Ο δεύτερος γύρος των περιφερειακών και τοπικών εκλογών στη Γαλλία κινήθηκε και πάλι σε χαμηλά επίπεδα. Υπήρξε μια αύξηση της συμμετοχής, αποτέλεσμα και του εξ αντικειμένου πιο πολωμένου χαρακτήρα του δεύτερου γύρου, όμως η πλειοψηφία των ψηφοφόρων προτίμησαν να μην πάνε στις κάλπες. Ως αποτέλεσμα το ποσοστό της αποχής έφτασε το 66%.

Τα ίδια τα αποτελέσματα των εκλογών έκαναν πιο σαφείς τάσεις που είχαν καταγραφεί και στον πρώτο γύρο. Σε αυτό το μειοψηφικό εκλογικό σώμα υπήρχε μεγαλύτερο περιθώριο για την παρουσία των υποψηφίων από τα «παλαιά» κόμματα, είτε μιλάμε για τη γαλλική δεξιά, είτε για τους σοσιαλιστές, είτε για άλλους σχηματισμούς της αριστεράς. Αντίθετα, σε αυτό το εκλογικό σώμα, υπήρχε σαφώς μικρότερη παρουσία τόσο του σχηματισμού του προέδρου Μακρόν, όσο και της Ακροδεξιάς που εκπροσωπεί ο Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν.

Όμως, τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της αποχής, ξεκινώντας από αυτή του πρώτου γύρου, δεν περιορίζονται μόνο στη συσχέτιση με τους κομματικούς συσχετισμούς, αλλά και με ενδιαφέροντα ηλικιακά και κοινωνικά χαρακτηριστικά. Η υποχώρηση της συμμετοχής ήταν ιδιαίτερα έντονη στις φτωχές περιοχές, στους νέους (όπου το 87% των νέων ηλικίας 18-24 ετών δεν πήγαν να ψηφίσουν στον πρώτο γύρο των περιφερειακών εκλογών), αλλά και στους εργάτες (η αποχή των οποίων στον πρώτο γύρο έφτασε το 75%).

Η παράμετρος της μεγάλης αποχής γεννά επομένως από μόνη της ερωτήματα την ίδια ώρα που κάνει πιο σύνθετη την προσπάθεια να αντληθούν πολιτικά συμπεράσματα από τις περιφερειακές και τοπικές εκλογές.

Οι «προσωποποιημένες εκλογές» και η κρίση των δημοκρατικών θεσμών

Με μία έννοια οι εκλογές αυτές αποτύπωσαν και μια κρίση των κομματικών θεσμών (παρότι οι μηχανισμοί που έχουν απομείνει στα «παλαιά κόμματα» αποδείχτηκαν χρήσιμοι).  Μάλιστα, στη Γαλλία ήδη πριν από τις εκλογές είχε ανοίξει συζήτηση για το πώς οι τοπικές αρχές συναντούσαν δυσκολίες στο να στελεχώσουν την εκλογική διαδικασία, και αυτό είχε να κάνει και με ένα κλίμα αδιαφορίας για τις εκλογές.

Άλλωστε, ας μην ξεχνάμε ότι η ίδια η εκλογή του Μακρόν είχε σημάνει μια σημαντική αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Ο Μακρόν είχε εκλεγεί πατώντας πάνω στην αποδιάρθρωση τόσο της κεντροδεξιάς όσο και των σοσιαλιστών. Μόνο που η εκλογή του είχε γίνει, χωρίς να έχει από κάτω έναν ισχυρό κομματικό μηχανισμό, με σημαντική γείωση στην κοινωνία και ιστορικότητα.

Ο ίδιος βέβαια ο Μακρόν κατεξοχήν διεκδίκησε αυτόν τον ρόλο του ισχυρού προέδρου – κυβερνήτη, δίνοντας μια άλλη διάσταση στον ούτως ή άλλως «προεδροκεντρικό» χαρακτήρα του γαλλικού πολιτικού συστήματος. Ήταν η λογική ότι μια εξατομικευμένη κοινωνία εκλέγει έναν ηγέτη, που μιλά απευθείας σε αυτήν και η σχέση του με την κοινωνία δεν διαμεσολαβείται ούτε φιλτράρεται από τοπικούς και κεντρικούς κομματικούς μηχανισμούς. Επιπλέον, ούτως ή άλλως, ο σχηματισμός του Μακρόν είναι κατά βάση ένας μηχανισμός για τις προεδρικές εκλογές. Την ίδια ώρα στη Γαλλία η διαδικασία της αποκέντρωσης δεν έχει διαμορφώσει τόσο ισχυρά διακυβεύματα σε τοπικό επίπεδο που θα δημιουργούσαν και ένα άλλο ενδιαφέρον για τις εκλογές.

Στην πραγματικότητα ο συνδυασμός ανάμεσα στην κρίση του κομματικού συστήματος, η ολοένα και μεγαλύτερη σημασία της προεδρίας και τα όρια της αποκέντρωσης μπορούν να εξηγήσουν πλευρές μιας συνολικότερης πολιτικής και θεσμικής κρίσης που αποτυπώθηκε και στις εκλογές.

Τα πολιτικά συμπεράσματα

Σε αυτό το τοπίο θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για δύο Γαλλίες σε σχέση με τα αποτελέσματα των περιφερειακών εκλογών. Από τη μια, υπάρχουν οι γενικές τάσεις που αποτυπώνονται στις δημοσκοπήσεις και έδειχναν ότι πηγαίναμε σε προεδρικές εκλογές όπου θα είχαμε ξανά μια μονομαχία ανάμεσα στον Εμανουέλ Μακρόν και την Μαρίν Λεπέν, με τον Γάλλο πρόεδρο να ποντάρει ξανά στην «πανδημοκρατική συσπείρωση» ενάντια στον κίνδυνο να κερδίσει η Ακροδεξιά τις προεδρικές εκλογές.

Από την άλλη, υπάρχει η Γαλλία που αποτυπώθηκε στις περιφερειακές εκλογές. Εδώ φάνηκε ότι ούτε το κόμμα του Εμανουέλ Μακρόν ούτε ο Εθνικός Συναγερμός της Μαρίν Λεπέν μπορούσαν να διαμορφώνουν τοπικά ψηφοδέλτια με προοπτική νίκης. Τα ψηφοδέλτια της πλευράς Μακρόν δεν μπόρεσαν να έχουν μεγάλη δυναμική και τα ψηφοδέλτια της Ακροδεξιάς φάνηκε ότι συναντούσαν έντονη αντίδραση, παρά την πολή μεγάλη επένδυση που έκανε το κόμμα της Μαρίν Λεπέν στην προοπτική να κερδίσει μια περιφέρεια. Με αυτή την έννοια, τα αποτελέσματα των περιφερειακών εκλογών αποτελούν πολιτική ήττα για τον Εθνικό Συναγερμό και την Μαρίν Λεπέν, που έσπευσε να καταγγείλει «παρά φύσιν» συμμαχίες. Μάλιστα, σε τέσσερις περιφέρειες οι υποψήφιοι της ακροδεξιάς πήραν στον δεύτερο γύρο λιγότερες ψήφους σε σχέση με τον πρώτο γύρο των περιφερειακών εκλογών. Ακόμη και στην περιφέρεια Provence-Alpes-Côte-d’Azur, που είχε τις περισσότερες πιθανότητες, στον δεύτερο γύρο ο υποψήφιος της ακροδεξιάς πήρε 43% ενώ ο υποψήφιος της κεντροδεξιάς πήρε 57%, έχοντας και την υποστήριξη και των ψηφοφόρων της αριστεράς.

Τα αποτελέσματα αναπτέρωσαν τις ελπίδες ιδίως της γαλλικής δεξιάς / κεντροδεξιάς (των Republiquaines όπως ονομάζονται τώρα) ότι θα μπορούσε να μπει σφήνα στη μονομαχία Μακρόν Λεπέν και να διεκδικήσει ακόμη και την επιστροφή στην προεδρία σε περίπτωση που ο υποψήφιός της πέρναγε στον δεύτερο γύρο. Μάλιστα, ήδη έχει ανοίξει για το ποιος θα είναι ο υποψήφιος στις προεδρικές εκλογές, ξεκινώντας από δύο υποψηφιότητες που πήγαν καλά στις περιφερειακές: Τον Ζαβιέ Μπερτράν, που κατάφερε να κερδίσει τη βόρεια περιφέρεια της Hauts-de-France και την Βαλερί Πεκρές που πέτυχε μεγάλη νίκη στην Île-de-France.

Την ίδια στιγμή αναπτερώθηκαν και οι ελπίδες των σοσιαλιστών για μια καλύτερη παρουσία στις κεντρικές εκλογές, δεδομένων των καλών αποτελεσμάτων που τους επέτρεψαν να κρατήσουν περιφέρειες που είχαν, ενώ καλή ήταν η παρουσία στον δεύτερο γύρο και των οικολόγων. Ωστόσο, η παράμετρος του κατακερματισμού στον ευρύτερο χώρο της κεντροαριστεράς / αριστεράς θα παίξει ρόλο.

Προεδρικές με περισσότερες αβεβαιότητες

Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν αυτά τα αποτελέσματα συνιστούν προανάκρουσμα των προεδρικών εκλογών της επόμενης χρονιάς. Αυτό θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το εάν αυτός ο βαθμός απογοήτευσης από την πολιτική και το πολιτικό σύστημα και η τάση θα υψηλή αποχή θα καταγραφούν και στις προεδρικές εκλογές. Σε αυτή την περίπτωση, το τοπίο γίνεται αρκετά ασαφές ως προς τις δυναμικές. Υπάρχει, φυσικά, και το ενδεχόμενο στις προεδρικές εκλογές να συμμετέχουν αρκετοί από τους ψηφοφόρους που απείχαν από τις εκλογές της 20ης και 27ης Ιουνίου, οπότε το τοπίο γίνεται διαφορετικό.

Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές ότι το τοπίο αρχίζει και γίνεται πιο δυσμενές για τον Εμανουέλ Μακρόν, που ήλπιζε να διεκδικήσει την επανεκλογή του ως κυρίαρχος του πολιτικού σκηνικού ώστε στον δεύτερο γύρο να διεκδικήσει ξανά την δημοκρατική ψήφο απέναντι στην ακροδεξιά. Αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την αποτυχία να μεταφράσει την «υπερβατική» αντίληψή του για την πολιτική για ισχυρό κομματικό μηχανισμό, αλλά και με το γεγονός ότι εισπράττει και πραγματικό πολιτικό κόστος για την περίοδο της διακυβέρνησής του. Εξ ου και η προσπάθεια να μειωθεί η σημασία των εκλογών αλλά και για «φυγή προς τα εμπρός» μέσα από μεταρρυθμίσεις. Μόνο που ποια είναι σαφές ότι κάποιες στιγμές μπορεί και ο «Δίας» της γαλλικής πολιτικής σκηνής να τα βρει σκούρα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr