Στο μακρινό 1972 ο Ρίτσαρντ Νίξον, που ακόμη δεν είχε βρεθεί εμπλεκόμενος στο σκάνδαλο του Γουότεργκεϊτ, έκανε μια ιστορική επίσκεψη στην Κίνα. Ήταν η πρώτη τέτοια επίσκεψη στην κομμουνιστική Κίνα, που ήταν ακόμη μέσα στην ορμή της Πολιτιστικής Επανάστασης και έβαζε τέλος σε μια μακρόχρονη διπλωματική απομόνωση της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας – με την οποία οι ΗΠΑ δεν είχαν ακόμη αποκαταστήσει πλήρεις διπλωματικές σχέσεις.

Αρχιτέκτονας αυτής της επίσκεψης ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Νίξον Χένρι Κίσινγκερ, που από χρόνια επέμεινε ότι ήταν ανάγκη οι ΗΠΑ να εκμεταλλευτούν το ρήγμα που υπήρχε στις σχέσεις της ΕΣΣΔ με την Κίνα ήδη από την εποχή της διαφωνίας για την «αποσταλινοποίηση» και το οποίο είχε αποτυπωθεί όχι μόνο στην ανοιχτή διαφωνία του Κομμουνιστικού Κόμματος Κίνας με το ΚΚΣΕ αλλά και άλλα κομμουνιστικά κόμματα το 1963 αλλά και στην ανοιχτή καταγγελία της ΕΣΣΔ ως χώρας «αναθεωρητικής» που ακολουθούσε πλέον «τον καπιταλιστικό δρόμο» στην Πολιτιστική Επανάσταση, την οριστική ρήξη και την ένοπλη αντιπαράθεση το 1969. Κατά τον Κίσινγκερ ήταν σημαντικό για τις ΗΠΑ να έχουν μια καλή σχέση με την κομμουνιστική Κίνα ως αντίβαρο στον κύριο αντίπαλο που ήταν η ΕΣΣΔ.

Η ίδια η Κίνα που σε εκείνη τη φάση δεν προέκρινε τις διεθνείς παρεμβάσεις αλλά κυρίως τον εσωτερικό μετασχηματισμό, δεν είχε πρόβλημα με αυτή την αρχιτεκτονική σχέσεων, που εκτός των άλλων, σήμαινε ότι «πάγωνε» το θέμα της Ταϊβάν, την ώρα που στηριζόταν στην κοινή καχυποψία απέναντι στην ΕΣΣΔ.

Μετά τον θάνατο του Μάο και την ήττα της μαοϊκής τάσης στην ηγεσίας του ΚΚΚ, ούτως ή άλλης η Κίνα σταδιακά μετατοπίστηκε προς έναν ιδιότυπο συνδυασμό εξουσίας ενός κομμουνιστικού κόμματος και ολοένα και μεγαλύτερης σε μια καπιταλιστική οικονομία. Στις δεκαετίες του 1990 και του 2000 θα γίνει ουσιαστικά το μεγάλο μεταποιητικό εργοστάσιο του κόσμου και θα αποκτήσει διαρκώς αναβαθμισμένη σημασία στην παγκόσμια οικονομία, ενώ μετά το 2008 θα ηγηθεί της επιστροφής της παγκόσμιας οικονομίας στην ανάπτυξη. Η συμφωνία για την επανένωση με το Χονγκ Κονγκ, έστω και με το σχήμα «μία χώρα – δύο συστήματα», επιβεβαίωσε την διαρκή ένταξή της στο διεθνές σύστημα. Αποκορύφωμα όλων αυτών το ίδιο το γεγονός ότι η Κίνα θα γίνει δεκτή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

Ούτως ή άλλως, η Κίνα για σημαντικό διάστημα δεν είχε μια ιδιαίτερα επιθετική εξωτερική πολιτική. Υπήρχε πάντοτε η «κόκκινη γραμμή» πάνω στο θέμα της Ταϊβάν, χωρίς όμως να προσπαθεί και να αλλάξει τον υφιστάμενο συσχετισμό και μια επιμονή σε απαράγραπτα δικαιώματα στη Νότια Σινική Θάλασσα. Όχι, όμως, κάποια ευρύτερη διεκδίκηση διεθνούς παρουσίας, την ώρα που η οικονομική της αλληλεξάρτηση με τη Δύση μεγάλων διαρκώς.

Η Αμερικανική Ηγεμονία και το ΝΑΤΟ

Σε πείσμα μιας ρητορικής που υπήρξε κατά τη φάση της κατάρρευσης του «υπαρκτού σοσιαλισμού», οι ΗΠΑ δεν εγκατέλειψαν ποτέ τη σαφή πρόθεση να διατηρήσουν την ηγεμονία στο διεθνές σύστημα.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τρόπος που χειρίστηκαν το ζήτημα του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη. Η υπόσχεση που είχαν ουσιαστικά δώσει προς την ΕΣΣΔ το 1990 και μπροστά στις μεγάλες ανακατατάξεις που ήταν ήδη σε εξέλιξης ήταν ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκτεινόταν «ούτε μια ίντσα» προς τα ανατολικά. Μόνο που αυτή η υπόσχεση ξεχάστηκε πολύ γρήγορα και είχαμε όλη τη διαδικασία επέκτασης του ΝΑΤΟ με τη σταδιακά ένταξη χωρών που τυπικά ανήκαν στο «ανατολικό στρατόπεδο».

Αντίστοιχα, σε μεγάλο βαθμό η ακολουθία πολεμικών επεμβάσεων, πρώτα στο Αφγανιστάν και μετά στο Ιράκ, έγινε και με σκοπό να επιβεβαιωθεί ότι οι ΗΠΑ παραμένουν η πιο ισχυρή στρατιωτικά χώρα και αυτή που είναι ικανή να ηγείται νικηφόρων συνασπισμών.

Η σταδιακή ανάδειξη της Κίνας σε απειλή

Για μεγάλο διάστημα οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετώπισαν την Κίνα ως μια κεντρική απειλή. Προφανώς και με έναν τρόπο ήταν πάντα επιφυλακτικές και ενδιαφέρονταν να κατέχουν σημαντικό βαθμό πληροφοριών, όμως δεν ήταν η πρώτη προτεραιότητά τους. Όμως, αυτό άρχισε να αλλάζει σταδιακά.

Δύο ήταν οι βασικές παράμετροι σε αυτή την κατεύθυνση. Η πρώτη είχε να κάνει με το είδος των διεθνών οικονομικών πρακτικών της Κίνας. Η στρατηγική «Μία ζώνη – ένας δρόμος», δεν ήταν απλώς μια «εξαγωγική στρατηγική» ή μια «στρατηγική επενδύσεων» της Κίνας. Διαμόρφωνε, δυνητικά τουλάχιστον γιατί στην πράξη τα πράγματα ήταν κάπως πιο αντιφατικά, ένα είδος επενδύσεων που ταυτόχρονα διευκόλυναν την κινεζική παρουσία (ιδίως από τη στιγμή που ήταν μεγάλη «διάδρομοι» μεταφοράς εμπορευμάτων) αλλά και την κινεζική επιρροή, αφού διαμόρφωναν έντονες διασυνδέσεις ανάμεσα στις τοπικές οικονομίες και την κινεζική. Αυτό σήμαινε ότι η Κίνα δεν ήταν απλώς μια αναπτυσσόμενη οικονομία, με έναν σαφή ορίζοντα από δεύτερη οικονομία του πλανήτη που είναι τώρα να γίνει η πρώτη οικονομία σε ένα βάθος ετών, ήταν ταυτόχρονα και μια χώρα που διεκδικούσε ένα είδος «οικονομικής ηγεμονίας» που απειλούσε τη συνολικότερη θέση των ΗΠΑ.

Η δεύτερη παράμετρος ήταν η σταδιακή ενίσχυση των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων. Το γεγονός ότι η Κίνα διαρκώς επενδύει στο πυρηνικό της οπλοστάσιο και εξοπλισμούς που μπορούν να της επιτρέψουν και πιο επιθετική εξωτερική πολιτική αποτέλεσε επίσης μια παράμετρο ανησυχίας.

