Και εκεί που η Ευρωζώνη για ένα σημαντικό διάστημα φλέρταρε με τη στασιμότητα και το «φάντασμα της Ιαπωνίας» (και της μακρόχρονης αναμέτρησης με έναν ήπιο αλλά επιμένοντα αποπληθωρισμό) η ανακοίνωση της ΕΚΤ ότι τον Μάιο ο πληθωρισμός στην ΕΕ έτρεχε με ετήσιο ρυθμό 2%, υψηλότερο δηλαδή από τον στόχο που είχε θέσει η ΕΚΤ (κάτι που είχε να συμβεί πάνω από δύο χρόνια) πυροδότησε μεγάλη συζήτηση για το μέλλον των προγραμμάτων «ποσοτικής χαλάρωσης».

Είναι αλήθεια ότι η Ευρωζώνη δεν αντιμετώπισε  την απότομη άνοδο στον δείκτη τιμών καταναλωτή που είχαν οι ΗΠΑ πρόσφατα όταν είδαν τον Απρίλιο τον πληθωρισμό να τρέχει με ετήσιο ρυθμό 4,2%. Όμως παραδοσιακά η Ευρώπη ανησυχεί περισσότερο για τον πληθωρισμό σε σχέση με τις ΗΠΑ και τα πράγματα γίνονται κάπως πιο περίπλοκα, καθώς την επόμενη εβδομάδα θα υπάρξει συνάντηση της διοίκησης της ΕΚΤ με αντικείμενο συζήτησης τη νομισματική πολιτική, συμπεριλαμβανομένου και του εάν θα συνεχιστεί το εντατικό πρόγραμμα αγοράς ομολόγων.

Ποιες οι προοπτικές για τον πληθωρισμό στην Ευρώπη

Η άνοδος αυτή του πληθωρισμού ήρθε μετά από αρκετούς μήνες που κινείτο οριακά σε αρνητικές τιμές. Τώρα, όμως, υπάρχουν εκτιμήσεις ότι θα μπορούσε να ξεπεράσει τον στόχο της ΕΚΤ να μείνει κάτω από το 2% φέτος.

Προς το παρόν, η θέση αρκετών στελεχών της ΕΚΤ, συμπεριλαμβανομένης της Κριστίν Λαγκάρντ είναι ότι η αύξηση αυτή είναι ένα προσωρινό φαινόμενο και άρα δεν υπάρχει λόγος αλλαγής του πυρήνα της νομισματικής πολιτικής.

Η οπτική αυτή επισημαίνει ότι η άνοδος του πληθωρισμού είναι αποτέλεσμα της συγκυριακής ανατίμησης 13,1% στις ενεργειακές τιμές και κυρίως στα καύσιμα (τάση που είναι παγκόσμια ως «διόρθωση» της μεγάλης υποχώρησης που είχε έρθει με τα περσινά περιοριστικά μέτρα). Αντίθετα, η αύξηση του βασικού πληθωρισμού είναι πιο μετρημένη στο 0,9% σε ετήσια βάση τον Μάιο, έναντι 0,7% τον Απρίλιο. Μεγαλύτερη ήταν η αύξηση των τιμών στις υπηρεσίες που ήταν στο 1.1%.

Ορισμένοι μάλιστα επισημαίνουν ότι υπάρχουν και αντίρροπες τάσεις στην ευρωζώνη ως προς τον πληθωρισμό. Οι μισθοί δεν αναμένεται να αυξηθούν με τους ίδιους ρυθμούς, καθώς μπορεί να υποχωρεί η ανεργία, αλλά παραμένει ακόμη σε υψηλότερα ποσοστά σε σχέση με πριν την πανδημία, ενώ η αυξημένη ζήτηση για εργασία για την «επανεκκίνηση» των οικονομιών κατά βάση θα καλυφθεί από τον μεγάλο αριθμό εργαζομένων που αντιμετώπισαν κάποιου είδους «αναστολή συμβάσεων».

Όμως, την ίδια στιγμή ο δείκτης υπευθύνων προμηθειών (PMI) της IHS Markit έφτασε τον Μάιο στα ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα του 63.1 κάτι που παραπέμπει σε ισχυρούς αναπτυξιακούς ρυθμούς. Ταυτόχρονα αυτό σημαίνει και αυξημένη ζήτηση για εργασία, την ίδια ώρα που οι επιχειρήσεις συναντούν αυξημένες τιμές πρώτων υλών εξαιτίας και της αυξημένης ζήτησης. Το ανοιχτό ερώτημα είναι εάν οι παράμετροι που θα έτειναν σε μια πληθωριστική πίεση και κυρίως ο συνδυασμός ανάμεσα στην αναμενόμενη αύξηση της ζήτησης για προϊόντα και υπηρεσίες και τα προβλήματα που εμφανίζονται στην προσπάθεια των επιχειρήσεων να ανταποκριθούν, θα μεταφερθούν τις τιμές καταναλωτή ή εάν η σταδιακή εξομάλυνση της σχέσης ανάμεσα σε ζήτηση και προσφορά θα αποτρέψει αυξητικές τάσεις των τιμών.

Θα αλλάξουν τα μεγάλη προγράμματα της ΕΚΤ;

Σε αυτό το φόντο το μεγάλο ερώτημα είναι εάν θα υπάρξει μια τροποποίηση στα μεγάλα προγράμματα της ΕΚΤ που έχουν αποτελέσει βασικά εργαλεία τόνωσης της οικονομίας.  Αυτό αφορά το PEPP (Pandemic emergency purchase programme), το μεγάλο πρόγραμμα αγοράς τίτλων της ΕΚΤ για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας το οποίο έχει συνολικό ύψος 1850 δισεκατομμύρια δολάρια και στο οποίο γίνονται δεκτοί και τίτλοι του ελληνικού δημοσίου, τα APP (Asset purchase programmes) τα προγράμματα αγοράς τίτλων που ούτως ή άλλως είχε ισχύ η ΕΚΤ ως τμήμα της δικής της εκδοχής «ποσοτικής χαλάρωσης», αλλά και τα άλλα εργαλεία παροχής ρευστότητας σε πιστωτικά ιδρύματα όπως τα TLTROs.

Μια κατεύθυνση σε όλα δίνει μια πρόσφατη συνέντευξη της Ίζαμπελ Σνάμπελ, μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ. Σε αυτήν η Σνάμπελ παρότι επαναλαμβάνει τη μέχρι τώρα θέση της ΕΚΤ ότι οι όποιες πληθωριστικές τάσεις είναι συγκυριακές και δεν επιβάλλουν αλλαγή πλειοψηφίας, εντούτοις αφήνει περιθώρια τα πράγματα να κινηθούν σε διαφορετική κατεύθυνση: «Εκτιμούμε ότι οι παράγοντες που βλέπουμε τώρα είναι μεταβατικοί. Όμως, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι», είναι η χαρακτηριστική αποστροφή της.

Η Σνάμπελ επιμένει ότι προγράμματα όπως το PEPP δεν έχουν να κάνουν με τον πληθωρισμό, για την αντιμετώπιση του οποίου υπάρχουν άλλα εργαλεία, ενώ υπογραμμίζει ότι προς το παρόν δεν βλέπει λόγο να αλλάξει η πολιτική της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής επιτοκίων. Ταυτόχρονα, από τη συνέντευξή της γίνεται σαφές ότι η ΕΕ αρχίζει και βλέπει μπροστά της διλήμματα στα οποία θα πρέπει να τοποθετηθεί. Γι’ αυτό και τοποθετηθείται επιφυλακτικά απέναντι στο ενδεχόμενο να υιοθετήσει η ΕΚΤ έναν στόχο μέσου πληθωρισμού κατά τα πρότυπα της Fed.

«Αντιμετωπίζουμε τους κινδύνους του πολύ χαμηλού πληθωρισμού εξίσου σοβαρά με τους κινδύνους του πολύ υψηλού πληθωρισμού. […] Ένα ανοιχτό ερώτημα είναι εάν πρέπει να ανεχθούμε προσωρινά τον υψηλότερο πληθωρισμό όταν βρισκόμαστε σε μια κατάσταση στην οποία ο πληθωρισμός ήταν πολύ χαμηλός για πολύ καιρό, όπως συμβαίνει σήμερα. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να συζητηθεί στην αναθεώρηση της στρατηγικής μας. Θα έλεγα ότι η τρέχουσα εμπροσθοβαρής κατεύθυνσή μας ήδη σηματοδοτεί την προθυμία μας να το πράξουμε σε κάποιο βαθμό, διότι λέμε ότι δεν θα αυξήσουμε τα επιτόκια μας έως ότου δούμε ότι η ισχυρή σύγκλιση στον στόχο μας για τον πληθωρισμό αντικατοπτρίζεται με συνέπεια στην υποκείμενη δυναμική του πληθωρισμού. Υπάρχουν σίγουρα τρόποι να καταστεί σαφέστερη αυτή η δέσμευση. […] Όταν πρόκειται να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα προς τη μέση στόχευση του πληθωρισμού, είμαι πολύ δύσπιστη. […] Και ενώ αυτός ο τύπος στρατηγικής φαίνεται ελκυστικός όταν ο πληθωρισμός είναι πολύ χαμηλός για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί να μην είναι εξίσου καλός όταν αλλάζει το περιβάλλον. Προσωπικά δεν πιστεύω ότι πρέπει να ακολουθήσουμε μια τέτοια στρατηγική.»

Μπαίνουμε σε μια νέα εποχή πληθωρισμού;

Όλα αυτά συνδέονται με ένα συνολικότερο ερώτημα που αφορά την παγκόσμια οικονομία και αφορά το εάν επιστρέφουμε σε μια εποχή αυξημένου πληθωρισμού. Οι στατιστικές δείχνουν ότι υπάρχει μια σταθερή υποχώρηση του πληθωρισμού από το 1990 και μετά στις αναπτυγμένες οικονομίες. Στη δεκαετία του 2020 είχε φτάσει σε ένα μέσο επίπεδο 2% με τάσεις προς τα κάτω. Αρκετοί υποστηρίζουν ότι οι πληθωριστικές τάσεις που εμφανίζονται είναι συγκυριακές και καθαυτές καλοδεχούμενες καθώς παραπέμπουν στην επιστροφή ενός δυναμισμού στην οικονομία. Άλλοι θεωρούν ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και ότι υπάρχουν παράμετροι που παραπέμπουν σε πιο μόνιμες πληθωριστικές τάσεις, ξεκινώντας από τις δημογραφικές αλλαγές. Οικονομολόγοι όπως ο Ολιβιέ Μπλανσάρ, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, ήδη υποστηρίζουν ότι πρέπει να υπάρξει παρακολούθηση των αυξητικών τάσεων στους μισθούς.

Προφανώς και δεν τίθεται να ξαναδούμε στην Ευρώπη καταστάσεις σαν π.χ. τον καταστροφικό πληθωρισμό στη Γερμανία στην εποχή της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Και αυτό γιατί τέτοια φαινόμενα αποτυπώνουν μια συνολικότερη αδυναμία του ίδιου του κράτους να υποστηρίξει επαρκώς και να εγγυηθεί τη νομισματική κυκλοφορία. Ούτε είναι δεδομένο ότι «εξωτερικά σοκ» όπως για παράδειγμα οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970 θα μπορούσαν να έχουν την ίδια επίπτωση στον πληθωρισμό. Όμως, το ερώτημα εάν θα μπορούσε ο πληθωρισμός να υπάρξει βασική παράμετρος της οικονομικής πολιτικής είναι ανοιχτό. Σε μια τέτοια περίπτωση οι κυβερνήσεις θα πρέπει να αναζητήσουν την αντιφατική ισορροπία ανάμεσα στα μέτρα τόνωσης της οικονομίας (και προστασίας της κοινωνικής συνοχής) και την αντιπληθωριστική πολιτική).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr