Κεφαλαία γράμματα σε επιλεγμένες λέξεις, ρυθμός ασθματικός, επαναλήψεις εν είδει μαρτυρίου σταγόνας ή αργόσυρτου ερωτικού φιλιού, που κυκλώνει τις γλώσσες ξανά και ξανά και ξανά.

Ήρωες φτιαγμένοι από κόκαλα νεκρών και κατ’ ιδέαν κόκαλα αγέννητων ακόμα, όχι ακριβώς αληθοφανείς, αλλά σπαρακτικά αληθινοί. Κυρίως, όμως, Έννοιες. Οι χαρακτήρες που γεννά στο χαρτί ο Δημήτρης Τσεκούρας είναι προορισμένοι να φέρουν και να αντέξουν το βάρος των Ιδεών που τους χρεώνει.

Ο Δημήτρης Τσεκούρας είναι underground, αντιφασίστας, ηδονιστής, αιωρούμενος, αρειμάνιος αναγνώστης και κυρίως λυπημένος*. Κι η λογοτεχνία του είναι ακριβώς το ίδιο. Είναι αντικειμενική πραγματικότητα πως κάθε βιβλιοθήκη στην ελληνική επικράτεια η οποία επιθυμεί τον χαρακτηρισμό ενημερωμένη, οφείλει να περιλαμβάνει έργα του.

Η Φθορά και η Μπέμπα είναι μακράν τα αγαπημένα μου δικά του και θα ήθελα πολύ να τα διαβάσετε, αλλά αυτό το κείμενο έχει αποφασίσει να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στο τελευταίο, πράσινο, καλαίσθητο βιβλίο του Τσεκούρα από τις εκδόσεις Έρμα.

Ιστορίες του Πάστορα Βογκ: Αυτό σημαίνει νέα, ελληνική λογοτεχνία

Ούτε ποίηση, ούτε διήγημα, ούτε μυθιστόρημα, ούτε θεατρικό έργο. Πιστώνω στον Τσεκούρα, με όσο θράσος ταπεινά διαθέτω απέναντι στα χιλιοδιαβασμένα από μεριάς μου έργα του, καθότι σχολεία για μένα, την ίδρυση ενός νέου λογοτεχνικού είδους, που ισορροπεί ανάμεσα σε πανκ μουσική και σε γλυπτική αρχαίων χρόνων. Σμιλεύει τις λέξεις, τις τιθασεύει, απαγγέλλει τον κόσμο από μια οπτική γωνία που έχει την πιο παράξενα σωστή θέση, τελικά, μιμείται ίσως τις παραβολές μιας άγνωστης, οικείας θρησκείας. Δεν διδάσκει, δεν θλίβεται, δεν χαίρεται. Ενίοτε, η ψυχρή απουσία λογικής και συναισθήματος επιτρέπει την θέαση των πραγμάτων από την θέση ενός πανέξυπνου, νυκτόβιου ζώου ή ενός Δαίμονα πολύ διαφορετικού από τους συνηθισμένους.

Η μεγαλειώδης στιγμή της αυτονόμησης των χεριών του πάστορα είναι μια από τις πρώτες ιστορίες του βιβλίου, στο οποίο ξεκίνησα να καταβυθίζομαι ένα μεσημέρι χωρίς ρούχα και μετά από έρωτα (συστήνω ανεπιφύλακτα την εν λόγω συνθήκη ως ιδανικότερη για ανάγνωση Τσεκούρα εν γένει) πίνοντας πολύ νερό και καπνίζοντας Davidoff Gold.

Μίλησέ μου για τον Πάστορα, Δημήτρη.

«Ο πάστορας Βογκ είναι ένας τύπος που, σχεδόν απρόσκλητος, πάει και τρυπώνει παντού. Και γίνεται μάρτυρας περιστατικών. Και μιλάει ελάχιστα.  Νομίζω ότι με τις «Ιστορίες του πάστορα Βογκ» κλείνει ένας τεράστιος κύκλος Γραφής για μένα. Μέχρι στιγμής, θα χαρακτήριζα τη λογοτεχνία μου ως λογοτεχνία Αναμονής.

Λογοτεχνία απόλυτα συνυφασμένη με εκείνο το κομμάτι της Ζωής μου που περίμενα σχεδόν σαν ηλίθιος μπας και εμφανιζόταν εκείνος ο ένας και μοναδικός άνθρωπος, εκείνο το Τοτέμ Αγάπης. Αγάπη είναι μόνο το ολιστικά αδιαπραγμάτευτο. Αλλά μπούρδες.»

Κάποια στιγμή, μου είπε ένας φίλος μου και αναγνώστης του Τσεκούρα ότι είναι εμφανές από την γραφή του πως είναι χρήστης ουσιών. Εγώ όμως γνωρίζω πολύ καλά πως κάτι τέτοιο απέχει πολύ από την Αλήθεια, γιατί ο Δημήτρης γράφει πίνοντας νερό, άντε καφέ, άντε καπνίζοντας τσιγάρα. Όμως, υπάρχει ένα κομμάτι στο βιβλίο, τον Πάστορα, εκεί, στο Κυρίως Μέρος, που λέγεται «Ο Σχεδιαστής».

«Ήθελα να δω μία και μοναδική φορά στη ζωή μου να δω πώς είναι να γράφει κανείς υπό την επήρεια ουσιών. Ο Σχεδιαστής προέκυψε ακριβώς έτσι, παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2020 κάπου στο ανατολικό Βερολίνο. Και δεν πείραξα σχεδόν τίποτα μετά.»

Έτσι μου είπε ο Δημήτρης. Κι εγώ τον Δημήτρη τον ακούω, τον εμπιστεύομαι, τον πιστεύω. Κι ούτε που με νοιάζει δηλαδή τι έκανε, καθώς έγραφε. Με νοιάζει τι διαβάζω όταν διαβάζω και διαβάζω κάτι που αν δεν μπορούσα να το διαβάσω θα ήμουν λυπημένη που δεν θα μπορούσα να το διαβάσω και όχι επειδή αυτό που διαβάζω με κάνει χαρούμενη, αλλά επειδή αυτό που διαβάζω με κάνει άνθρωπο.

«Η καλλιέργεια είναι μια απολύτως προσωπική υπόθεση. Και σχεδόν αμετάβατη», γράφει ο Τσεκούρας.

Τι είναι ο Πάστορας Βογκ;

Οπισθόφυλλο, φίλες μου. «Ο πάστορας Βογκ δεν είναι Ήρωας, δεν είναι Χαρακτήρας, δεν είναι Τύπος. Ας περιοριστούμε κι ας πούμε μόνο ότι ο πάστορας Βογκ είναι-όσως-μια Σκιά που περνάει για κάποια δευτερόλεπτα μέσα από τη ζωή δεκατριών διαφορετικών Όντων: μιας νεκρής τραγουδίστριας, ενός μπάτλερ, ενός σχεδιαστή Ρούχων, ενός ζωυφίου, ενός μπέμπη, του Αλέξη Γρηγορόπουλου και διάφορων άλλων.»

Ναι, τα Εξάρχεια αποτελούν το φόντο της ιστορίας «6 Δεκεμβρίου, στην Οδό Τζαβέλλα», όπου αριστουργηματικά περιγράφεται η πραγματικότητα, αλλά κάπως σα να αποτελεί σενάριο για ταινία φαντασίας ή θρίλερ. Εκεί, οι αστυνομικοί «μάλλον μιμούνται τον Θεό» και το κλάμα του συγγραφέα με αναφιλητά μες στο σπίτι του το εξαρχειώτικο είναι εξ ημισίας αφιερωμένο στο πάτωμα, εξ ημισίας στο ταβάνι.

Έχει γράψει κι έχει γράψει αυτοβιογραφικά ο Τσεκούρας. Όσο μπορώ να ξέρω, όμως, αυτή η ιστορία είναι μακράν η πιο προσωπική του. Όπως όλες του, δεν διαθέτει ίχνος ψεύδους, αλλά η συγκεκριμένη έχει και κάτι το (απ)αισιόδοξα ντοκουμενταρίστικο.

«Στην Έξοδο» του πράσινου βιβλίου, ο Πάστορας ασχολείται με την εμμονική παρατήρηση ενός κόκκινου κουβαριού. Κι από εκεί που διαβάσαμε στην αρχή του βιβλίου για τα ασχημόμορφα χέρια του, τώρα μαυλισμένοι παρατηρούμε μαζί του το κουβάρι, την ίδια την ζωή μας/του/τους.

Τι είναι αλήθεια; Τι φαντασία; Τι όνειρο; Τι κρίμα; Τι, δηλαδή;

Ερωτήματα που όχι απλώς ΔΕΝ απασχολούν τον Δημήτρη Τσεκούρα κι εννοείται κανέναν από τους ήρωες ή/και τους πιστούς του αναγνώστες, αλλά επιπλέον γίνονται ιδανικό, σχεδό υπόγειο, θεμέλιο για να χτιστούν οι λογοτεχνικοί του όροφοι. Εκείνοι που φιλοξενούν μέσα μια ζωή αλλόκοτη, λαμπερή, θεοσκότεινη, ουσιαστική, μοιρασμένη ακριβοδίκαια στον έρωτα και τον θάνατο.

Σιγά το πρωτότυπο. Όσο πιο Μεγάλη η Λογοτεχνία, τόσο πιο κοινοί οι τόποι στους οποίους Εκείνη βαδίζει.

Επιτρέψτε μου να θεωρώ ότι εδώ μιλάμε για Μεγάλη Λογοτεχνία. Επιτρέψτε μου να σας ζητήσω να πάψετε να επιθυμείτε να ερμηνεύετε τη Λογοτεχνία, το Θέατρο και το Σινεμά καταπώς σας συμφέρει ή αντέχετε και αποφασίστε, λέω εγώ τώρα, να αφεθείτε λιγάκι.

Να πάτε μια βόλτα, αγκαζέ με τον Συγγραφέα. Αυτές είναι οι πιο χειροπιαστές βόλτες που κάνει ένας Συγγραφέας, οι μόνες σας ευκαιρίες να Τον συνοδεύσετε.

Δημήτρη Τσεκούρα, πότε θα ξανπάμε Βόλτα μαζί σου;

«Τώρα έχω στρωθεί και γράφω ένα μυθιστόρημα. Αν πάνε όλα καλά, θα είναι έτοιμο του χρόνου τον Οκτώβρη. Έχει να κάνει με τις ζωές δώδεκα ανθρώπων λίγες μέρες πριν ξεσπάσει ο μεγάλος Κυκλώνας. Εμφανίζεται και ο Χριστός.»

Αναζητήστε τον Πάστορα Βογκ (και άλλα έργα του Συγγραφέα)  ΕΔΩ.

*Ιδέα δεν έχω γιατί ήρθαμε να ζήσουμε. Εγώ έχω περάσει όλη μου τη ζωή λυπημένος. Όλη. Ακόμη και δυο τρεις ημέρες απόλυτης ευτυχίας που έχω να θυμάμαι, και πάλι λυπημένος ήμουν από κάτω. Γιατί ήξερα τι θα ακολουθούσε. Πάντοτε ήξερα τι θα ακολουθούσε. Είναι το πιο βασανιστικό χάρισμα που μου έδωσε ο Θεός νομίζω: Να ξέρω τι θα γίνει μετά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr