«Η Όμικρον δεν είναι η ίδια ασθένεια που βλέπαμε πέρσι», ενώ η υψηλή θνητότητα, τουλάχιστον για τη Βρετανία «αποτελεί παρελθόν», σύμφωνα με κορυφαίο ανοσολόγο της χώρας.

Ο Σερ Τζον Μπελ, επίτιμος καθηγητής Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης και σύμβουλος της βρετανικής κυβέρνησης δήλωσε ότι παρά την αύξηση των εισαγωγών στα νοσοκομεία κατά τη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων, ως αποτέλεσμα της εξάπλωσης της παραλλαγής Όμικρον, «η ασθένεια εμφανίζεται λιγότερο βαριά και πολλοί είναι εκείνοι που περνούν μόνο λίγες ημέρες στο νοσοκομείο». Λιγότεροι ασθενείς χρειάζονται οξυγόνο υψηλής ροής, ενώ η μέση διάρκεια νοσηλείας έχει περιοριστεί στις τρεις ημέρες.

Η μερίδα που ανησυχεί

Ορισμένοι επιστήμονες έχουν επικρίνει την απόφαση της κυβέρνησης να μην εισάγει νέους περιορισμούς κατά του κοροναϊού στην Αγγλία εν αναμονή της Πρωτοχρονιάς, με ορισμένους να περιγράφουν αυτή την απραξία ως «τη μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ των επιστημονικών συστάσεων και της νομοθεσίας» από το ξέσπασμα της πανδημίας.

Έχουν εκφράσει ανησυχίες ότι παρά το γεγονός ότι η παραλλαγή Όμικρον εμφανίζεται αποδυναμωμένη, ταυτόχρονα χαρακτηρίζεται από υψηλή μεταδοτικότητα, πράγμα που σημαίνει ότι οι αριθμοί των νοσηλειών και των θανάτων θα μπορούσαν να αυξηθούν ραγδαία ελλείψει παρεμβάσεων.

Ο επικεφαλής των παρόχων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS), Κρις Χόπσον, σημείωσε ότι ακόμη δεν είναι σαφείς οι πιθανές επιπτώσεις της εξάπλωσης του ιού σε ηλικιωμένους.

«Τα Χριστούγεννα οι γενιές συναντήθηκαν σε οικογενειακές συγκεντρώσεις κι έτσι όλοι περιμένουμε να δούμε αν θα υπάρξει σημαντική αύξηση των ασθενών που φτάνουν στο νοσοκομείο με σοβαρά συμπτώματα εξαιτίας της Όμικρον», δήλωσε στο BBC Breakfast.

Ελλείψεις στα νοσοκομεία

Οι απουσίες στο προσωπικό του NHS, λόγω της ανάγκης για αυτοαπομόνωση μετά την έκθεση στην Όμικρον, ασκούν επιπλέον πιέσεις στο σύστημα υγείας, με τους ειδικούς να προβλέπουν ότι στο χειρότερο σενάριο ακόμη και το 40% του προσωπικού των νοσοκομείων του Λονδίνου θα μπορούσε να παροπλιστεί.

«Αυτή τη στιγμή διαπιστώνουμε σημαντική αύξηση στις απουσίες προσωπικού και αρκετοί από τους επικεφαλής μας λένε ότι το πιθανότερο είναι πως το πρόβλημα θα ενταθεί και θα αποτελέσει μεγαλύτερη πρόκληση από ό,τι, πιθανώς, η εισαγωγή περισσότερων ασθενών για θεραπεία από τον κοροναϊό», εξήγησε ο Χόπσον.

Και οι αισιόδοξοι

Ο Τζορτζ Γιούστις, υπουργός περιβάλλοντος, τόνισε ότι η κυβέρνηση «επιτηρεί πολύ στενά» τα επίπεδα εισαγωγών ασθενών κοροναϊού στα νοσοκομεία.

Αναγνώρισε ότι οι λοιμώξεις αυξάνονται ως αποτέλεσμα της Όμικρον, όμως σημείωσε ότι υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν καταλήγουν σε τόσο υψηλό αριθμό νοσηλειών όσο στα προηγούμενα στελέχη.

«Υπάρχει μια πρώτη ενθάρρυνση από τα στοιχεία που έχουμε από τη Νότια Αφρική, που μας επιτρέπει να ελπίσουμε ότι θα έχουμε λιγότερες νοσηλείες, ενώ μικρότερος θα είναι και ο αριθμός των ημερών που θα χρειαστεί να περάσουν οι νοσηλευόμενοι στα νοσοκομεία σε σχέση με τα προηγούμενα κύματα», δήλωσε στο BBC.

«Αυτή τη στιγμή δεν θεωρούμε ότι τα δεδομένα που έχουμε δικαιολογούν περαιτέρω παρεμβάσεις. Όμως προφανώς θα πρέπει να συνεχίσουμε να επιτηρούμε την κατάσταση πολύ προσεκτικά, επειδή αν αρχίσουμε να παρατηρούμε σημαντικές αυξήσεις των εισαγωγών στα νοσοκομεία, τότε θα πρέπει να λάβουμε περαιτέρω μέτρα».

«Οι φρικιαστικές εικόνες ανήκουν στο παρελθόν»

Ο Τζον Μπελ δήλωσε στο Today του BBC4: «Οι φρικιαστικές σκηνές που είδαμε πριν ένα χρόνο, με τις γεμάτες ΜΕΘ και τους πολλούς πρόωρους θανάτους, πλέον κατά τη γνώμη μου ανήκουν στην ιστορία και πιστεύω ότι θα πρέπει να αισθανόμαστε σιγουριά ότι τα πράγματα θα συνεχίσουν έτσι».

Τόνισε ότι στην πορεία των πολλαπλών κυμάτων του κοροναϊού, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που προκλήθηκαν από τις παραλλαγές Δέλτα και Όμικρον, «η συχνότητα των σοβαρών περιστατικών και των θανάτων από την ασθένεια ουσιαστικά έχει παραμείνει σταθερή μετά τον εμβολιασμό μας».

Πρόσθεσε ότι οι ήσυχοι δρόμοι της χώρας στη διάρκεια των τελευταίων εβδομάδων αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι είναι «πολύ υπεύθυνοι» σε ό,τι αφορά την αυτοπροστασία τους από τον ιό.

Ανεπαρκή τα δεδομένα

Μιλώντας μετά την ανακοίνωση της κυβέρνησης τη Δευτέρα ότι δεν πρόκειται να εισαχθούν φέτος και άλλοι περιορισμοί κατά του κοροναϊού, ο Σάιμον Κλαρκ, αναπληρωτής καθηγητής κυτταρικής μικροβιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ τόνισε ότι τα τελευταία δεδομένα δεν είναι επαρκή.

Προειδοποίησε ότι οι τελευταίοι αριθμοί κρουσμάτων δεν περιλάμβαναν δείγματα που ελήφθησαν μεταξύ της παραμονής και της επόμενης των Χριστουγέννων και ότι μέσα στην επόμενη εβδομάδα θα καταστεί σαφής η έκταση της μετάδοσης του ιού σε αυτό το διάστημα.

«Αν και κανείς δεν θέλει αυστηρότερα μέτρα, ο κόσμος θα πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι αν καταλήξουμε να αντιμετωπίζουμε σοβαρό πρόβλημα νοσηλειών και τεράστιους αριθμούς κρουσμάτων, τα πράγματα θα είναι χειρότερα από ό,τι αν οι αρχές δράσουν εγκαίρως», σημείωσε.

Από το lockdown στο κοινό κρυολόγημα

Μιλώντας την Τρίτη, ο Πολ Χάντερ, καθηγητής ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Ανατολικής Αγγλίας, ανέφερε ότι οι ασθενείς κοροναϊού εντέλει θα είναι σε θέση να «συνεχίζουν κανονικά τις ζωές τους», όπως θα συνέβαινε κι αν είχαν κολλήσει ένα απλό κρυολόγημα.

«Είναι μια ασθένεια που θα μας συνοδεύει για πάντα. Εντέλει θα πρέπει να αφήσουμε τους ανθρώπους που είναι θετικοί στον κοροναϊό να συνεχίζουν κανονικά τις ζωές τους, όπως θα συνέβαινε και με οποιοδήποτε άλλο κρύωμα», δήλωσε στο BBC Breakfast. «Αν οι κανόνες αυτοαπομόνωσης είναι το πρόβλημά μας με τον κοροναϊό, ίσως θα πρέπει να το κάνουμε αυτό όσο πιο γρήγορα γίνεται – αν και ίσως όχι ακόμη».

«Ο Covid είναι απλώς ένας ιός από μια οικογένεια κοοναϊών και οι υπόλοιποι κοροναϊοί συνήθως εμφανίζουν νέα στελέχη περίπου κάθε χρόνο. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι το ίδιο θα συμβεί και σε αυτή την περίπτωση. Ουσιαστικά θα μετατραπεί σε άλλη μια αιτία του κοινού κρυολογήματος».

«Όταν περάσει και το Πάσχα ίσως θα πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε το ενδεχόμενο να μειώσουμε τα μέτρα, με βάση φυσικά και την εικόνα της πανδημίας εκείνη την εποχή».

Με πληροφορίες από Guardian

Πηγή: in.gr