Τον περασμένο Νοέμβριο, ο Ράσελ Σμιθ σταμάτησε να γράφει την εβδομαδιαία στήλη του στην εφημερίδα «Globe and Mail». Επειτα από είκοσι χρόνια αναλύσεων για τον πολιτισμό και τις τέχνες υπό το πρίσμα της αισθητικής, δεν υπήρχε πλέον χώρος για εκείνον στη μεγαλύτερη καθημερινή εφημερίδα του Καναδά. Οπως εξομολογείται ο ίδιος με κείμενό του στο καναδικό περιοδικό «The Walrus», αυτή η αλλαγή στην ύλη τού εντύπου πέρασε απαρατήρητη. Κανένας αναγνώστης δεν του έγραψε μέιλ για να του εκφράσει την απογοήτευσή του για την εξέλιξη ούτε το τηλέφωνό του χτύπησε για να πάρει, έστω και τυπικό, μήνυμα συμπαράστασης από το κοινό του.

Για δύο δεκαετίες που ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Ράσελ Σμιθ αρθρογραφούσε στον καναδικό Τύπο, είχε υιοθετήσει μια πιο ελιτίστικη προσέγγιση στο γραπτό του. Απέφευγε να καταπιάνεται με αμφιλεγόμενα ζητήματα όπως οι κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση εναντίον του Ρόμαν Πολάνσκι. Επέλεγε επίσης ν’ αφήνει εκτός των ραντάρ του την ποπ κουλτούρα, την οποία αντιμετώπιζε ως την πιο συντηρητική μορφή τέχνης. Αντ’ αυτού, έγραφε για τη γλώσσα που επιλέγουν οι παρουσιαστές του δικτύου Αλ Τζαζίρα για να μιλήσουν για τη θρησκεία κι έδινε τις πιο λεπτές αποχρώσεις του διεθνούς κυρίως πολιτιστικού πίνακα, που περνούσαν συνήθως απαρατήρητες.

Η τακτική αυτή έτυχε ευρείας αποδοχής από το κοινό κι όχι μόνο. Χάρη στη στήλη του, τον καλούσαν συχνά ενημερωτικές τηλεοπτικές εκπομπές για να συμμετάσχει στα πάνελ συζητήσεών τους. Του πρότειναν επίσης να μιλήσει σε συνέδρια για τη νέα μουσική και το editing. Mαζί με τη θετική αναγνωρισιμότητα, ήρθε βέβαια και η αρνητική. Μια ομάδα φοιτητών από το Πανεπιστήμιο Κουίν διοργάνωσε διαμαρτυρίες εναντίον του όταν χαρακτήρισε το πνεύμα της στήλης του «αντιδιανοούμενο». Η δε συγγραφέας Ρεμπέκα Ρόσενμπλουμ σε κείμενό της στο περιοδικό «Canadian Notes & Queries» ισχυρίστηκε πως η στήλη του είχε απώτερο σκοπό να «προκαλεί καβγάδες».

Με το πρώτο πέρασμα, ωστόσο, στην ηλεκτρονική εποχή του Τύπου, άρχισαν τα πρώτα σύννεφα να μαζεύονται πάνω από τη δουλειά του. Τα καμπανάκια ήχησαν δυνατά όταν συναντούσε μεσήλικους αναγνώστες στον δρόμο και του έλεγαν πως τους λείπει να διαβάζουν τη στήλη του. Αν και δεν είχε χάσει τη θέση της από τις σελίδες της εφημερίδας, δεν εμφανιζόταν στην ηλεκτρονική εφαρμογή της, γεγονός εξίσου ανησυχητικό. Μέχρι και η μητέρα του Σμιθ στην κομητεία του Χάλιφαξ, όπου είχε διακοπεί η έντυπη κυκλοφορία της εφημερίδας, δεν μπορούσε να απολαύσει τα κείμενά του. Οι δε 20άρηδες μαθητές του στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής; Αγνοούσαν παντελώς όχι μόνο την αρθρογραφική του δράση αλλά και την ύπαρξη ολόκληρου του εντύπου.

Η επέλαση της ηλεκτρονικής πλέον «μετάφρασης» της είδησης που άρχισε να επικρατεί στην εφημερίδα έφερε πίεση για το μπόλιασμα των κειμένων του με περισσότερα θέματα κοινής – λαϊκής – κουλτούρας ώστε να μεγαλώσει το έρεισμα της στήλης στο αναγνωστικό κοινό. Προς αυτή την κατεύθυνση άλλωστε έδειχνε και ο ανταγωνισμός με τις υπόλοιπες ημερήσιες εφημερίδες του Καναδά, που έγινε πιο έντονος, φέρνοντας την ύλη σε μια πιο ταμπλόιντ λογική. Η οικονομική κρίση στον χώρο του Τύπου έκανε κι αυτή τη ζημιά της. Οι απολύσεις προσωπικού ήταν πλέον διαρκείς και οι απαιτήσεις της δουλειάς σαφώς πιο αυξημένες. Ο Σμιθ, αφού πρώτα δέχτηκε τη μείωση μισθού που του πρότειναν, διαπραγματεύτηκε κι ένα νέο προφίλ για τη στήλη του, κάτι που να ακροβατεί μεταξύ του Καναδά των προαστίων και του βίαιου παγανιστικού μαύρου μέταλ της Νορβηγίας. Και πάντα με διεθνή κι όχι τοπικό ορίζοντα. Ούτε ποπ μουσική, ούτε σελέμπριτι, ούτε φυσικά ταινίες του Χόλιγουντ θα είχαν θέση στα γραπτά του. Και η θέλησή του έγινε σεβαστή. Για λίγο τουλάχιστον, αφού δεν υπήρχε ακριβώς ανταγωνισμός για τα θέματα που κάλυπτε στον καναδικό Τύπο.

Το τελευταίο καρφί

Το τελευταίο καρφί στο φέρετρο της υψηλής αρθρογραφίας του Σμιθ βέβαια μπήκε από τη Σόφι. Δηλαδή το νέο λογισμικό που υπολογίζει πόσο διαβάζεται το κάθε άρθρο, πόσες φορές μοιράζεται στις σελίδες, πόσα σχόλια γίνονται και, το πιο σημαντικό, πόσο συμβάλλει στο να γίνει κάποιος συνδρομητής της εφημερίδας. Αν και ο δημοσιογράφος μέχρι τότε τύγχανε ευρείας αποδοχής στον χώρο του, δεν συνέβαινε το ίδιο και στο Διαδίκτυο, όπου η δουλειά του χανόταν. Με την ευθύνη βέβαια και του ίδιου του συστήματος, αυτού με τα analytics. Γιατί προωθεί μόνο όσα θέματα κάνουν πολλά κλικ. Αυτά διαλέγονται για να μπουν στις πρώτες θέσεις της ηλεκτρονικής σελίδας της εφημερίδας, μπαίνουν στα newsletters των αναγνωστών και φτάνουν με ειδοποίηση στις εφαρμογές τους. Ο,τι δεν πάει καλά αφήνεται να «θαφτεί» στον σωρό της ειδησεογραφίας.

Κάπου εκεί πλέον βρισκόταν και η στήλη του Σμιθ. Στην έντυπη εφημερίδα υπήρχε πάντα χώρος γι’ αυτήν. Θα γύριζε κάποιος τις σελίδες του πολιτισμού και θα την εντόπιζε. Στην ηλεκτρονική εκδοχή της, ωστόσο, οι συνδρομητές σκρόλαραν μεταξύ θεμάτων που είχαν άλλοι επιλέξει γι’ αυτούς. Οσο σκληρό κι αν του φαινόταν, έπρεπε να αποδεχτεί πως στην τελική αυτό το σύστημα αντανακλά σε μεγάλο βαθμό τη συντριπτική μείωση των δημοσιογραφικών αξιών των αρχισυντακτών της εφημερίδας και τη δραστική αλλαγή των προτεραιοτήτων τους. Η μεγάλη «μπάλα» πλέον παιζόταν στο γήπεδο, για παράδειγμα, του συναδέλφου του Ρόμπιν Ντουλίτλ που παρουσίασε μια διετή έρευνα σχετικά με τις υποθέσεις σεξουαλικής κακοποίησης που μένουν ακόμα στα συρτάρια. Θέματα δηλαδή που φέρνουν κλικ κι αναπαράγονται κι όχι το νέο πλαίσιο θεώρησης της όπερας «Δον Τζιοβάνι» στην εποχή του κινήματος #ΜeΤoo.

Οντας γαλουχημένος σ’ ένα διαφορετικό δημοσιογραφικό περιβάλλον, ο Σμιθ συνέχιζε να πιστεύει ότι σε μια καλή εφημερίδα έπρεπε να συνυπάρχουν όλα τα θέματα των διαφορετικών ταχυτήτων. Γι’ αυτό και, θέλοντας να βελτιώσει το ηλεκτρονικό αποτύπωμα της στήλης του, το περασμένο καλοκαίρι έκανε διάφορες συναντήσεις στα γραφεία της εφημερίδας με τους ανωτέρους του. Εκεί, πήρε μια γεύση από πρώτο χέρι της λειτουργίας ενός σύγχρονου newsroom. Σε όλα τα γραφεία της «Globe and Mail» μεγάλες οθόνες έδειχναν σε πραγματικό χρόνο τις επιδόσεις των θεμάτων στο Διαδίκτυο. Μέχρι και στην κουζίνα υπήρχαν δύο μόνιτορ, συνδεδεμένα με το σύστημα Σόφι, που αναπαρήγαν με μορφή γραφημάτων τις πιο δημοφιλείς δημοσιεύσεις στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας.

Καναδική επικαιρότητα

Στην κορυφή των διαγραμμάτων βρίσκονταν, λογικό, τα θέματα της καναδικής επικαιρότητας. Λίγο πιο κάτω φιγούραραν τα κείμενα των πολιτικών αναλυτών. Εκείνα με τις πιο γλαφυρές κριτικές πλασάρονταν σε υψηλότερη θέση. Οσο κι αν έψαξε ο Σμιθ, δεν κατάφερε να εντοπίσει ανάμεσά τους το 1.500 λέξεων κείμενό του για τη νέα αργκό του Διαδικτύου ή την τέχνη που έκαναν μηχανές στο Αμβούργο. Η πραγματικότητα άρχισε να τον αποθαρρύνει. Γιατί δεν ήταν πως οι παραδοσιακοί αναγνώστες προσπερνούσαν τα λόγια του. Οι ιδέες του συνέχιζαν να γίνονται αντικείμενο ακαδημαϊκών μελετών και να εμπνέουν τους μπλόγκερ. Μέχρι και το καναδικό υπουργείο Πολιτισμού τις έβρισκε ενοχλητικές (δείγμα πάντα της καλής δουλειάς που κάνει ο δημοσιογράφος), όπως βέβαια και η κρατική ραδιοτηλεόραση. Με τα δικά του μέτρα και σταθμά, τα πήγαινε περίφημα στη δουλειά του. Με της Σόφι, ωστόσο, όχι. Στο αμείλικτο ηλεκτρονικό σύστημα ελέγχου, το κάθε κλικ είναι ίσο με το προηγούμενο, είτε έρχεται από το ποντίκι ενός αγρότη είτε από της Μάργκαρετ Ατγουντ. Κι εκεί, η δημοσιογραφική λογική του 20ού αιώνα υστερούσε σημαντικά. Γι’ αυτό και ο Σμιθ βρισκόταν εκτεθειμένος.

Το λίφτινγκ λοιπόν στη στήλη του κρίθηκε επιβεβλημένο. Η ένεση με τη θεματική του βιβλίου για λίγους μήνες δεν τόνωσε τον κουρασμένο οργανισμό της. Επόμενο φάρμακο, η καναδική διάσταση της ανάλυσης. Για τον Σμιθ όμως αυτό ήταν φαρμάκι. Οσο κι αν προσπαθούσε να βρει θέματα να σχολιάσει που να άπτονται της καναδικής πολιτιστικής δράσης, δεν είχε αρκετό υλικό κι ασφυκτιούσε. Δεν ήθελε να περιορίζεται στα βαρετά θέματα που αναπαρήγε συνήθως η δημόσια τηλεόραση, όπως η λίστα των υποψήφιων μυθιστορημάτων για τα κρατικά βραβεία λογοτεχνίας ή εκείνη η παράσταση για την τρανσφοβία στο Εντμοντον. Η δημοσιογραφική καρδιά του χτυπούσε δυνατά για διεθνή ντιμπέιτ, όπως η απονομή του Νομπέλ Λογοτεχνίας στον Πίτερ Χάντκε, έναν υποστηρικτή του εγκληματία πολέμου, πρώην σέρβου προέδρου Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς. Η καταδίκη της επιλογής αυτής από τη Σουηδική Ακαδημία κυριαρχούσε στις ειδήσεις και ήταν ακριβώς το είδος του θέματος που θα έπρεπε να απασχολήσει τον Σμιθ. Οχι όμως. Ο αρχισυντάκτης του δεν ανέθεσε σε κανέναν το θέμα διότι δεν ήταν αρκετά… καναδικού ενδιαφέροντος ώστε να μαζέψει σχόλια.

Αποχώρηση

Αυτή ήταν και η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της απέχθειας για το σύγχρονο μοντέλο της δημοσιογραφίας των analytics. Ο Σμιθ συνειδητοποίησε πως δεν υπήρχε πλέον λόγος να βρίσκεται στο δυναμικό της εφημερίδας κι αποχώρησε. Πλέον, ο ίδιος αντιμετωπίζει την 20ετή του καριέρα στον Τύπο σαν μια αλληγορία τού πώς η ψηφιακή εποχή και τα μετρικά της συστήματα έχουν αλλάξει, αν όχι αλλοιώσει, τον τρόπο με τον οποίο σήμερα διαβάζουμε τα έντυπα. Ο Σμιθ ήθελε στην πραγματικότητα ν’ ανοίξει την πόρτα στο κοινό για να μπει στα πιο πριβέ κλαμπ της επικαιρότητας. Ομως οι εξελίξεις τού επιβεβαίωναν ότι κανένας πλέον δεν ενδιαφερόταν να περάσει το κατώφλι τους. Ή σχεδόν κανένας. Ολοι οι καναδικοί δημοσιογραφικοί οργανισμοί έχουν ως προτεραιότητά τους τον πολιτισμό, με την προϋπόθεση να είναι εθνικού ενδιαφέροντος.

Κι αφήνουν τα διεθνή αμφιλεγόμενα ζητήματα προς κριτική από όλα τα πραγματικά μεγάλα έντυπα του κόσμου όπως η «Guardian» και το «New Yorker», με τους σπουδαίους κριτικούς τους να γράφουν στα μπλογκ τους, να κάνουν podcasts και να τα αναπαράγουν όλα αυτά στο κινητό των αναγνωστών, συνήθως δωρεάν. Αλλωστε, το Διαδίκτυο βρίθει πλέον από γνώμες.

Η απομάκρυνση του Σμιθ κι όλων των Σμιθ της παραδοσιακής δημοσιογραφίας δεν αποτελεί ευχάριστη εξέλιξη για την πορεία των σύγχρονων μέσων ενημέρωσης. Δείχνει πως πλέον τα δεδομένα και η διείσδυση της είδησης είναι πιο σημαντικά κι από την ίδια τη φυσιογνωμία του εντύπου. Οι αλγόριθμοι πλέον υποδεικνύουν τι πρέπει να διαβαστεί, αλλά δεν αντανακλούν υποχρεωτικά τις τάσεις που κυριαρχούν εκεί έξω, στον πραγματικό κόσμο.

Βοηθούν κάποιες φορές να δημιουργηθούν, αλλά δεν πιάνουν τη φύση τους στην ουσία της. Ο ρόλος της εφημερίδας άλλωστε αυτός είναι, να αναδεικνύει το καλά κρυμμένο στοιχείο της κοινωνίας. Είναι εξαιρετικά πιθανό αυτό που αντιπροσωπεύει μια παραδοσιακή δημοσιογραφική γνώμη να μην απασχολεί πλέον τον κόσμο. Ωστόσο, πρέπει να υπάρχει κι αυτή στο Διαδίκτυο. Η έντυπη δημοσιογραφία δεν θα πρέπει να διαχωρίζεται από την ηλεκτρονική. Από τη στιγμή μάλιστα που το ιντερνετικό περιβάλλον είναι ένας φιλόξενος χώρος για τις διαφορετικές υποκουλτούρες και τις δράσεις που θέλουν να αναπτύξουν. Το παιχνίδι που γίνεται στα social media με τους ακαδημαϊκούς και τους underground καλλιτέχνες, οι οποίοι βρίσκονται σε μια διαρκή ανταλλαγή απόψεων, φαίνεται πως απασχολεί όλες τις μεγάλες εφημερίδες του κόσμου. Αλλά όταν το έχουν ήδη στις σελίδες τους, γιατί να θέλουν να το αποβάλουν;

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ

Γράψτε το σχόλιό σας

Πηγή: in.gr