Καθόμουν στο υπόγειο ενός κοινοτικού κέντρου στην πόλη Ντονέτσκ της ανατολικής Ουκρανίας, ακούγοντας τις οβίδες που έπεφταν γύρω μας, και παρακολουθούσα μια νεαρή γυναίκα να προσπαθεί να εξηγήσει τη βία στο γιο της. «Ποιος μας βομβαρδίζει;», ρώτησε στα ρωσικά, πριν προτρέξει να απαντήσει μόνος του: «Είναι φασίστες;». Ο 4χρονος έγνεψε έντονα: «Ναι, ναι», είπε. «Ναι, είναι φασίστες».

Ήταν Ιανουάριος του 2015, γράφει στο «Atlantic» η Katie Stallard, επικεφαλής συντάκτρια σε θέματα Κίνας και διεθνών υποθέσεων στο πολιτικό περιοδικό «The New Statesman».

Οι υποστηριζόμενοι από τη Ρωσία αυτονομιστές είχαν πάρει τον έλεγχο της πόλης εννέα μήνες νωρίτερα, ανακηρύσσοντάς την πρωτεύουσα της νέας Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ. Ωστόσο, οι μάχες συνεχίζονταν και η αλήθεια είναι ότι, όταν ήμασταν σε εκείνο το υπόγειο, κανείς μας δεν ήξερε ποιος ήταν υπεύθυνος για τους βομβαρδισμούς: Ο ουκρανικός στρατός είχε οχυρωθεί στα περίχωρα της πόλης και οι αυτονομιστές πυροβολούσαν από θέσεις κοντά μας.

Κανείς, δηλαδή, εκτός από τη μητέρα, που είδα να μιλάει με το αγόρι της. Λέγοντας «φασίστες» – μου εξήγησε αργότερα – αναφερόταν στις ουκρανικές κυβερνητικές δυνάμεις.

Αν μάθαινες τις ειδήσεις από τη ρωσική κρατική τηλεόραση, όπως έκαναν πολλοί άνθρωποι σε αυτή την κυρίως ρωσόφωνη πόλη και περίπου το 90% του εγχώριου ακροατηρίου του Βλαντίμιρ Πούτιν, δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για το ποιος έφταιγε: Οι τηλεθεατές έμαθαν ότι για τη σύγκρουση στο Ντονέτσκ και το γειτονικό Λουγκάνσκ έφταιγε μια «φασιστική χούντα», που είχε καταλάβει την εξουσία στο Κίεβο και οι δυτικές μυστικές υπηρεσίες που κινούσαν τα νήματα. Τα ρωσικά μέσα ενημέρωσης δημοσίευσαν αμέτρητες ιστορίες για το πώς αυτές οι δυνάμεις είχαν βυθίσει την Ουκρανία στη βία και το χάος.

Η ανακοίνωση του προέδρου Πούτιν, αυτό τον Φεβρουάριο, ότι διέταξε ρωσικά στρατεύματα στην Ουκρανία να πραγματοποιήσουν μια εκστρατεία «αποναζιστικοποίησης» – ένας παράλογος ισχυρισμός, δεδομένου ότι, για αρχή, ο ηγέτης της Ουκρανίας είναι Εβραίος και είχε συγγενείς που σκοτώθηκαν στο Ολοκαύτωμα – προέρχεται από αυτά τα ψέματα που ειπώθηκαν χρόνια πριν, ψέματα που είδα να διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα σε εκείνο το υπόγειο το 2015.

Τότε, ήμουν ανταποκρίτρια στη Μόσχα για το βρετανικό Sky News. Τώρα εργάζομαι στην Ουάσιγκτον για το New Statesman, γράφει η Katie Stallard, αλλά η ανάμνηση εκείνης της στιγμής παρέμεινε. Ακούγοντας την ομιλία του Πούτιν το πρωί της εισβολής στην Ουκρανία, όταν δήλωσε ότι σώζει αθώους από τη «γενοκτονία» και συνέκρινε τις ενέργειές του με τον ηρωικό αγώνα που έδωσαν οι Ρώσοι κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η αρχική μου αντίδραση ήταν δυσπιστία. Στη συνέχεια, συνειδητοποίησα ότι είχα ξανακούσει αυτό το επιχείρημα.

Ο Ρώσος πρόεδρος είναι ο τελευταίος σε μια μακρά σειρά δικτατόρων, που χειραγωγούν την ιστορία και κατασκευάζουν εχθρούς, για να συσπειρώσουν τον πληθυσμό που είναι εναντίον τους και να εξασφαλίσουν τη δική τους εξουσία. Οι προηγούμενοι σοβιετικοί ηγέτες έχουν βασιστεί στα ίδια βασικά θέματα και έχω δει αυτό το «παιχνίδι» σε δράση στην Κίνα και τη Βόρεια Κορέα, όπου ο Σι Τζινπίνγκ και ο Κιμ Γιονγκ Ουν επιμένουν ότι και αυτοί υπερασπίζονται τα έθνη τους από εχθρικούς ξένους αντιπάλους.

Ωστόσο, δεν πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτή η αυταρχική επανεγγραφή της ιστορίας, που καθοδηγείται κυρίως από την επιθυμία να εδραιωθεί η εξουσία, επηρεάζει μόνο τον εγχώριο πληθυσμό ενός δικτάτορα (αν και το κάνει). Στην πραγματικότητα, αυτές οι αναδιηγήσεις έχουν πολύ μεγαλύτερη σημασία, καθώς περιλαμβάνονουν επεκτατικές εδαφικές φιλοδοξίες και επιθετικές εξωτερικές πολιτικές, που απειλούν γειτονικές δημοκρατίες, όπως η Ταϊβάν, η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία – και η Ουκρανία – και υποδαυλίζουν το εθνικιστικό φρόνημα εναντίον των ΗΠΑ και των συμμάχων τους.

Όπως αποδεικνύει σήμερα ο Πούτιν, αυτές οι αμφισβητήσιμες ιστορικές αφηγήσεις σε μακρινές απολυταρχίες αποτελούν πρόβλημα και για τις δημοκρατίες.

Κατά την «επανεκπαίδευσή» του στο «1984», ο πρωταγωνιστής τού Τζορτζ Όργουελ, Ουίνστον Σμιθ, καλείται να επαναλάβει το σύνθημα του κόμματος για το παρελθόν. «Όποιος ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον», απαντάει υπάκουα. «Όποιος ελέγχει το παρόν, ελέγχει το παρελθόν».

Αν και οι ατομικές τους προσεγγίσεις για τον έλεγχο αυτού του παρελθόντος διαφέρουν σημαντικά, ο Πούτιν, ο Σι και ο Κιμ μοιράζονται μια εμμονή που ο Όργουελ θα είχε αναγνωρίσει.

Από τότε που ανέβηκε στην εξουσία, πριν από δύο και πλέον δεκαετίες, ο Πούτιν έχει αναγάγει τη μνήμη της σοβιετικής νίκης στον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, όπως αναφέρεται ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος στη Ρωσία, σε εθνική θρησκεία και έχει αναδείξει τον εαυτό του ως τον κληρονόμο αυτής της κληρονομιάς και τον ακούραστο υπερασπιστή της Ρωσίας και των απανταχού Ρώσων απέναντι στις σύγχρονες απειλές τους. Αποκαλεί την ουκρανική ηγεσία «φασίστες», για να υπενθυμίσει στους συμπατριώτες του τον εχθρό που αντιμετωπίζουν, επιμένοντας ότι έχουν να κάνουν με μια αναγεννημένη απειλή.

Δεν επικαλείται, ωστόσο, την τρομοκρατία και τα στρατηγικά λάθη που διέπραξε ο ηγέτης της χώρας κατά τη διάρκεια του πολέμου, Ιωσήφ Στάλιν. Αντ’ αυτού, ο Πούτιν έχει σφραγίσει την επίσημη εκδοχή της Ιστορίας με τον έλεγχο, ψηφίζοντας νέους νόμους που καθιστούν ποινικό αδίκημα την αμφισβήτηση των Αρχών ή την αμφισβήτηση της πραγματικής κλίμακας του σοβιετικού ηρωισμού. Έχει επίσης κλείσει ανεξάρτητες οργανώσεις, που προσπαθούσαν να διατηρήσουν τη μνήμη των φρικαλεοτήτων της σοβιετικής εποχής. Τον ενδιαφέρει να θυμάται μόνο τις πτυχές της Ιστορίας, που εξυπηρετούν τις τρέχουσες πολιτικές του ανάγκες.

Σε αυτό, ο Πούτιν μοιράζεται την ίδια προοπτική με τον Σι. Είναι σαφές ότι και οι δύο κατανοούν την ευρύτερη απήχηση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τη σημασία της διατήρησης σταθερού ελέγχου της ιστορίας των χωρών τους ευρύτερα.