Όλα αυτά επικαθορίστηκαν από μία άλλη παράμετρο: τη σταδιακή σύγκλιση ανάμεσα στη Ρωσία και την Κίνα. Η σύγκλιση αυτή, που δεν ήταν προδιαγεγραμμένη δεδομένων της ιστορίας σχέσεων ανάμεσα σε Ρωσία και Κίνα, εν μέρει και ως αποτέλεσμα των αμερικανικών χειρισμών, αλλά και πάτησε πάνω σε πραγματικά πεδία συνεργασίας. Η βασική παράμετρος ανησυχίας είναι προφανώς ότι ο συνδυασμός ανάμεσα στην κινεζική οικονομική και τεχνολογική ισχύ και το γεγονός ότι η Ρωσία παραμένει μια πυρηνική υπερδύναμη, διαμόρφωνε έναν ακόμη πιο αρνητικό συσχετισμό για τις ΗΠΑ.

Αυτό σήμαινε ότι η Κίνα άρχισε να αποτελεί για τις ΗΠΑ μια ιδιαίτερα σημαντική δυνητική απειλή: ταυτόχρονα οικονομική και γεωπολιτική. Και μπορεί να ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ που σηματοδότησε αυτή τη στροφή έντονα, αλλά είναι σαφές ότι η αντιμετώπιση της Κίνας ως απειλής είναι ένα στοιχείο που διαπερνά το σύνολο του αμερικανικού πολιτικού συστήματος.

Πώς φτιάχνεται μια απειλή;

Ωστόσο υπήρχε μια δυσκολία. Η Κίνα μπορεί να ήταν αντικειμενικά απειλή για την αμερικανική πρωτοκαθεδρία, όμως την ίδια στιγμή ήταν ενταγμένη μέσα στο σύστημα της παγκοσμιοποίησης, τόσο ως προς τις ροές εμπορευμάτων όσο και ως προς τις ροές επενδύσεων και με την εξαίρεση ζητημάτων όπως της Ταϊβάν (όπου ανεξαρτήτως ρητορικής η βασική της θέση είναι η μη αλλαγή του υφιστάμενου καθεστώτος) ή της Νότιας Σινικής Θάλασσας, δεν έχει μια «επιθετική» διεθνή συμπεριφορά. Αυτό, άλλωστε, έχει να κάνει και με τον τρόπο που σχεδιάζει το ΚΚΚ σε βάθος ετών, κάτι που σημαίνει ότι είμαστε ακόμη στη φάση της εσωτερικής συγκρότησης παρά της επιθετικής διεθνούς συμπεριφοράς.

Και παρότι η πρόσφατη απόφαση του ΝΑΤΟ αναφέρεται σε επιθετική συμπεριφορά και φιλοδοξίες της Κίνας, εντούτοις αυτές δεν περιγράφονται με σαφήνεια. Τα στοιχεία που παρατίθενται, δηλαδή η αναβάθμιση του πυρηνικού οπλοστασίου της Κίνας στην κατεύθυνση πυρηνικής τριάδας (δηλαδή διηπειρωτικοί πύραυλοι, υποβρύχια και στρατηγικά βομβαρδιστικά αεροσκάφη), η «αδιαφάνεια» ως προς τον εκσυγχρονισμό των οπλικών της συστημάτων, ή η συνεργασία σε επίπεδο ασκήσεων με τη Ρωσία δύσκολα συνιστούν μια «αλλαγή παραδείγματος».

Αυτό μπορεί να εξηγήσει το πώς υπογραμμίζονται παράλληλα οι αυταρχικές πολιτικές της Κίνας, κάτι που συνάδει με τον τρόπο που έχουν έρθει στο προσκήνιο τα ζητήματα που αφορούν τους Ουιγούρους και την μεταχείρισή τους από το κινεζικό κράτος, ή τα ζητήματα που αφορούν την υποτιθέμενη σύμφυση ανάμεσα στο στρατιωτικό και τον μη στρατιωτικό τομέα της βιομηχανίας, που σε μεγάλο βαθμό αποτυπώθηκε σε όλο το φάσμα των κυρώσεων στη Huawei μέσα από καταγγελίες για «κατασκοπεία» και αργότερα στην απαγόρευση εξαγωγής τσιπ τελευταίας τεχνολογίας με το σκεπτικό ότι θα χρησιμοποιούνται και για στρατιωτικούς σκοπούς.

Όμως, το γεγονός ότι δεν υπάρχει μια «Κριμαία» ή μια «ουκρανική κρίση» που να αποδοθεί στην Κίνα σημαίνει ότι η κλασική έννοια της «επιθετικής συμπεριφοράς» δεν μπορεί να τεκμηριωθεί και αυτό αναγκαστικά μεταθέτει τη συζήτηση είτε στα ζητήματα εσωτερικών πολιτικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων είτε στα ζητήματα χρήσης της τεχνολογίας για πολεμικούς σκοπούς. Τα σημεία αυτά έχουν και την επιπλέον σημασία ότι επειδή παραπέμπουν σε ζητήματα δικαιωμάτων ή σε ζητήματα κατασκοπίας και άλλων αντίστοιχων απειλών, είναι και πιο εύκολο να παρουσιαστούν ως δυνητικές απειλές για χώρες όπως αυτές του ΝΑΤΟ που είναι αρκετά μακριά με την Κίνα, δεν εμπλέκονται στις άμεσες εδαφικές διενέξεις που μπορεί να έχει και επίσης διαθέτουν αναπτυγμένες οικονομικές σχέσεις μαζί της.

Τα όρια της επιθετικότητας

Παράλληλα, με την αναβάθμιση της ρητορικής της απειλής, έστω και με τη μετωνυμική αναφορά σε «στρατηγικές προκλήσεις», υπάρχει και μια επίγνωση των ορίων της επιθετικότητας.

Ακόμη και εάν μπει κάποιος περιορισμός στις κινεζικές επενδύσεις, μια πλήρης οικονομική αποσύνδεση είναι πολύ δύσκολη και με μεγάλο κόστος περισσότερο για τις χώρες του ΝΑΤΟ (και τις ίδιες τις ΗΠΑ) παρά για την ίδια την Κίνα, που ούτως ή άλλως έχει το μεγάλο βάθος της ίδια της εσωτερικής της οικονομίας αλλά και ένα σημαντικό φάσμα άλλων οικονομικών σχέσεων συναλλαγών. Ούτε είναι εύκολη μια πλήρης πολιτική ρήξη όταν υπάρχουν διάφορα πεδία όπου η Δύση χρειάζεται την κινεζική συνεργασία (η διαχείριση του ζητήματος της Βόρειας Κορέας είναι ένα τέτοιο παράδειγμα). Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί παράλληλα με τις όποιες ρητορικές εξάρσεις, έχουμε και ενδείξεις ενός ιδιότυπου πραγματισμού και αναζήτησης και πεδίων συνεννόησης.

Η Κίνα ενδιαφέρεται για την εικόνα της αλλά ταυτόχρονα δεν φοβάται να δείχνει τα δόντια της

Σε αυτό το φόντο έχει μεγάλο ενδιαφέρον η είδηση ότι πρόσφατα έγινε αναλυτική συζήτηση στην ομάδα μελέτης του πολιτικού γραφείου του ΚΚΚ για την ανάγκη η Κίνα να μπορέσει να επικοινωνήσει μια καλύτερη εικόνα προς τα έξω εν μέσω «του στιγματισμού και του πολέμου προπαγάνδας», όπως και το γεγονός ότι ο Κινέζος πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ επέμεινε στην ανάγκη η χώρα «να παρουσιάσει μια αληθινή, πολυδιάστατη και πανοραμική εικόνα της» και να μπορέσει να παρουσιάσει τη δική της αφήγηση προς τον κόσμο. Ωστόσο, πλάι σε αυτή την προσπάθεια να καταστεί πιο «αγαπητή» η Κίνα, γίνεται σαφές ότι δεν φοβάται και να δείξει τα δόντια της. Ο πρέσβης της Κίνας στη Γαλλία δήλωσε πρόσφατα ότι δεν φοβάται τον χαρακτηρισμό «λύκος μαχητής» και ότι θα αντιμετωπίσει με αποφασιστικότητα τα «τρελά σκυλιά» που επιτίθενται στην Κίνα, υπογραμμίζοντας μάλιστα μιλώντας στη γαλλική εφημερίδα L’Opinion ότι στην Κίνα η έκφραση «λύκος μαχητής» συμβολίζει τους πολεμιστές που υπερασπίζονται τη χώρα τους όπως και ότι η Κίνα έχει το δικαίωμα να υπερασπιστεί τον εαυτό της.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr