

Ανάμεσά τους και οι – κατά τα άλλα «άτακτες» – χώρες που απαρτίζουν την «Ομάδα του Βίσεγκραντ», οι οποίες συμφωνούν απολύτως με την ανάγκη διατήρησης της ατομικής ενέργειας στο «χαρτοφυλάκιό» τους, αν όχι ενίσχυσής της. Υπό αυτή την έννοια, η θερμή υποδοχή που επιφυλάχθηκε πρόσφατα στον Μακρόν από τον Ορμπαν στη Βουδαπέστη δεν είναι τυχαία…

Καθώς δε και η Ολλανδία, μια από τις στενότερες συμμάχους των Γερμανών, ξανασκέφτεται τη στάση της στο συγκεκριμένο θέμα, ο πονοκέφαλος για τον διάδοχο της Μέρκελ μεγαλώνει.

Πηγή: in.gr