Ο «ιστορικός μηδενισμός» του Κινέζου Σι

Ο Σι έχει αναγνωρίσει τον «ιστορικό μηδενισμό», που ουσιαστικά σημαίνει οτιδήποτε αμφισβητεί την εκδοχή του καθεστώτος για την Ιστορία, ως κρίσιμο παράγοντα για την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, και έχει καταστήσει σαφές ότι η διατήρηση ενός στενού ελέγχου της Ιστορίας είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση του μέλλοντος της εξουσίας του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος.

Όπως και ο Πούτιν, ο Σι έχει περάσει νέους νόμους για να προστατεύσει την εκδοχή του κόμματος για την Ιστορία και να φιμώσει τις αντίθετες απόψεις. Εισήγαγε νέες ημέρες μνήμης για να τιμήσει τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και ακολούθησε το παράδειγμα του Ρώσου ηγέτη το 2015, διοργανώνοντας μία πομπώδη στρατιωτική παρέλαση για την Ημέρα της Νίκης με αφορμή την επέτειο του τέλους του πολέμου – την πρώτη φορά που μια τέτοια εκδήλωση πραγματοποιήθηκε στο Πεκίνο με επίτιμο προσκεκλημένο τον Πούτιν.

Έχει επίσης επεκτείνει τη διάρκεια του πολέμου, μεταφέροντας την ημερομηνία έναρξης πίσω στο 1931, για να ενσωματώσει αυτό που προηγουμένως αντιμετωπιζόταν ως ξεχωριστή περιφερειακή σύγκρουση με την Ιαπωνία. Αν και η αλλαγή έχει αξιόπιστη ιστορική βάση, το μεγαλύτερο χρονικό πλαίσιο εξυπηρετεί επίσης μια χρήσιμη πολιτική λειτουργία, καθώς περιλαμβάνει την προηγούμενη περίοδο κατά την οποία τα κομμουνιστικά στρατεύματα διαδραμάτιζαν πιο ενεργό ρόλο στις μάχες.

Η περίπτωση της Βόρειας Κορέας

Αν και η εκδοχή της ιστορίας της Κίνας είναι τουλάχιστον αξιόπιστη, παρότι προσαρμοσμένη για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του Κομμουνιστικού Κόμματος, στην άλλη πλευρά των συνόρων, στη Βόρεια Κορέα, το καθεστώς Κιμ βασίζεται σε μια παράλογη μυθοπλασία και σε απροκάλυπτα ψέματα.

Εδώ και τρία τέταρτα του αιώνα, διεκδίκησε τη νίκη σε δύο μεγάλους πολέμους, επιμένοντας ότι ο πρώτος πρόεδρός του, Κιμ Ιλ Σουνγκ – ο παππούς του σημερινού ηγέτη, Κιμ Γιονγκ Ουν – «απελευθέρωσε» τη χώρα από την ιαπωνική αποικιοκρατία στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ στην πραγματικότητα βρισκόταν στη Σοβιετική Ένωση εκείνη την εποχή. Στη συνέχεια, προφανώς εξασφάλισε μια επακόλουθη «λαμπρή νίκη» επί των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο της Κορέας το 1953, τον οποίο, σε αυτή την εκδοχή του παρελθόντος, οι ΗΠΑ και η Νότια Κορέα λέγεται ότι ξεκίνησαν.

Η μυθοπλασία της οικογένειας Κιμ κυριαρχεί στην καθημερινή ζωή της Βόρειας Κορέας. Σε ένα ταξίδι – ρεπορτάζ εκεί το 2016, είδα την τεράστια «Αψίδα του Θριάμβου» που χτίστηκε στην καρδιά της πρωτεύουσας, στην οποία είναι χαραγμένη η ημερομηνία «1945», σε ανάμνηση της υποτιθέμενης νίκης του πρώτου Κιμ επί της Ιαπωνίας.

Οι κορυφαίοι αξιωματούχοι του εγγονού του κυκλοφορούν με έναν στόλο από αστραφτερές μαύρες Mercedes, με το πρόθεμα «727» στις πινακίδες κυκλοφορίας τους, για να σηματοδοτήσουν την υποτιθέμενη νίκη επί των ΗΠΑ στις 27 Ιουλίου 1953, την ημερομηνία υπογραφής της ανακωχής στον πόλεμο της Κορέας. Παρότι πολλοί από τους πολίτες πεινούν στην εξαθλιωμένη και απομονωμένη χώρα του, ο Κιμ έχει επενδύσει άφθονους πόρους στην ανοικοδόμηση και την ουσιαστική επέκταση των πολεμικών μουσείων της χώρας. Η διατήρηση της εκδοχής του καθεστώτος για το παρελθόν είναι προφανώς πιο σημαντική από την κάλυψη των βασικών αναγκών του πληθυσμού.

Η απειλή τού να ξαναγράφεις την Ιστορία

«Αλλά πώς μπορείς να σταματήσεις τους ανθρώπους να θυμούνται πράγματα;», ρωτά ο ήρωας του Όργουελ στο «1984». «Πώς μπορείς να ελέγξεις τη μνήμη;».

Θα μπορούσε κανείς κάλλιστα να θέσει το ίδιο ερώτημα στον Πούτιν, τον Σι και τον Κιμ για τις δικές τους προσπάθειες να ελέγξουν το παρελθόν. Δεν μπορούν να καθορίσουν τι σκέφτονται οι μεμονωμένοι πολίτες ή τις ατομικές αναμνήσεις που διατηρούν, αλλά μπορούν να αποφασίσουν τι παρουσιάζεται στις βραδινές ειδήσεις και τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στο διαδίκτυο, όπως μπορούν και να καταστήσουν επικίνδυνη τη δημόσια αμφισβήτηση της επίσημης γραμμής.

Στη Ρωσία, τώρα, είναι παράνομο να αποκαλείται ο πόλεμος στην Ουκρανία «πόλεμος». Τα παιδιά στα σχολεία διδάσκονται ότι οι στρατιώτες τους είναι «υπερασπιστές της ειρήνης», που «απελευθερώνουν» ευγνώμονες πολίτες. Ο Πούτιν παραθέτει αποσπάσματα από τη Βίβλο και επικαλείται τον Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο, για να υπογραμμίσει το δίκαιο του σκοπού του, καθώς επιμένει ότι πολεμά «για έναν κόσμο χωρίς ναζισμό». Υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτή η προσέγγιση λειτουργεί.

Ο δήμαρχος της Μελιτόπολης έχει διηγηθεί πώς, τον Μάρτιο, απήχθη από ρωσικά στρατεύματα, που του είπαν ότι ήρθαν για να «απελευθερώσουν την Ουκρανία από τους Ναζί». Οι ρώσοι στρατιώτες έγραψαν τις λέξεις για τα παιδιά σε έναν πύραυλο που έπληξε την πόλη Κραματόρσκ της ανατολικής Ουκρανίας – μια ζοφερή ειρωνεία, καθώς το ίδιο χτύπημα σκότωσε και παιδιά μεταξύ των πολλών εκτοπισμένων που περίμεναν ένα τρένο.

Ο Σι και ο Κιμ πρέπει να ενθαρρύνονται από το πόσο καλά έχουν αντέξει η λαϊκή υποστήριξη του Πούτιν και η προπαγάνδα του. Και αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα πολύ επικίνδυνο προηγούμενο, όχι μόνο για εκείνους που ζουν σε αυτές τις κοινωνίες, αλλά και για εκείνους που είναι αποδέκτες πιο επιθετικών πολιτικών στο εξωτερικό – τους ανθρώπους που ζουν στην Ταϊβάν, τη Νότια Κορέα, την Ιαπωνία και τις χώρες που περιβάλλουν τη Νότια Σινική Θάλασσα.

Η παρόρμηση να ξαναγράψουν την Ιστορία και να επικαλεστούν ένδοξους μύθους, για να συγκεντρώσουν τη λαϊκή υποστήριξη, δεν περιορίζεται στους δικτάτορες, επισημαίνει η Katie Stallard. Ο πραγματικός κίνδυνος προκύπτει όταν η επίσημη αφήγηση γίνεται η μόνη επιτρεπτή εκδοχή της Ιστορίας, όπως συμβαίνει τώρα στη Ρωσία, την Κίνα και τη Βόρεια Κορέα. Αν και οι ηγέτες αυτών των καθεστώτων διαφέρουν ως προς την προσέγγισή τους στο παρελθόν, και οι τρεις ισχυρίζονται ότι το έθνος τους είναι αυτό που απειλείται και ότι πρέπει να ενισχύσουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες και να αυξήσουν τον πολιτικό τους έλεγχο, για να υπερασπιστούν τους πολίτες τους.

«Ό,τι το Κόμμα θεωρεί αλήθεια είναι αλήθεια», λέγεται στον Ουίνστον, στο μυθιστόρημα του Όργουελ. Οι ηγέτες της Ρωσίας, της Κίνας και της Βόρειας Κορέας έχουν παρόμοια άποψη, και αυτό έχει συνέπειες για όλους μας.

Πηγή: in.gr