Το τρομακτικό roller coaster ετοιμαζόταν για την πέμπτη του βόλτα, έχοντας ήδη βγάλει τα …συκώτια του Ολυμπιακού και της Μονακό στις προηγούμενες τέσσερις. Ξεκίνησε με δύο μεγάλες κατηφόρες στο ΣΕΦ, συνέχισε με αλλεπάλληλες στροφές στο Μόντε Κάρλο κι επέστρεψε στο φαληρικό στάδιο, για να τερματίσει στο… Βελιγράδι, με ένα μόνο επιβάτη. Εκείνον που θα κατάφερνε να κρατηθεί στο τελευταίο πέρασμα, το πιο απότομο, το πιο ακαριαίο.

Πάντως, το σκηνικό που είχε στηθεί, λες και ήταν βγαλμένο από τον καμβά του Edvard Munch και τον κόκκινο ουρανό της «Κραυγής» δεν άφηνε πολλά περιθώρια για παρερμηνείες. Μια εξέδρα που σέρβιρε φωτιά και εκκωφαντικά ντεσιμπέλ. Ένας κόσμος που έσπρωχνε και κράταγε, που κράταγε και έσπρωχνε. Βήμα με το βήμα, εκατοστό με το εκατοστό, στα δύσκολα πρώτα λεπτά, στα πολύ δυσκολότερα που ακολούθησαν, στο τεντωμένο σχοινί που εντέλει σχηματίστηκε, με την άβυσσο έτοιμη να καταπιεί το παραμικρό λάθος πάτημα. Και μέσα στο διαρκές ουρλιαχτό αγωνίας, μια ομάδα στην πρώτη γραμμή να πασχίζει να περιφρουρήσει το παρελθόν της και ταυτόχρονα να χτίσει το μέλλον της. Με παίκτες που τους κοίταζες κι έβλεπες ένα πρόσωπο και φανέλες που τις διάβαζες κι έγραφαν ένα όνομα. Ολυμπιακός.

Σε κάθε τρέκλισμα εμφανιζόταν ένα χέρι κι απέτρεπε την πτώση. Να ήταν του Παπ που χαστούκιζε αυτοκρατορικά το λέι άπ του Μπέικον ή του Σακ που κρατούσε αβύθιστο το καράβι όταν οι βόμβες έπεφταν βροχή; Ίσως να ήταν του εκπληκτικού Γουόκαπ, που έκλεβε και κάρφωνε για την ισοφάριση σηκώνοντας ακόμα και την Έμα Στόουν στο πόδι, ή του Σάσα, που έδινε τρίποντες και τετράποντες ανάσες. Μπορεί, τελικά, να ήταν και του Σλούκα, που υπέγραψε την ανατροπή, ή του Τάιλερ, που έδωσε τη χαριστική βολή. Στην πραγματικότητα κανείς δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιανού το χέρι ήταν κάθε φορά, αλλά εδώ που τα λέμε δεν είχε και τόση σημασία. Σημασία είχε ότι υπήρχε πάντα εκεί ένα στήριγμα.

Ήταν η συνάντηση δύο διαφορετικών κόσμων στο ίδιο σημείο. Για τον Ολυμπιακό το ματς της πενταετίας που επισκίαζε τα πάντα, για τη Μονακό το επιδόρπιο της εξαιρετικής πρώτης συμμετοχής στην EuroLeague. Το είπε κι ο Γιώργος Μπαρτζώκας, παραμονή του ματς, άλλωστε: «Να δούμε τι εκφράζει η μία ομάδα και τι η άλλη. Να εξετάσουμε τη λαϊκή βάση της κάθε μίας, το brand name, το παρελθόν της. Δεν υποτιμώ καθόλου τη Μονακό. Τη σέβομαι απεριόριστα, αλλά ο Ολυμπιακός είναι κάτι άλλο».

Αυτό το… κάτι άλλο του ερυθρόλευκου «είναι» ξετύλιξε, άλλοτε ως ευχή κι άλλοτε ως κατάρα, το κουβάρι του χθεσινού φινάλε μιας μυθικής σειράς που θα μνημονεύεται για χρόνια. Κι ακριβώς επειδή η Μονακό εκφράζει ελάχιστα ως μπασκετική οντότητα, οι παίκτες της δεν ένιωσαν σε καμία περίπτωση το έξτρα βάρος που αποκτά η μπάλα στα πλέι-οφ. Το ενδεχόμενο της ήττας δεν προκαλούσε καμία επίπτωση στην ψυχολογία τους, ούτε τους ασκούσε κάποιου είδους πίεση. Για την ακρίβεια δεν αντιλαμβάνονταν καν τον κακό χαμό που επικρατούσε. Ξεδίπλωναν τις αρετές τους διασκεδάζοντας τη σειρά, εκτελούσαν σαν να πετούσαν βότσαλα στη θάλασσα, και κάπως έτσι η επικινδυνότητά τους πολλαπλασιάστηκε.

Κι αν η πνευματική χαλαρότητα βοήθησε σε όλη τη σειρά τη Μονακό, και ιδιαίτερα στο μεγαλύτερο μέρος του Game 5, το βάρος του εξαναγκασμού ήταν αυτό που έκανε τελικά τη διαφορά για τον Ολυμπιακό. Το «πρέπει» τον απέτρεψε από το να λυγίσει, η απειλή της καταστροφής τού ξύπνησε τα πιο άγρια ένστικτα επιβίωσης. Το να μην έχεις τίποτα να χάσεις είναι βολικό, αλλά δεν σε οδηγεί ποτέ σε υπερβάσεις. Το να νιώθεις ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να χάσεις τα πάντα, σε εξωθεί στα άκρα, αλλά και πέρα απ’ αυτά.

Ο Ολυμπιακός αρνήθηκε να αποδεχτεί μια ήττα που ουσιαστικά είχε τεκμηριωθεί στο παρκέ κι ερχόταν ως κάτι αναπόφευκτο από μια on fire ομάδα, που για 30+ λεπτά δεν τον άφηνε να πάρει ανάσα. Που είχε ένα νέο πρόβλημα για κάθε λύση και που έβαλε περισσότερα μεγάλα σουτ απ’ όσα θεωρητικά χρειάζονταν για να αποδράσει από το ΣΕΦ. Και που τελικά είδε να της παίρνουν την μπουκιά από το στόμα κάτι τύποι που είχαν ξεφύγει από τα στενά όρια του μπάσκετ και του αθλητισμού.

Το 7ο Φάιναλ Φορ σε διάστημα 13 χρόνων είναι γεγονός και συνιστά ασύλληπτη επιτυχία για τον Ολυμπιακό των αδερφών Αγγελόπουλων και τα ελληνικά δεδομένα συνολικά, σε μια περίοδο βαθιάς οικονομικής ύφεσης και φτωχής παραγωγής παικτών από τη χώρα μας. Οι Ερυθρόλευκοι έχουν πλέον καθιερωθεί στη συνείδηση του ευρωπαϊκού μπάσκετ ως ο μόνιμος κακός μπελάς των ισχυρών της EuroLeague, ως μια έντονη ανυπακοή στους κανόνες που θεσπίζουν τα χοντρά πορτοφόλια της διοργάνωσης. Στην πρώτη τους κιόλας απόπειρα στη μετά Σπανούλη εποχή κατάφεραν να παρουσιάσουν μια ομάδα σύγχρονη, αποτελεσματική και πνευματικά δυνατή, που ξεκίνησε ήδη να γράφει ένα νέο κεφάλαιο ιστορίας και πηγαίνει στο Βελιγράδι για να δει πώς θα το τελειώσει.

Πηγή: in.gr