Γράφει ο Θανάσης Μαχιάς*

Τις τελευταίες ημέρες βγήκε στην δημοσιότητα η μελέτη της ΔιαΝΕΟσις για την έρευνα, την Καινοτομία και την Επιχειρηματικότητα (1). Το σημαντικότερο στοιχείο, πέρα από την καθαρή ακτινογραφία της κατάστασης, είναι η αποτύπωση των αντικειμενικών στοιχείων στα οποία οφείλουν να στηριχτούν και χαραχτούν οι πολιτικές και να διαμορφωθούν οι διαφορετικές απόψεις, πέρα από «λαϊκούς» μύθους, προκαταλήψεις και ιδεοληψίες.

Στις 250 σελίδες της έρευνας αποτυπώνεται και τεκμηριώνεται ότι

  • τα τελευταία 36 χρόνια η χώρα μας βρίσκεται σταθερά στην πρώτη δεκάδα της Ε.Ε. ως προς τη συμμετοχή της σε ευρωπαϊκά ερευνητικά προγράμματα
  • 7 ελληνικοί ερευνητικοί οργανισμοί βρίσκονται στο Top-100 των πιο δικτυωμένων και δραστήριων και άλλοι 8 στους Top-500, ανάμεσα σε 77.000 ερευνητικούς οργανισμούς από όλη την Ευρώπη
  • η επιστημονική παραγωγή βαίνει αυξανόμενη στην Ελλάδα, τόσο με ποσοτικούς όρους (αριθμός δημοσιεύσεων, αριθμός αναφορών) όσο και με ποιοτικούς και όρους εξωστρέφειας (διεθνής απήχηση των δημοσιεύσεων, σημαντική παρουσία στο Top 1%, αύξηση των συνεργατικών δημοσιεύσεων)

Αλλά τότε γιατί υπάρχει τόσο μεγάλη εμμονή για μικρή συμβολή της έρευνας στην Ελληνική παραγωγή; Την απάντηση μπορούμε και πάλι να την βρούμε από τα στοιχεία της έρευνας. Αφορούν τα δομικά στοιχεία της Ελληνικής οικονομίας που αντιστρατεύονται την σύνδεσή της έρευνας με την (εγχώρια) παραγωγή:

  • Η ραχοκοκαλιά του επιχειρηματικού ιστού της χώρας είναι οι μικροεπιχειρήσεις, οι οποίες απασχολούν μέχρι 9 εργαζόμενους (97,4% των επιχειρήσεων στη χώρα). Στην Ελλάδα οι μικροεπιχειρήσεις απασχολούν το 62% του συνόλου των εργαζομένων, ενώ στις άλλες χώρες της Ε.Ε. μόνο το 29,7%.
  • Μόνο το 40% των μεγάλων επιχειρήσεων (με πάνω από 250 υπαλλήλους) έχει τμήμα R&D. Εδώ να συμπληρώσουμε ότι αυτό που στην Ελλάδα ονομάζουμε μεγάλες επιχειρήσεις συχνά αντιστοιχεί σε επιχειρήσεις που π.χ. στην Γερμανία θα ονόμαζαν μικρο-μεσαίες.
  • Το 62% των δαπανών για “καινοτομικές δραστηριότητες” από τις ελληνικές επιχειρήσεις αφορά την αγορά μηχανημάτων και εξοπλισμού.

Η έρευνα αποκαλύπτει, όπως συνήθως συμβαίνει, τα προφανή που συνήθως είναι μπροστά μας αλλά αρνούμαστε να δούμε και να παραδεχτούμε.

Το πρώτο είναι η δομή της ελληνικής οικονομίας που δεν αναζητά την έρευνα, αλλά προτιμά να εισάγει το προϊόν έτοιμο. Όπως φάνηκε και σε εκδήλωση της ΔιαΝΕΟσις με αντικείμενο την συγκεκριμένη μελέτη, η έρευνα και η καινοτομία που παράγεται κατευθύνεται στην Ευρώπη και το εξωτερικό (ένα πρόχειρο παράδειγμα είναι η έρευνα για τις ανεμογεννήτριες που χρηματοδοτείται από Ισπανικές και Γερμανικές εταιρείες απλά γιατί εδώ δεν φτιάχνουμε ανεμογεννήτριες). Όπως, πολύ σωστά διατυπώθηκε στην συζήτηση της ίδιας εκδήλωσης, το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι, ότι ενώ υπάρχει υπερ-προσφορά έρευνας, δεν υπάρχει εγχώρια ζήτηση. Επομένως, χρειάζεται να σχεδιαστούν πολιτικές που θα στοχεύουν στην αύξηση της ζήτησης για έρευνα και καινοτομία και όχι στην προσαρμογή της προσφοράς στην ζήτηση. Τότε το ελληνικό ερευνητικό σύστημα, ακριβώς γιατί έχει πολύ καλές επιδόσεις, θα προσαρμοστεί και να την ικανοποιήσει.

Το δεύτερο είναι η απουσία χρηματοδότησης για την έρευνα. Η χρηματοδότηση της ελληνικής έρευνας προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ευρωπαϊκά προγράμματα, ΕΣΠΑ). Αν από την ελληνική χρηματοδότηση αφαιρέσουμε τα ΕΣΠΑ, η χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων από τις ελληνικές επιχειρήσεις ή τον Έλληνα φορολογούμενο, είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Για να το πούμε λίγο πιο προκλητικά όποιος πληρώνει, εισπράττει. Αξίζει να σημειωθεί ότι σημαντική εξαίρεση σε αυτή την πρακτική ήταν τα τελευταία χρόνια το ΕΛΙΔΕΚ.

Με άλλα λόγια, η έρευνα στην Ελλάδα έχει έντονα εξαγωγικά χαρακτηριστικά. Είναι δε ιδιαίτερα σημαντικό, ότι η κρίση αποκάλυψε με οδυνηρό τρόπο μέσω του brain drain, ότι και ο ευρύτερος χώρος της ανώτατης εκπαίδευσης, πέρα από τις μεμψιμοιρίες που συνήθως ακούγονται, έχει και αυτός τα ίδια εξαγωγικά χαρακτηριστικά. Μήπως λοιπόν αντί να προσπαθούμε να συμπιέσουμε τους δύο αυτούς χώρους σε μια στρεβλή τοπικιστική οπτική, χρειάζεται μια πολιτική που θα χτιστεί ακριβώς πάνω σε αυτά τα εξαγωγικά χαρακτηριστικά τους και θα τα αξιοποιήσει για να μετασχηματίσει την ελληνική πραγματικότητα;

Τέλος, στην έρευνα της διαΝΕΟσις διατυπώνονται προτάσεις με τρόπο αρκετά ουδέτερο, όπως οφείλει να κάνει μια επιστημονική μελέτη, ώστε να διευκολύνει στη συνέχεια την διατύπωση εναλλακτικών επιλογών και πολιτικών.

Η μελέτη αυτή, συμπίπτει και με την δημοσιοποίηση των θέσεων και προτάσεων από τον ερευνητικό χώρο, της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών (ΕΕΕ) (2). Τα δύο κείμενα έρχονται να συμπληρώσουν, να τροφοδοτήσουν και να τεκμηριώσουν το ένα το άλλο.

Έτσι και στα δύο κείμενα επισημαίνεται η ανάγκη και η διαχρονική απουσία (στο κείμενο της ΕΕΕ) Εθνικής Ερευνητικής Πολιτικής. Η ανάγκη καθιέρωσης σταθερής εθνικής χρηματοδότησης της  έρευνας, και αύξησης της χρηματοδότησης ΑΕΙ και Ερευνητικών Κέντρων (Ε.Κ). Ενίσχυση/ ανανέωση του ερευνητικού δυναμικού των ΑΕΙ και των ΕΚ. Ευελιξία, πάταξη της γραφειοκρατίας και απλοποίηση των διαδικασιών που στραγγαλίζουν την ερευνητική προσπάθεια, ιδίως μετά την εισαγωγή από το 2018 του δημόσιου λογιστικού τόσο στα ΝΠΙΔ όσο και στα ΝΠΔΔ Ερευνητικά Κέντρα.

Ο Ενιαίος χώρος έρευνας και ανώτατης εκπαίδευσης αντιμετωπίζεται ως προφανές υπόβαθρο στην έρευνα της ΔιαΝΕΟσης. Ωστόσο αποτελεί το βασικό ζητούμενο, όπως επισημαίνεται στο κείμενο της ΕΕΕ. Το βασικό πρόβλημα στην δημόσια έρευνα είναι η πολυδιάσπασή της και η ασυντόνιστη διάχυσή της σε διαφορετικά υπουργεία και υπηρεσίες, με διαφορετικά θεσμικά πλαίσια. Είναι συνεχής η απόσπαση τμημάτων του ερευνητικού ιστού προς όλα τα σημεία του κρατικού ορίζοντα, τα οποία στη συνέχεια αφυδατώνονται, παρακμάζουν και από ερευνητικά κύτταρα μετατρέπονται σε παροχές υπηρεσιών.

Η θεσμική σύνδεση του ερευνητικού ιστού και των ΑΕΙ, ξεκίνησε πολύ καθυστερημένα στη χώρα μας, μόλις το 2010 επί υπουργείας Διαμαντοπούλου. Με διακομματική αποδοχή, η θεσμοθέτησή του συνεχίστηκε και εμβάθυνε στις κυβερνήσεις Σαμαρά και ΣΥΡΙΖΑ , για να ανατραπεί το 2019 με την απροσδόκητη και αιφνίδια μεταφορά της ΓΓΕΤ και όλων των εποπτευόμενων ερευνητικών φορέων στο ΥΠΑΝΕ, ενισχύοντας την πολυδιάσπαση. Αντίθετα, σε Ευρωπαϊκές χώρες που διακρίνονται διεθνώς για τις επιδόσεις τους στην έρευνα και την καινοτομία, τα Ε.Κ. και τα ΑΕΙ εποπτεύονται από το ίδιο Υπουργείο (Γαλλία, Γερμανία, Νορβηγία, Σουηδία, Ολλανδία, Ιταλία, Φινλανδία, Ιρλανδία, Ρωσία κ.ά.).

Πρόκειται για το αυταπόδεικτο, την αναγκαιότητα προώθησης και επίτευξης συντονισμού μεγάλων συνεργειών για την διεκδίκηση καλύτερης θέσης στον καταμερισμό της έρευνας. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μεταφορά της έρευνας στο υπουργείο Παιδείας το 2010, συνδυάστηκε με άνοδο στον Ευρωπαϊκό Δείκτη Καινοτομίας (European Innovation Scoreboard), όπου από μια στασιμότητα στο 61% του κοινοτικού μέσου όρου άρχισε να αυξάνεται εκθετικά για να φτάσει στο 84% το 2018 (3). Ως συνήθως, φαινομενικά μικρές, στρατηγικές, αλλά καίριες μεταρρυθμίσεις παράγουν μεγάλο αποτέλεσμα.

Αλλά ίσως το σημαντικότερο αποτέλεσμα της μελέτης της διαΝΕΟσις είναι ακριβώς η ανατομία της ελληνικής οικονομικής πραγματικότητας, η επίδρασή της και η επισήμανση πόσο πολύ διαφέρει από τα άλλα κράτη.

Είναι συχνό φαινόμενο να καλούνται να βοηθήσουν στην αναμόρφωση του χώρου αξιολογότατοι Έλληνες επιστήμονες της αλλοδαπής και της ημεδαπής. Η έρευνα της ΔιαΝΕΟσις αποκαλύπτει μια παγίδα. Η Ελλάδα συμφωνα με την μελέτη δεν προσομοιάζει με τις χώρες που γνωρίζουν: δηλαδή χώρες με ερευνητική πολιτική και με μια δομή οικονομίας που στηρίζεται στην έρευνα και την καινοτομία. Είναι στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας να αντιληφθούν τί πραγματικά συμβαίνει. Δηλαδή, ότι η ελληνική έρευνα προχωρά με αυτοσχεδιασμό του κάθε Ερευνητικού Ιδρύματος (αν όχι του κάθε ερευνητή ή/και καθηγητή), άναρχα, χωρίς να έχει υπάρξει ποτέ Εθνική Ερευνητική Πολιτική και την ίδια πορεία έχει ακολουθήσει η δικτύωση του κάθε ιδρύματος. Επιπλέον, καλούνται να σχεδιάσουν την έρευνα σε μια οικονομική δομή, δυσανάλογα πολλών πολύ μικρών επιχειρήσεων, με απουσία πραγματικά μεγάλων επιχειρήσεων.

Το παραπάνω σχήμα αυτό έχει παράξει μια ποικιλότητα και έναν εξαγωγικό προσανατολισμό που αποτελεί και το συγκριτικό μας πλεονέκτημα. Μέχρι να γίνει αντιληπτή αυτή η πραγματικότητα, τα προσωπα που σχεδιάζουν την έρευνα αντικαθίστανται από νέα.

Το χειρότερο είναι, ότι σπανίως βασιζόμαστε στην επιστημονική μέθοδο για να σχεδιάσουμε. Ο ερευνητικός χώρος είναι ο μόνος ίσως στην Ελλάδα που αξιολογείται εδώ και 30 χρόνια ανά πενταετία, από διεθνείς επιτροπές και εταιρίες αξιολόγησης. Όμως κάνεις δεν φαίνεται να παίρνει υπόψη του (πιθανότατα δεν έχει διαβάσει) τα αποτελέσματά τους, που είναι εξαιρετικά για τις λειτουργικές μονάδες και επικριτικά για το κράτος και την διοίκηση. Επιπλέον, αποτελεί «παράδοση» να μην αποτιμώνται ποτέ τα αποτελέσματα των ερευνητικών δράσεων ώστε να προσαρμοστούν οι επόμενες.

Έχουμε ανάγκη από μια πολιτική έρευνας, που να γνωρίζει και να στηρίζεται στα συγκριτικά πλεονεκτήματα, ώστε να μην καταστρέψει αυτό που υπάρχει. Αντί να προσπαθούμε συμπιέσουμε έναν αξιόλογο ερευνητικό χώρο σε μια φαντασιακή πραγματικότητα ενός εικονικού κράτους, ας δούμε ρεαλιστικά την πραγματικότητα και η αποτύπωση της ΔιαΝΕΟσις συμβάλει σε αυτό.

Στη συνέχεια, ας ενισχύσουμε αυτό που πραγματικά έχουμε: Έναν εξαγωγικό τομέα της ελληνικής οικονομίας. Για να σχεδιάσουμε μια πολιτική με βάση αυτό,κάτι που σίγουρα απαιτεί φαντασία, πρωτοτυπία και καινοτομία.

Πιστεύω ότι αρκούν μικρά αποτελεσματικά βήματα. Κατ’ αρχήν ενοποίηση του ερευνητικού χώρου και της Ανώτατης Εκπαίδευσης, με ενιαία «διοίκηση» και θεσμικό πλαίσιο, ώστε να επιτευχθούν οι μέγιστες συνέργειες, για την διεκδίκηση των ανταγωνιστικών προγραμμάτων, που είναι εξ’ άλλου η βασική χρηματοδότηση της ελληνικής έρευνας.

Παράλληλα απαιτούνται πολιτικές που θα στοχεύουν να δημιουργήσουν ζήτηση για έρευνα και καινοτομία. Αυτό όμως αφορά τον χώρο της οικονομίας και όχι της έρευνας. Ίσως και εδώ τα μικρά στρατηγικά βήματα θα είναι τα πλέον αποδοτικά. Για παράδειγμα, για κάθε ένα ευρώ που επενδύεται από το ιδιωτικό τομέα στα ερευνητικά ιδρύματα το δημόσιο να δίνει άλλο ένα ευρώ … και ας αφήσουμε το σύστημα να λειτουργήσει …

Το κύριο είναι οτι απαιτείται αυτογνωσία και ρεαλιστική επίγνωση της κατάστασης. Και η έρευνα της ΔιαΝΕΟσις συμβάλει σε αυτό.

(1) «Η Ελλάδα που Μαθαίνει, Ερευνά, Καινοτομεί και Επιχειρεί. Φεβρουάριος 2021. Γ. Καλογήρου, Ά. Τσακανίκας, Α Πρωτόγερου, Π Παναγιωτόπουλος, Ε Σιώκας, Γ. Σιώκας, Δ. Σταμόπουλος

(2) https://www.esos.gr/sites/default/files/articles-legacy/eee_eh_546-29-01-2021_keimeno_theseon_eee.pdf?fbclid=IwAR01ruBrESfbxHFNPag_8klitD0vlePWqBN3rFpX247v_5FY5gyLZg29lpw)

(3) https://ec.europa.eu/com…/presscorner/detail/en/ip_19_2991.

—————————————————————————————————————

*Ο Θανάσης Μαχιάς είναι βιολόγος, διευθυντής ερευνών στο  Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών (ΕΛΚΕΘΕ), αντιπρόεδρος του ΔΣ της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών. 

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr