Ο Παναθηναϊκός έχασε ένα παιχνίδι από τον Αστέρα Τρίπολης που δεν έπρεπε να χάσει. Και το έχασε από ένα παιδικό λάθος ενός ποδοσφαιριστή του που από τη μία τον βλέπεις και λες πως αξίζει να πάρει περισσότερες ευκαιρίες και από την άλλη κάνει πράγματα ακατανόητα και σε κάνει να αναρωτιέσαι ποια είναι τελικά η αληθινή του εικόνα. Ο Φακούντο Σάντσες μπήκε στο γήπεδο στο δεύτερο ημίχρονο αντί του Κώτσιρα, που αντιμετώπισε πρόβλημα, και αποτέλεσε τη μεγαλύτερη απειλή για την άμυνα του Αστέρα.

Ναι, ο δεξιός αμυντικός ήταν πρωταγωνιστής σχεδόν σε όλες τις καλές φάσεις του Παναθηναϊκού στο δεύτερο μέρος, κάτι πάντως που δείχνει και το πρόβλημα που είχαν οι Πράσινοι στην ανάπτυξη και την παραγωγή φάσεων. Αλλά ήταν και αυτός που χάρισε ένα παιχνίδι το οποίο ο Παναθηναϊκός σίγουρα δε θα έχανε ακόμα και… τέσσερα ημίχρονα να έπαιζαν και πιθανόν να το κέρδιζε αν έμενε το 0-0. Μια μπαλιά στο… πουθενά, την οποία ο Σάντσες είχε και το χώρο και το χρόνο για να ελέγξει, την έκανε διεκδικήσιμη αρχικά και στη συνέχεια έκανε το πιο βλακώδες πέναλτι που έχουμε δει εδώ και χρόνια.

Θα πρέπει να σταματήσει το αστείο με τα ατομικά λάθη των παικτών που στερούν βαθμούς. Στο Βόλο ήταν το λάθος γύρισμα του Κώτσιρα. Σήμερα το πέναλτι… ανέκδοτο του Σάντσες. Ήττα και στο Βόλο, ήταν και με τον Αστέρα, ο οποίος δεν έδειχνε διάθεση να περάσει τη σέντρα παίζοντας με παίκτη λιγότερο. Δώρο του Παναθηναϊκού ήταν οι τρεις βαθμοί. Και μάλιστα σε ένα σημείο που ο Παναθηναϊκός πίεζε ολοένα και περισσότερο, ανέβαζε τις γραμμές του, έπαιρνε ρίσκα παίζοντας και με παίκτη παραπάνω, φόρτωνε την περιοχή του Τσιφτσή. Και είχε μπροστά του 15-16 λεπτά με τις καθυστερήσεις για να βάλει το γκολ που έψαχνε.

Να συμφωνήσουμε ότι δεν το έψαχνε με τον ίδιον τρόπο που το έκανε σε άλλα ματς; Φυσικά. Γιατί δεν είχε σε καλή μέρα τους μεσαίους του, δηλαδή τους Ρούμπεν – Μαουρίσιο – Αλεξανδρόπουλο. Ή γιατί ο αντίπαλος είχε διαβάσει καλά το παιχνίδι του και πίεσε εκεί ακριβώς, δεν επέτρεψε τα τριγωνάκια, δεν άφησε χώρους να πάνε με την μπάλα. Μέχρι και ο Αλεξανδρόπουλος σήμερα δεν έκανε ούτε μία από τις γνωστές «μπούκες» του. Εκνεύρισαν τον Ρούμπεν, εκνεύρισαν τον Μαουρίσιο, χάλασαν όλο το μυαλό του Παναθηναϊκού, που φεύγοντας από τον άξονα είχε δύο επιλογές για να δημιουργήσει. Τους ακραίους του.

Απείλησαν και ο Αϊτόρ και ο Παλάσιος στο πρώτο ημίχρονο, αλλά ούτε εκείνοι ήταν σε καλή μέρα γενικά. Όπως δεν ήταν και ο Γιοβάνοβιτς, που θα μπορούσε να δοκιμάσει κάτι διαφορετικό. Πιθανόν με τον Βιτάλ στον άξονα, φέρνοντας δηλαδή έναν παίκτη που έχει καλύτερη ατομική ενέργεια από Μαουρίσιο και τον Αλεξανδρόπουλο εκεί όπου ο Αστέρας έχασε τον Μουνάφο. Προτίμησε ο Σέρβος να βάλει τον Βιτάλ στα άκρα και να πάει τον Αϊτόρ στην περιοχή. Και αργότερα να παίξει με τον Ιωαννίδη. Είναι κάτι που συνηθίζει να κάνει όταν ψάχνει το γκολ, πλην όμως είναι και κάτι που πλέον ο αντίπαλος το ξέρει καλά.

Απ’ το να αλλάξει, πάντως, ο Γιοβάνοβιτς κάποια πράγματα μέχρι το ότι θα τον στήσουμε στον τοίχο και θα τον πυροβολούμε ομαδικώς, η απόσταση είναι χαώδης. Στο φυσιολογικό ποδόσφαιρο πάντα. Και όχι στον Παναθηναϊκό, στον οποίον πάντα πρέπει να υπάρχει ένα εξιλαστήριο θύμα. Κάποιος που φταίει. Η ανθρωποφαγία σε αυτήν την ομάδα έχει γίνει δεύτερη φύση της.

Ο Γιοβάνοβιτς έχει μετατρέψει μια ομάδα που πέρσι την έβλεπες και πονούσαν τα μάτια σου, σε ένα σύνολο που παίζει ορθολογικό ποδόσφαιρο, σωστό ποδόσφαιρο και πολλές φορές καταπληκτικό ποδόσφαιρο. Και το έχει καταφέρει μέσα σε επτά μήνες! Όχι σε επτά χρόνια, όπως θα χρειάζονταν άλλοι προπονητές. Έχει εμμονές; Έχει φυσικά, αλλά όλοι οι προπονητές έχουν. Αν φτάσουμε στο σημείο από μια… τυχαία ήττα, που δε θα ερχόταν ποτέ χωρίς το ανόητο πέναλτι του Σάντσες, να βγάλουμε τον συγκεκριμένο προπονητή κακό, θα περάσουν άλλα οκτώ χρόνια χωρίς τίτλο για τον Παναθηναϊκό και θα συζητάμε τα ίδια.

Πηγή: in.gr