Ήταν μια συνάντηση διπλωματών, όπως κανείς θα την περίμενε. Με χαμηλούς τόνους και προσεκτικά διαλεγμένες φράσεις, που να στέλνουν το μήνυμα αλλά και να είναι αρκούντως γενικές και ασαφείς ώστε να μην δεσμεύουν.

Μιλάμε για τη συνάντηση του Άντονι Μπλίνκεν και του Σεργκέι Λαβρόφ που έγινε στις 19 Μαΐου στο Ρέικιαβικ, συνάντηση που έγινε στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Αρκτικής και η οποία μπορεί να μη θύμιζε τις θερμές συναντήσεις ανάμεσα σε Ρήγκαν και Γκορμπατσώφ, που έβαλαν ένα τέλος ουσιαστικά στην κούρσα των πυρηνικών εξοπλισμών, όμως έδειξε μια διάθεση να υπάρχει λιγότερο συγκρουσιακός τόνος. Αυτό φαίνεται και από τον τρόπο που οι δύο πλευρές παρουσίασαν τη συνάντηση.

Μπλίνκεν: «Θέλουμε μια πιο σταθερή και προβλέψιμη σχέση με τη Ρωσία»

Η αμερικανική πλευρά περιέγραψε τη αμερικανική θέση ως μια επιθυμία για πιο «σταθερή και προβλέψιμη» σχέση με τις ΗΠΑ, φράση που παραπέμπει κατεξοχήν στην αποφυγή η τρέχουσα υπαρκτή ένταση να μετατραπεί σε μια δυναμική σύγκρουσης με απρόβλεπτη προοπτική.

Την ίδια στιγμή ο Μπλίνκεν επανέλαβε τις πάγιες αμερικανικές αιτιάσεις απέναντι στη Ρωσία. Εξέφρασε τον ενδιαφέρον της κυβέρνησης για δύο αμερικανούς πολίτες που βρίσκονται σε ρωσικές φυλακές, τον Πωλ Γουΐλαν που κατηγορείται για κατασκοπία και τον Τρέβορ Ριντ που κατηγορείται ότι μεθυσμένος επιτέθηκε σε δύο αστυνομικούς, υποστηρίζοντας ότι οι ΗΠΑ είναι αποφασισμένες απαντήσουν σε ενέργειες της Ρωσίας που απειλούν τις ίδιες ή συμμάχους τους. Προφανώς και αναφέρθηκε στο ζήτημα της Ουκρανίας, στον Ναβάλνι αλλά και στα προβλήματα που συναντούν οι ραδιοσταθμοί «Φωνή της Αμερικής» και Radio Free Europe.

Ωστόσο, την ίδια στιγμή η αμερικανική ανακοίνωση σημειώνει ότι συζήτησαν και σημεία συνεργασίας, όπως ήταν η επίτευξη μακροχρόνιας λύσης για τη διαμάχη Αρμενίας και Αζερμπαϊτζάν, η κατάσταση στο Αφγανιστάν, η αντιμετώπιση των πυρηνικών προγραμμάτων του Ιράν και της Βόρειας Κορέας. Ίσως οι δύο κρίσιμες αναφορές να ήταν αυτή  σε «στρατηγική ισορροπία» και προφανώς στη συμφωνία να συνεχίσουν τη συζήτηση.

Από τη μεριά του ο Σεργκέι Λαβρόφ προτίμησε να δηλώσει: «Η συζήτηση μου φάνηκε εποικοδομητική. Υπάρχει μια κατανόηση της ανάγκης να ξεπεράσουμε τη μη υγιή κατάσταση που αναπτύχθηκε ανάμεσα στη Μόσχα και την Ουάσιγκτον τα προηγούμενα χρόνια», για να υπογραμμίσει ότι «σήμερα επιβεβαιώσαμε την πρότασή μας να αρχίσουμε έναν διάλογο, εξετάζοντας όλες τις πλευρές, όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν τη στρατηγική σταθερότητα: πυρηνικούς, μη πυρηνικούς, επιθετικούς, αμυντικούς. Δεν έχω δει την απόρριψη μιας τέτοιας έννοιας, αλλά οι ειδικοί χρειάζεται να την επεξεργαστούν».

Ουσιαστικά, ο Λαβρόφ περισσότερο υπογράμμισε την επανέναρξη της δυνατότητας ενός διαλόγου και επανέλαβε την πρόταση που έχει κάνει και ο Βλαντιμίρ Πούτιν για ένα συνολικό διάλογο ανάμεσα στη Ρωσία και τις ΗΠΑ που να μην περιορίζεται μόνο στα πυρηνικά όπλα αλλά να αφορά όλα τα οπλικά συστήματα με στρατηγικό χαρακτήρα.

Η χειρονομία καλής θέλησης σε σχέση με τoν αγωγό Nord Stream 2

Σε αυτό φόντο μπορεί κανείς να δει και την ανακοίνωση των ΗΠΑ ότι δεν θα επιβάλουν κυρώσεις στην εταιρεία που θα διαχειρίζεται τον αγωγό, την Nord Stream 2 AG, αλλά μόνο στα ρωσικά πλοία που εμπλέκονται στην κατασκευή του αγωγού.

Επισήμως, οι ΗΠΑ παραμένουν αντίθετες στον αγωγό, όμως η απόφαση αυτή στην πραγματικότητα ξεμπλοκάρει προς το παρόν τον αγωγό και αποφεύγει μια μείζονα ρήξη ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη γερμανική κυβέρνηση που είχε κάνει σαφές σε όλους τους τόνους ότι θέλει τον αγωγό που θεωρείται κομβικός για την ενεργειακή πολιτική της.

Όμως είναι σαφές ότι πέρα από το να μην διακυβεύει τις αμερικανογερμανικές κινήσεις η απόφαση αυτά είναι και μια έμμεση χειρονομία καλής θέλησης προς τη Μόσχα, που είχε επενδύσει ιδιαίτερα στο να διατηρήσει σημαντικές οικονομικές σχέσεις με τη Γερμανία και ευρύτερα τις ευρωπαϊκές χώρες.

Η σημασία της ανακοίνωσης ότι το SWIFT  θα συνεχίσει να λειτουργεί στη Ρωσία

Στο ίδιο πλαίσιο της αποφυγής κλιμάκωσης της αντιπαράθεσης μπορεί να ενταχθεί και η ανακοίνωση από τη μεριά της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας ότι το διεθνές σύστημα συναλλαγών SWIFT θα συνεχίσει να λειτουργεί κανονικά στη Ρωσία και ότι δεν προβλέπεται κάποια αλλαγή.

Η ανακοίνωση είχε ιδιαίτερη σημασία γιατί το τελευταίο διάστημα είχαν αυξηθεί οι αμερικανικές απειλές ότι στο πλαίσιο της κλιμάκωσης των αμερικανικών και ευρωπαϊκών πιέσεων και κυρώσεων προς τη Ρωσία, εξεταζόταν το ενδεχόμενο της αποπομπής της Ρωσίας από το διεθνές σύστημα εκκαθάρισης SWIFT. Μάλιστα το Ευρωκοινοβούλιο είχε περιλάβει και ρητή σχετική αναφορά του σε ψήφισμά του τον Απρίλιο, προτείνοντας την αποπομπή της Ρωσίας από το SWIFT σε περίπτωση ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Μια τέτοια απόφαση θα αποσκοπούσε ουσιαστικά στον αποκλεισμό της Ρωσίας από ένα από τα πιο βασικά συστήματα για τις διεθνείς συναλλαγές, ιδίως αυτές που γίνονται σε δολάρια.

Πάντως η Ρωσική Κεντρική Τράπεζα υποστηρίζει ότι ακόμη και εάν υπήρχε ένας τέτοιος αποκλεισμός, οι διατραπεζικές συναλλαγές θα μπορούσαν να μεταφερθούν στο αντίστοιχο ρωσικό σύστημα.

Η δύσκολη διαπραγμάτευση

Ωστόσο, ανεξαρτήτως της προσπάθειας για ένα θετικότερο κλίμα και εν αναμονή του εάν και πότε θα καθοριστεί η επικείμενη συνάντηση κορυφής Μπάιντεν και Πούτιν, είναι σαφές ότι η όποια πραγματική διαπραγμάτευση μιας καλύτερης σχέσης ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Ρωσία δεν θα είναι καθόλου εύκολη.

Το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή η αμερικανική ηγεσία δεν θέλει να βρεθεί αντιμέτωπη με μια ανεξέλεγκτη επιδείνωση των διμερ

ών σχέσεων, την οποία αρχικά φάνηκε να επιδιώκει εάν θυμηθούμε κινήσεις όπως ο χαρακτηρισμός του Βλαντιμίρ Πούτιν ως δολοφόνου από τον ίδιο τον Τζο Μπάιντεν. Και αυτό γιατί κυρίως θέλει να επικεντρώσει στην ανασυγκρότηση της οικονομίας των ΗΠΑ και τους κοινωνικούς στόχους που έχει θέση για την μεταπανδημική εποχή, παράλληλα με γεωπολιτικούς στόχους που θεωρεί πιο επείγοντες, όπως είναι το ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν. Όλα αυτά σαφώς κατατείνουν σε μια προσπάθεια για σχετικά χαμηλότερους τόνους και αποφυγή κλιμακούμενων εντάσεων στις σχέσεις με τη Ρωσία.

Όμως, την ίδια στιγμή είναι σαφές ότι η τρέχουσα αμερικανική κυβέρνηση δείχνει στρατηγικά προσανατολισμένη σε μια ανταγωνιστική σχέση με τη Ρωσία, την οποία αντιμετωπίζει ως στρατηγική απειλή, δηλαδή δείχνει προσανατολισμένη σε μια λογική «νέου Ψυχρού Πολέμου». Ο τρόπος που διαχειρίζεται ιδίως τα ζητήματα σε σχέση με την ουκρανική κρίση ή την υπόθεση Ναβάλνι είναι από αυτή την άποψη ενδεικτικός.

Και αυτό επιτείνεται από το γεγονός ότι οι ΗΠΑ ανησυχούν ακόμη περισσότερο για το ενδεχόμενο μιας μεγαλύτερης αναβάθμισης της στρατηγικής συνεργασίας της Ρωσίας με την Κίνα, που θα διαμόρφωνε όντως έναν ανταγωνιστικό γεωπολιτικό πόλο.

Αυτό σημαίνει ότι μια πραγματική αποφόρτιση των αμερικανορωσικών σχέσεων, που θα οδηγούσε εκ νέου σε μορφές συνεργασίας, θα απαιτούσε μια συνολικότερη αλλαγή οπτικής , μια «αλλαγή παραδείγματος» ουσιαστικά, καθώς θα αποδεχόταν εκ των πραγμάτων έναν πιο πολυπολικό κόσμο, άρα θα εγκατέλειπε τη συστηματική προσπάθεια κατοχύρωσης μιας απόλυτης αμερικανικής πρωτοκαθεδρίας. Και γι’ αυτόν τον λόγο οι ΗΠΑ δείχνουν ενίοτε να παλινωδούν ανάμεσα σε τακτικούς υπολογισμούς και στρατηγικούς προσανατολισμούς.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr