Ο φάκελος που κατέθεσε το απόγευμα της Τετάρτης ο γενικός εισαγγελέας της Τουρκίας προς το συνταγματικό δικαστήριο, ζητώντας του να θέσει εκτός νόμου το κουρδικό και αριστερό Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP) και να απαγορεύσει την πολιτική δράση σε τουλάχιστον 600 κορυφαία στελέχη του, ήταν ένα βήμα ουσιαστικά προδιαγεγραμμένο, εδώ και αρκετό καιρό.

Το ίδιο ισχύει και για την κατάληξη της υπόθεσης, παρά την αντίδραση των ΗΠΑ, που έκαναν λόγο για «περαιτέρω υπονόμευση της δημοκρατίας» στην Τουρκία. Πρέπει να θεωρείται ήδη δεδομένο, με απλά λόγια, ότι στις επόμενες βουλευτικές εκλογές της Τουρκίας, οι οποίες θα διεξαχθούν κάποια στιγμή ως το καλοκαίρι του 2023, το HDP δεν θα έχει δικαίωμα συμμετοχής – ούτε με άλλη μορφή ή τίτλο.

Με τον τρόπο αυτό, όπως εύκολα μπορεί να καταλάβει κανείς, ο Ταγίπ Ερντογάν και το κυβερνόν Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) ενισχύουν σημαντικά τις πιθανότητές τους να πετύχουν τον εκλογικό στόχο τους. Να διασφαλίσουν, δηλαδή, για μια ακόμη φορά την απόλυτη πλειοψηφία και να παραμείνουν στην εξουσία για τουλάχιστον μία ακόμη θητεία – με ή χωρίς τη βοήθεια του ακροδεξιού Κόμματος Εθνικιστικής Δράσης του Ντεβλέτ Μπαχτσελί.

«Λοβοτόμηση» των Κούρδων

Υπάρχει, ωστόσο, μία ακόμη πλευρά σε αυτή την ενέργεια, η οποία μάλλον είναι πιο σοβαρή. Κι αυτό διότι επιβεβαιώνεται πως η Τουρκία του Ερντογάν θα επιδιώξει να ολοκληρώσει την επιχείρηση «λοβοτόμησης» της πολυπληθούς κουρδικής μειονότητας της χώρας, η οποία αντιπροσωπεύει περίπου το 20% του πληθυσμού της.

Η επιχείρηση αυτή, όπως είναι φανερό, εκτυλίσσεται παράλληλα σε διάφορα επίπεδα: Τον πολιτισμό και τη γλώσσα, την πολιτική και τα πεδία των μαχών – χωρίς να αποκλείεται να περιλαμβάνει και τα σύμβολα, μιας και οι φήμες για τον θάνατο του Αμπντουλάχ Οτσαλάν επιμένουν.

Η ουσία είναι ότι εδώ και τουλάχιστον μια πενταετία, οι Κούρδοι, οι οργανώσεις τους, οι φορείς τους και οι εκπρόσωποί τους υφίστανται ένα ανελέητο κυνηγητό και έχουν πληρώσει βαρύ τίμημα. «Είμαι δικηγόρος από το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1980 και δεν έχω δει ποτέ συμπεριφορά τόσο αδίστακτη όσο αυτή της παρούσας κυβέρνησης του ΑΚΡ», δήλωσε χαρακτηριστικά στην εφημερίδα The Guardian ο Χασίπ Καπλάν, διακεκριμένος νομικός αλλά και ενεργός πολιτικός.

«Κατά τα προηγούμενα πραξικοπήματα είχαμε τουλάχιστον τη δυνατότητα να υπερασπιζόμαστε τους πελάτες μας στα δικαστήρια. Σήμερα, υπάρχει μια κυβέρνηση που προσπαθεί να ελέγξει όλους τους ανεξάρτητους δικηγορικούς συλλόγους, ενώ δικαστές με μηδενική εμπειρία διορίζονται στα ανώτατα δικαστήρια. Είναι πολύ δύσκολοι καιροί», πρόσθεσε.

Διωγμός εναντίον HDP

Τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι κάθε άλλο παρά υπερβάλλει: Την τελευταία πενταετία, περισσότερα από 16.000 μέλη και στελέχη του HDP έχουν συλληφθεί και πολλά από αυτά έχουν καταδικαστεί και φυλακιστεί, για συνεργασία με την τρομοκρατία και τους «εχθρούς της Τουρκίας».

Ανάμεσά τους βρίσκεται και το ηγετικό δίδυμο του κόμματος, ο Σελαχατίν Ντεμιρτάς και η Φιγκέν Γιουκσεντάγκ, που κυριολεκτικά «απήχθησαν» από τις δυνάμεις ασφαλείας τον Νοέμβριο του ίδιου έτους – μαζί με τουλάχιστον άλλους 10 βουλευτές. Ο πρώτος, μάλιστα, αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο η τελική ποινή να ξεπερνά τα 140 χρόνια – έστω και αν το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έχει επανειλημμένως απαιτήσει την απελευθέρωσή του.

Υπενθυμίζεται ότι στις εκλογές του 2018, το HDP είχε συγκεντρώσει ποσοστό 11,17%, παίρνοντας 67 από τις 600 έδρες του κοινοβουλίου – 8 περισσότερες έναντι εκείνων που είχε διασφαλίσει στην αναμέτρηση του Νοεμβρίου του 2015. Στις δε δημοτικές και περιφερειακές εκλογές του 2019, κατάφερε να εκλέξει 65 δημάρχους σε πόλεις όπου κυριαρχεί το κουρδικό στοιχείο – εκ των οποίων, όμως, σήμερα είναι ζήτημα εάν παραμένουν οι 5 στη θέση τους, καθώς οι υπόλοιποι είτε έχουν συλληφθεί είτε έχουν αντικατασταθεί με έμπιστους της κυβέρνησης και του Ερντογάν.

Παράλληλα, όπως επίσης είναι γνωστό, η Τουρκία έχει εισβάλει και εγκαταστήσει στρατιωτικές βάσεις στο έδαφος δύο τουλάχιστον γειτονικών της χωρών, της Συρίας και του Ιράκ, με πρόσχημα την εξάρθρωση του Κουρδικού Εργατικού Κόμματος (ΡΚΚ) και της όμορης οργάνωσης YPG/PYD.

Εν αρχή ην ο διάλογος…

Η αλήθεια είναι ότι η κατάσταση δεν ήταν εξαρχής έτσι για τους Κούρδους της Τουρκίας. Για την ακρίβεια, από τη στιγμή που ανέλαβαν την εξουσία το ΑΚΡ και ο Ερντογάν, στα τέλη του 2002 και για τα επόμενα δέκα χρόνια, τα πράγματα έδειχναν να βαδίζουν προς διαφορετική κατεύθυνση. Η κυβέρνηση, μάλιστα, ενεπλάκη σε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και με το ΡΚΚ, ενώ κατέθεσε ένα σχέδιο για διεύρυνση των δικαιωμάτων και ελευθεριών της κουρδικής μειονότητας.

Τα πρώτα σύννεφα άρχισαν να εμφανίζονται το 2013, περίπου ένα χρόνο μετά την ίδρυση του HDP, όταν το ίδιο έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στις συγκρούσεις στο Πάρκο Γκεζί της Κωνσταντινούπολης – την πρώτη, ουσιαστικά, μαζική αμφισβήτηση της ηγεμονίας του Ερντογάν και των νεοϊσλαμιστών του. Όλα άλλαξαν δε το καλοκαίρι του 2015, όταν στις πρώτες από τις δύο εκλογικές αναμετρήσεις εκείνης της χρονιάς, το HDP ξεπέρασε κατά πολύ το όριο του 10% για είσοδο στη βουλή (πήρε 13,12%), ενώ συγκέντρωσε και 80 βουλευτές.

Ο συναγερμός σήμανε άμεσα, καθώς με τη δυναμική που αποκτούσε και την παράλληλη κρίση των κεμαλιστών, το HDP θα μπορούσε εν δυνάμει να εκφράσει ευρύτερα στρώματα της τουρκικής κοινωνίας, διεκδικώντας πολύ περισσότερα από την τρίτη θέση στη βουλή. Έτσι, την ίδια κιόλας χρονιά, η κυβέρνηση διέκοψε τις διαπραγματεύσεις με το ΡΚΚ και επανέλαβε τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Όσο για τις μεταρρυθμίσεις, μπήκαν στον «πάγο».

Ολοκληρωτική στροφή μετά το 2015

Το 2016 ήταν ακόμη πιο καθοριστικό. Το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου αποδείχθηκε εξαιρετικά χρήσιμο στον Ερντογάν – σε βαθμό που κάποιοι να ισχυριστούν ότι ουσιαστικά ήταν αυτός που το προκάλεσε. Μετά από αυτό, τσουβάλιασε σε ένα «σακί» όλους τους αντιπάλους του – γκιουλενιστές, Κούρδους, ακόμη και κοσμικούς κεμαλιστές – αρχίζοντας να τους καταδιώκει μανιωδώς.

Σχεδόν ταυτόχρονα, η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας άλλαξε ριζικά χαρακτήρα, βασιζόμενη πλέον περισσότερο στη δύναμη των όπλων και λιγότερο στη διπλωματία, εντείνοντας και την προσφυγική κρίση. Ο μεγαλοϊδεατισμός κατέστη πλέον το κυρίαρχο στοιχείο στην πολιτική της Άγκυρας, κάτι που ξάφνιασε πολλούς. Ανάμεσά τους, εκτός από τους Κούρδους, είναι και η Αθήνα, η οποία μέχρι τότε αντιμετώπιζε μάλλον ευνοϊκά τον Ερντογάν – και σίγουρα, πιο ευνοϊκά από τους προκατόχους του.

Θα έλεγε κανείς ότι ο «σουλτάνος» ακολούθησε ένα σχέδιο που είχε δύο φάσεις. Στην πρώτη, πρακτικά «κοίμισε» τους αντιπάλους και εταίρους της Τουρκίας, φροντίζοντας παράλληλα να την ενισχύει σε όλα τα επίπεδα. Όταν αισθάνθηκε αρκετά δυνατός, πέρασε στη δεύτερη φάση, την επιθετική, διεκδικητική και αναθεωρητική. Μένει να διαπιστώσουμε εάν υπάρχει και τρίτη φάση στο σχέδιό του – και ποια.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr