Όπως συμβαίνει συχνά με τις πολυμερείς αποφάσεις, αναφέρει ο Economist, ήταν η Αμερική που κρατούσε το «κλειδί». Η Τζάνετ Γέλεν, υπουργός οικονομικών της κυβέρνησης Μπάιντεν, ανακοίνωσε στις αρχές του έτους ότι είχε έρθει η στιγμή να σταματήσει ο «αγώνας δρόμου προς τον πάτο» σε ό,τι αφορά την εταιρική φορολόγηση. Τα σχόλιά της έφεραν μια ιδιαίτερα τεταμένη συζήτηση για μια παγκόσμια συμφωνία που θα κατάφερνε να ελέγξει πόσα και πού πληρώνουν οι πολυεθνικές εταιρείες.

Οι συζητήσεις εστιάστηκαν σε δυο κεντρικές αλλαγές: Την ανακατεύθυνση των δικαιωμάτων φορολόγησης προς τις χώρες όπου πραγματικά συμβαίνει η οικονομική δραστηριότητα και όχι σε εκείνες που επιλέγει η εκάστοτε εταιρεία να κατευθύνει τα κέρδη της και ο ορισμός ενός ελάχιστου συντελεστή παγκόσμιας φορολογίας.

Οι υπουργοί οικονομικών των χωρών των G7 έδωσαν σημαντική ώθηση στις διαπραγματεύσεις στη συνάντησή τους στις 4-5 Ιουνίου, υποστηρίζοντας έναν ελάχιστο συντελεστή της τάξης «τουλάχιστον του 15%» και μια αναδιανομή των δικαιωμάτων φορολόγησης που θα διασφαλίζει ότι οι χώρες-«αγορές», δηλαδή εκείνες όπου οι εταιρείες διοχετεύουν τα προϊόντα τους, θα λάβουν μεγαλύτερη μερίδα αυτών των δικαιωμάτων. Τουλάχιστον «το 20% των κερδών που ξεπερνούν ένα όριο του 10% στο περιθώριο κέρδους, για τις μεγαλύτερες και πιο κερδοφόρες πολυεθνικές εταιρείες».

Επιπλέον, εξέφρασαν την επιθυμία να αποσυμπιέσουν μια υπερατλαντική διαμάχη για τη φορολόγηση των (κυρίως αμερικανικών) τεχνολογικών κολοσσών, υποσχόμενοι να «παρέχουν τον απαραίτητο συντονισμό» για την εφαρμογή των νέων, διεθνών φορολογικών κανόνων και να απομακρύνουν την τιμωρητική φορολόγηση για τις ψηφιακές υπηρεσίες που έχουν επιβάλει ευρωπαϊκές και άλλες χώρες επί των πωλήσεων των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών.

Αυτό δίνει στο ευρύτερο G20, το βασικό forum για τις διεθνείς συζητήσεις για τη φορολογία, και το οποίο περιλαμβάνει χώρες όπως η Κίνα και η Ρωσία, την αφορμή για εξαιρετικά εκτεταμένες συζητήσεις. Στόχος είναι να συμφωνηθούν συγκεκριμένοι όροι ήδη από τον Ιούλιο, οδηγώντας και τις υπόλοιπες 120 περίπου χώρες και περιοχές να εμπλακούν στις συζητήσεις και να συμμορφωθούν με τις αποφάσεις των «μεγάλων».

Ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας έχει προβλέψει μια «επανάσταση» στους παγκόσμιους κανόνες της φορολόγησης «μέσα σε λίγες μόλις εβδομάδες».

Όλες οι επαναστάσεις, όμως, έχουν νικητές και ηττημένους. Στην προκειμένη περίπτωση, οι πιο ξεκάθαροι νικητές θα είναι οι μεγάλες οικονομίες, εντός των οποίων οι πολυεθνικές πραγματοποιούν μεγάλο όγκο των πωλήσεών τους αλλά δηλώνουν στην επικράτειά τους σχετικά περιορισμένα φορολογήσιμα κέρδη, χάρη στον φορολογικό προγραμματισμό που τους επιτρέπει να διοχετεύσουν τα έσοδά τους σε περιοχές με χαμηλή εταιρική φορολογία.

Αυτή η ασυμμετρία μεγεθύνεται σε ευθεία αναλογία με την άνοδο των ψηφιακών γιγάντων, όπως είναι η Apple και η Google, τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων είναι κατά κύριο λόγο άυλα. Τα φτωχότερα κράτη, όπου οι παγκόσμιες εταιρείες εδράζουν τα εργοστάσιά τους και άλλα τμήματά τους επωφελούνται επίσης από το γεγονός αυτό – αν και όχι στον βαθμό που πιστεύουν ότι θα έπρεπε να επωφελούνται.

Οι πιο προφανείς χαμένοι της επανάστασης θα είναι οι φορολογικοί παράδεισοι που τα τελευταία πενήντα χρόνια και περισσότερο άρχισαν να εκμεταλλεύονται την ελευθερία που παρείχε η παγκοσμιοποίηση στο μεγάλο κεφάλαιο, προσφέροντας ανταγωνισμό για τη φορολόγηση, τον οποίο θεώρησαν αναγκαίο. Πολλά άλλα κράτη, όμως, αντιμετώπισαν τις κινήσεις αυτές ως «οικονομικά της επαιτείας».

Μελέτη του 2018 διαπίστωσε ότι το 40% των κερδών των πολυεθνικών εταιρειών μεταφέρονται τεχνηέντως σε κράτη με χαμηλή φορολογία. Ένας αξιωματούχος που εμπλέκεται άμεσα στις τρέχουσες συζητήσεις πιστεύει ότι η συμφωνία που σταδιακά παίρνει τη μορφή της «ουσιαστικά θα σκοτώσει τους φορολογικούς παραδείσους». Ωστόσο, οι παράδεισοι δεν έχουν μια μόνο μορφή: Εκτός από τα κράτη μηδενικής φορολογίας στην Καραϊβική, υπάρχουν και οι κόμβοι χαμηλής φορολογίας στην Ευρώπη και την Ασία. Και κάποιοι εξ αυτών έχουν περισσότερα να χάσουν σε σχέση με τον ιδιότυπο «ανταγωνισμό» τους.

Χαμένοι παράδεισοι

Τα πράγματα φαντάζουν δυσοίωνα για τους γεμάτους φοίνικες και άδειους από φόρους τόπους, όπως οι Βερμούδες, οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι και οι Νήσοι Κεϊμάν. Αν και έχουν μηδενικά έσοδα από εταιρικούς φόρους, έχουν καταλήξει στον έναν ή τον άλλο βαθμό να εξαρτώνται από τις πληρωμές των θυγατρικών των μεγάλων εταιριών, αλλά και την βιομηχανία των… εξοχικών των λογιστών, των δικηγόρων και άλλων παρόχων εταιρικών υπηρεσιών που έχουν μετακομίσει στις περιοχές για να εξυπηρετούν τους διάφορους κολοσσούς.

Τα έσοδά τους είναι, φυσικά, ψίχουλα σε σχέση με εκείνα που εξοικονομούν οι επιχειρήσεις, παραμένουν όμως πολύ μεγάλα ποσά για τόσο μικρές οικονομίες. Οι εταιρικές και οικονομικές υπηρεσίες αντιπροσωπεύουν πάνω από το 60% των κυβερνητικών εσόδων των Βρετανικών Παρθένων Νήσων για το 2018.

Ο τύπος συμφωνίας που προωθεί η κυβέρνηση Μπάιντεν και έχει λάβει την υποστήριξη των G7, και ο οποίος θα επέβαλε έναν ελάχιστο συντελεστή φορολόγησης στη βάση των επιμέρους χωρών και όχι αθροιστικά, θα μπορούσε να καταστρέψει το επιχειρηματικό μοντέλο αυτών των κρατών.

Φυσικά, εκφράζουν την οργή τους, όμως δεν μπορούν να κάνουν και πολλά. Ένας διπλωμάτης ανέφερε στον Economist ότι έχουν κινηθεί διαδικασίες για την «εξουδετέρωσή» τους και ότι είναι «αδιάφορες» για τη συζήτηση. «Κανείς δεν θέλει να ακούσει τι έχουν να πουν». Ορισμένες εξ αυτών διαθέτουν, τουλάχιστον, και άλλες πηγές εσόδων. Τα Κεϊμάν είναι η έδρα των χετζ φαντς, ενώ οι Βερμούδες των ασφαλιστικών εταιρειών.

Οι καλύτερα διασυνδεδεμένες οικονομίες που παραδοσιακά ήταν… φιλικές προς τον φορολογικό προγραμματισμό των εταιρειών, όμως, δεν μπορούν να περάσουν εξίσου αδιάφορες. Σε αυτές περιλαμβάνονται και αρκετές χώρες της ΕΕ, όπως η Ιρλανδία και η Κύπρος, που έχουν προσελκύσει επενδύσεις μέσω χαμηλών συντελεστών φορολόγησης (και οι δύο κινούνται στο 12,5%) ή, όπως έχουν κάνει το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία, έχοντας ορίσει νομοθεσία που τις μετατρέπει σε ελκυστικούς διαύλους φορολογικού προγραμματισμού, βοηθώντας τις εταιρείες να αποφύγουν τη φορολόγηση στις χώρες τους.

Έρευνα του ΔΝΤ που πραγματοποιήθηκε το 2019 διαπίστωσε ότι τέτοιου είδους επενδύσεις-«φαντάσματα» ώθησε τις άμεσες ξένες επενδύσεις στη χώρα στα $4 τρισ., δηλαδή στο – απίθανο – ένα δέκατο του παγκόσμιου συνόλου. Αντίστοιχες στρατηγικές ακολουθούν το Χονγκ Κονγκ και η Σιγκαπούρη.

Ορισμένα από τα πιο εντυπωσιακά παραθυράκια που επέτρεπαν τέτοιου είδους ροές, έκλεισαν στη διάρκεια των τελευταίων ετών, μετά από μια συμφωνία που επιτεύχθηκε το 2015 με την υποστήριξη του ΟΟΣΑ. Μεταξύ άλλων, περιόρισε το λεγόμενο Double Irish, μέσω των οποίων τα κέρδη δηλώνονταν σε θυγατρικές με έδρα την Ιρλανδία, αλλά με φορολογική έδρα τις Βερμούδες ή τις Νήσους Κεϊμάν. Με αυτόν τον τρόπο η Google ενδέχεται να έχει εξοικονομήσει δισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε μια δεκαετία.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι η Ιρλανδία δεν έχει ακόμη πολλά να χάσει, καθώς στηρίζεται στο φορολογικό της συντελεστή για να προσελκύσει επενδύσεις που σε πολλές περιπτώσεις περιλαμβάνουν πραγματικούς ανθρώπους, με πραγματικά γραφεία και εργοστάσια.

Πλέον, οι εταιρικοί φόροι αντιπροσωπεύουν το εντυπωσιακό 20% του συνόλου των φορολογικών εσόδων της χώρας. Η Ιρλανδία ασκεί πιέσεις στις ΗΠΑ, που είναι η πηγή του μεγαλύτερου μέρους των επενδύσεών της, να αποσύρουν τη ριζική ανακατεύθυνση των φορολογικών δικαιωμάτων και να μην ορίσει τον ελάχιστο συντελεστή πάνω από το 12,5%. Ο υπουργός οικονομικών της χώρας, Πασκάλ Ντόνοχοου, έχει υποστηρίξει ότι τα μικρότερα κράτη θα έπρεπε να έχουν το δικαίωμα να αξιοποιήσουν τη φορολογική τους πολιτική για να αντισταθμίσουν τα πλεονεκτήματα του μεγέθους, της τοποθεσίας και των πόρων που απολαμβάνουν τα μεγαλύτερα.

Ακόμη και αν ο ελάχιστος συντελεστής οριζόταν στο 12,5% ή λίγο πάνω από αυτό, η Ιρλανδία θα δεχόταν σημαντικό πλήγμα, αν λάβουμε υπόψη μας και τις φοροελαφρύνσεις. Πολλές μεγάλες επιχειρήσεις καταλήγουν μέσα από αυτές να πληρώνουν φόρους με… μονοψήφιο συντελεστή.

Η χώρα διαθέτει ένα σχέδιο φορολόγησης των κερδών από καινοτομίες, το λεγόμενο «patent box» που ορίζει τον συντελεστή μόλις στο 6.25%. Μια εταιρεία που καταβάλλει μόνο αυτό, ενδέχεται να σταματήσει να βρίσκει ελκυστική την Ιρλανδία, αν ο συντελεστής διπλασιαστεί. Η κυβέρνηση έχει εκτιμήσει τα έσοδα που θα χαθούν σε περίπτωση παγκόσμιας φορολογίας στα €2 δισ., δηλαδή περίπου στο 2,4% του συνόλου των δημοσίων εσόδων.

Εκτός από την Ιρλανδία, η Ουγγαρία, η Κύπρος, η Μάλτα, η Σιγκαπούρη και η Ελβετία έχουν ήδη ξεκαθαρίσει πως θεωρούν το 15% υπερβολικά υψηλό.

Το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία, ωστόσο, δεν θέλουν πια να περιλαμβάνονται στη λίστα των φορολογικών παραδείσων, έχοντας δεχθεί σημαντικές επικρίσεις από τους πληθυσμούς τους για τα φορολογικά κόλπα μέσω των οποίων επέτρεπαν στις πολυεθνικές να αποφεύγουν… τα μεγάλα έξοδα.

Η Ιρλανδία και οι άλλες χώρες της ΕΕ, θα μπορούσαν να ασκήσουν βέτο, από τη στιγμή που οι φορολογικές αποφάσεις της ένωσης απαιτούν ομοφωνία. Όμως κάτι τέτοιο δεν μοιάζει πολύ πιθανό από τη στιγμή που η παγκόσμια φορολογία έχει τη στήριξη των μεγάλων μελών της ΕΕ και των ΗΠΑ – ενώ και οι λαοί αντιμετωπίζουν την μεγαλύτερη φορολόγηση των κολοσσών ως επιβεβλημένη, όπως αναφέρει ο Economist.

Ταυτόχρονα, η Αμερική και άλλα κράτη θα μπορούσαν να επιβάλουν ελάχιστη φορολόγηση στις εταιρείες εντός των κρατών τους ακόμη και χωρίς παγκόσμια συμφωνία. Και πράγματι, οι ΗΠΑ ήδη διαθέτουν μια τέτοια πρόβλεψη για τα άυλα έσοδα, αν και ο συντελεστής έχει οριστεί μόλις στο 10,5%.

Η επανάσταση έρχεται, εκτός αν συμβεί κάτι απολύτως απρόβλεπτο. Και μαζί της, ίσως τελειώνει η χρυσή εποχή των φορολογικών παραδείσων του πλανήτη.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr