Η τομεάρχης του ΣΥΡΙΖΑ Έφη Αχτσιόγλου εγκάλεσε την κυβέρνηση ότι είναι «παρατηρητής της έλλειψης ρευστότητας από τις τράπεζες στην πραγματική οικονομία». Οι τράπεζες, είπε, έχουν λάβει πρωτοφανή ρευστότητα τα τελευταία δύο χρόνια, την οποία δεν διοχετεύουν στην πραγματική οικονομία. Ακόμα και όταν ένας μέρος της ρευστότητας μεταβιβάζεται στην πραγματική οικονομία, αυτό γίνεται ανισομερώς υπέρ των μεγάλων επιχειρήσεων.

Σημείωσε ότι «το 2020, η ρευστότητα των τραπεζών αυξήθηκε περισσότερο από 40 δισ., όμως διοχετεύτηκαν στην πραγματική οικονομία μόλις 5 δισ.. Εξ αυτών, τα 2,5 δισ. διοχετεύτηκαν περίπου σε 30.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δηλαδή στο 4% του επιχειρηματικού συνόλου. Επίσης, από τον Ιανουάριο έως τον Αύγουστο του 2021, έχουμε μια μείωση κατά 40% των νέων δανείων προς τις επιχειρήσεις. «Οι ροές χρηματοδότησης της πραγματικής οικονομίας βρίσκονται χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2019» διαπίστωσε η κα Αχτσιόγλου.

Οι τράπεζες, είπε η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, όπως φαίνεται από τα στοιχεία του Σεπτεμβρίου, έχουν τοποθετήσει στην ΤτΕ 32 δισ. ευρώ από την πλεονάζουσα ρευστότητα των 40 δισ. ευρώ, ενώ το 8μηνο του 2020 και του 2021, η αναλογία δανείων είναι 1 προς 4 εις βάρος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων σε σχέση με τις μεγάλες, ενώ τα επιτόκια επιχειρηματικών και καταναλωτικών δανείων είναι υπερδιπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου, και των στεγαστικών σχεδόν διπλάσια. Η ίδια επέκρινε τον  υπουργό Οικονομικών, ότι στο πρόβλημα αυτό τοποθετείται ως «παρατηρητής», χωρίς να λέει τι προτίθεται να κάνει η κυβέρνηση – μια στάση που ίσως να την υιοθετεί, ώστε με αυτό τρόπο να αποσείσει την πολιτική ευθύνη που τον βαραίνει για την κατάσταση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η κα  Αχτσιόγλου ζήτησε, με αφορμή σχετικά δημοσιεύματα, την «καθαρή τοποθέτηση του υπουργού Οικονομικών, για το αν όντως τίθεται από τη Eurostat θέμα εγγραφής των εγγυήσεων – περίπου 23 δισ. που έχουν δοθεί στις συστημικές τράπεζες για τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων – στο δημόσιο χρέος» λέγοντας πως «εάν συμβεί κάτι τέτοιο θα είναι μία νάρκη, θα έχουμε τρομερά προβλήματα και φοβερούς κλυδωνισμούς για το δημόσιο χρέος και τη χρηματοοικονομική εμπιστοσύνη της χώρας».

Βολές σε «κυβέρνηση και τράπεζες που οδηγούν στον αφανισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων» επέρριψε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΙΝΑΛ Μιχάλης Κατρίνης. Υπάρχει είπε «αποκλεισμός από τη ρευστότητα, της συντριπτικής πλειονότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων» όταν «οι τράπεζες έως τώρα έχουν αντλήσει περισσότερα από 46 δισ. ευρώ κεφάλαια από το ευρωσύστημα με αρνητικό επιτόκιο, ενώ έχουν αυξηθεί και οι καταθέσεις τους από τον Μάρτιο του 2020 κατά 30 δισ. ευρώ. Παρατήρησε πως οι πιστώσεις τους προς τις επιχειρήσεις συνολικά, είναι κάτι λιγότερο από 8 δισ. ευρώ, καταλογίζοντας στις τράπεζες ότι εφαρμόζουν πολύ αυστηρά κριτήρια, με αποτέλεσμα, μόλις 30.000 επιχειρήσεις σε σύνολο 830.000 ενεργών επιχειρηματικών ΑΦΜ να έχουν πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό, ενώ τη μερίδα του λέοντος των χρηματοδοτήσεων έχουν λάβει οι μεγάλες επιχειρήσεις, όπως πιστοποιεί και η Τράπεζα της Ελλάδος. Υπογράμμισε πως «οι δεσμοί εμπιστοσύνης μεταξύ τραπεζών και μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας, έχουν επικίνδυνα διαρραγεί» και ανέφερε πως οι επιλογές της κυβέρνησης υπηρετούν κατ΄ αποκλειστικότητα τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις και τους μεγάλους επιχειρηματίες, δηλαδή το 1% της οικονομίας, με τις τράπεζες να καλύπτονται πίσω από αυτή την πολιτική. Επισήμανε τον κίνδυνο οι ιδεολογισμοί των τραπεζών με τις διαγραφές κόκκινων δανείων μέσω του ΗΡΑΚΛΗ, να προεγγράψουν  στο δημόσιο χρέος το σύνολο των κρατικών εγγυήσεων 23 δισ. ευρώ, κάτι που θα οδηγήσει τις τράπεζες στην αύξηση των χορηγήσεων στην πραγματική οικονομία. Ζήτησε τέλος, οι τράπεζες να φτιάξουν χρηματοδοτικά προϊόντα προσαρμοσμένα στις ανάγκες των ελληνικών μικρομεσαίων επιχειρήσεων, με κριτήριο τη βιωσιμότητά τους.

Ο βουλευτής του ΚΚΕ Νίκος Καραθανασόπουλος, ζήτησε να πληρώσουν οι τράπεζες και όχι οι επαγγελματίες και οι φορολογούμενοι. Να κουρευτούν γενναία τα «κόκκινα» δάνεια των αυτοαπασχολούμενων επαγγελματιών, τα στεγαστικά και τα αγροτικά δάνεια. Απέδωσε την αιτία της χρεοκοπίας και του κλεισίματος των πολύ μικρών επιχειρήσεων στον καπιταλιστικό  μονοπωλιακό ανταγωνισμό, καθώς όπως είπε, ο τζίρος συγκεντρώνεται σε μεγάλες αλυσίδες και ομίλους. Οι τράπεζες, τόνισε, λειτουργούν ως κερδοσκοπικά ιδρύματα και όχι κοινωφελή και συγκεντρώνουν πόρους για να εξυπηρετούν τις ανάγκες των μονοπωλιακών ομίλων, γι’ αυτό και έχουν διαφορετικές πολιτικές στα επιτόκια – για παράδειγμα ανάλογα με το ποιον δανείζουν – αλλά και στις διαγραφές δανείων.

Τα δάνεια των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων διαγράφονται ή αναδιαρθρώνονται, ενώ για τους επαγγελματίες, τα δάνειά τους επιμηκύνονται, με αποτέλεσμα αυτοί να εγκλωβίζονται και να είναι όμηροι στο διηνεκές παρατήρησε ο αγορητής του ΚΚΕ. Υπογράμμισε πως οι τράπεζες στηρίζονται από το κράτος με ανακεφαλαιώσεις, με μη αναβαλλόμενους φόρους, ενώ παράλληλα διευκολύνονται και στο να απαλλαγούν από μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Υποστήριξε πως ο μόνος δρόμος ώστε οι επαγγελματίες και οι αυτοαπασχολούμενοι να αποφύγουν τον κίνδυνο χρεοκοπίας, είναι να συγκρουστούν με την πολιτική που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μονοπωλιακών ομίλων και να συγκροτήσουν μιας κοινωνική συμμαχία για συνολικές ανατροπές.

Ο βουλευτής της Ελληνικής Λύσης, Βασίλης Βιλιάρδος, ανέδειξε την υπερβολικά μεγάλη στήριξη των τραπεζών εκ μέρους των Ελλήνων φορολογουμένων, με τα περίπου 44 δισεκατομμύρια των ανακεφαλαιοποιήσεων, με τα 17 δισεκατομμύρια των αναβαλλομένων φόρων που έχουν απαξιωθεί μέσω του Hive Down και με τα 23,24 δισ. των δύο προγραμμάτων «Ηρακλής» για να σημειώσει πως αυτές, αν και στηρίχθηκαν, τελικά αφελληνίστηκαν και περιήλθαν ουσιαστικά στην κατοχή του ΤΧΣ των ξένων. Οι τράπεζες είπε, με ευθύνη των κυβερνήσεων, έχουν μετατραπεί  σε κράτος εν κράτει και σήμερα,  μάταια η κυβέρνηση τις εκλιπαρεί να δανείσουν την πραγματική οικονομία. Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, είπε ο βουλευτής, χρεώνει τις υψηλότερες προμήθειες συγκριτικά με την Ευρωπαϊκή Ένωση και έχει τα μεγαλύτερα σπρεντ (διαφορά, μεταξύ επιτοκίων, χορηγήσεων και καταθέσεων), με αποτέλεσμα να μην είναι πια ανταγωνίσιμες οι ελληνικές επιχειρήσεις.

Ο κ. Βιλιάρδος ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι οι πελάτες των συστημικών τραπεζών είναι μόλις περί τις 2.000 μεγάλες επιχειρήσεις. Από τις 100 αιτήσεις χρηματοδότησης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι 80 δεν εγκρίνονται. Τα δάνεια της πανδημίας, το μεγαλύτερο μέρος τους απορροφήθηκαν από τις μεγάλες επιχειρήσεις. Εμείς είπε, ως Ελληνική Λύση, επιμένουμε στη λύση της Bad Bank, κατά το παράδειγμα των Ηνωμένων Πολιτειών της δεκαετίας του 1930, ειδικά για τα στεγαστικά. Θεωρούμε ότι ο νέος πτωχευτικός νόμος είναι απαράδεκτος, ενώ τα Προγράμματα «Γέφυρα» αποτελούν ακόμη μία έμμεση επιδότηση των τραπεζών. Πρόσθεσε πως «εάν δεν δοθούν εγγυήσεις από το κράτος, θα κινδυνεύσουν με χρεοκοπία έως και 700.000 επιχειρήσεις που απασχολούν περί τα 2 εκατομμύρια Έλληνες». Ζήτησε χρηματοδότηση του πρωτογενούς τομέα, που υποφέρει, όπως είπε, μετά τα γεγονότα της Αγροτικής Τράπεζας, και πρότεινε μία καλύτερη λειτουργία της Αναπτυξιακής Τράπεζας καθώς της Επιτροπής Ανταγωνισμού στον τραπεζικό τομέα, ώστε να εξασφαλιστεί η σωστή λειτουργία της χρηματοπιστωτικής αγοράς.

Πηγή ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πηγή: in.gr