«Εάν συνάψει συμφωνία με τους Φιλελεύθερους, είμαι νεκρός». Αυτό είχε δηλώσει ο Εμανουέλ Μακρόν το 2017, λίγο μετά τη δική του εκλογή στην προεδρία της Γαλλίας και τις παραμονές των βουλευτικών εκλογών στη Γερμανία, όπου η νίκη της Ανγκελα Μέρκελ φάνταζε (και πάλι) βέβαιη.

Τελικά, ο εφιάλτης του Μακρόν δεν έγινε πραγματικότητα και η Μέρκελ επέλεξε να συνεργαστεί για μία ακόμη τετραετία με το SPD. Στη θέση δε του υπουργού Οικονομικών βρέθηκε ο σοσιαλδημοκράτης Όλαφ Σολτς –ο οποίος θα είναι, εκτός μεγάλου απροόπτου, ο επόμενος καγκελάριος της Γερμανίας.

Αυτή τη φορά, ωστόσο, οι Ελεύθεροι Δημοκράτες του FDP θα συμμετέχουν στη νέα κυβέρνηση και ο ηγέτης τους, Κρίστιαν Λίντνερ, θεωρείται το μεγάλο φαβορί για να διαδεχθεί τον Σολτς και θα γίνει ο «κάιζερ» της γερμανικής οικονομίας.

Έχει, άραγε, λόγους να φοβάται αυτή την εξέλιξη ο Μακρόν, ο οποίος θα διεκδικήσει (και πιθανότατα θα πετύχει) την επανεκλογή του την άνοιξη του 2022;

Από την Ελλάδα ως την πανδημία

Η αλήθεια είναι πως υπάρχουν αρκετοί που τρέμουν στην ιδέα ότι ο Λίντνερ θα βρεθεί στη συγκεκριμένη θέση.

Όπως σημειώνει και ανάλυση στους Financial Times, «τα επιχειρήματα που αφορούν τα πόστα στις διαρκώς εναλλασσόμενες κυβερνήσεις συνεργασίας στην Ευρώπη είναι κάτι που συνήθως δεν ενδιαφέρει τον έξω κόσμο. Όμως, η περίπτωση του υπουργού Οικονομικών της Γερμανίας μοιάζει να αφορά τους πάντες».

Οι FT εξηγούν γιατί συμβαίνει αυτό: «Κατά την περασμένη δεκαετία, ο διαχειριστής του προϋπολογισμού της Γερμανίας άσκησε εξουσία πολύ πέρα από τα σύνορα της χώρας, διαμορφώνοντας την απάντηση της ΕΕ σε όλα, από την κρίση χρέους της Ελλάδας μέχρι την πανδημία της Covid-19. Στο εσωτερικό δε, η πολιτική ισχύς που διαθέτει υστερεί μόνο σε σύγκριση με εκείνη του καγκελαρίου».

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, το γεγονός ότι η προοπτική ανάληψης της νευραλγικής αυτής θέσης από ένα δηλωμένο και ορκισμένο «γεράκι», σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο για την ΕΕ και την ευρωζώνη, να προκαλεί αναταράξεις.

Αυτός είναι και ο λόγος που αρκετοί, εκτός Γερμανίας, παρεμβαίνουν προσπαθώντας να αποτρέψουν τη συγκεκριμένη εξέλιξη, θεωρώντας τη καταστροφική.

Στίγκλιτς και Τουζ κατά Λίντνερ

Την περασμένη εβδομάδα για του λόγου το αληθές, ο νομπελίστας Τζόζεφ Στίγκλιτς και ο Άνταμ Τουζ, παγκοσμίως γνωστοί οικονομολόγοι του πανεπιστημίου Columbia των ΗΠΑ, δημοσίευσαν άρθρο στην γερμανική εφημερίδα Die Zeit – που παραδοσιακά πρόσκειται φιλικά προς το SPD – με το οποίο εξαπέλυσαν σφοδρή επίθεση στον Λίντνερ.

«Το τελευταία πράγμα που χρειάζονται η Γερμανία και η Ευρώπη είναι να βρεθεί στο τιμόνι του υπουργείου Οικονομικών στο Βερολίνο ένας πολιτικός ο οποίος θα το αξιοποιήσει ως αβελτηρία για να επιβάλει τα συντηρητικά δημοσιονομικά πιστεύω του κόμματός του», σημειώνουν χαρακτηριστικά.

«Για το δικό του καλό, ο Λίντνερ θα πρέπει να αποφύγει να αναλάβει μια αδύνατη αποστολή, να εφαρμόσει δηλαδή την προκατακλυσμιαία ατζέντα του στη σημερινή οικονομική κατάσταση», προσθέτουν οι δύο – αφήνοντας σαφώς να εννοηθεί ότι θα ήταν προτιμότερο το συγκεκριμένο υπουργείο να ανατεθεί στους Πράσινους.

Ο ηγέτης του FDP δεν δίστασε, φυσικά, να σηκώσει το γάντι και να απαντήσει. «Κάποιου είδους κριτικές πρέπει να αντιμετωπίζονται ως επιβεβαίωση των θέσεων αυτού που τις δέχεται, επειδή οι αριστεροί οικονομολόγοι του χρέους στις ΗΠΑ απλώς ελπίζουν στον πληθωρισμό», έγραψε στο Instagram.

Στο πλευρό του βρέθηκε και ο επικεφαλής ενός από τα πιο γνωστά γερμανικά ινστιτούτα, ο Κλέμενς Φιστ του Ifo. «Το μήνυμά τους είναι ξοδέψτε χρήματα για να σώσετε τον κόσμο (…) Ζουν σε ένα κόσμο του χθες», σημείωσε στο δικό του σχόλιο.

Ναι, αλλά έχει τα προσόντα;

Πάντως, Στίγκλιτς και Τουζ δεν αποτελούν εξαίρεση. Έτσι, με άρθρο του στο Politico, ο Μάθιου Κάρνιτσνιγκ επιχειρεί να αμφισβητήσει το κατά πόσο ο Λίντνερ διαθέτει τα αναγκαία προσόντα και την εμπειρία για να ηγηθεί ενός τόσο σημαντικού υπουργείου.

«Είναι κατάλληλος για τη θέση;», αναρωτιέται ευθέως αναφερόμενος στον «Μπάμπι», όπως ονομάζουν αρκετοί παλαιότεροι βουλευτές τον ηγέτη του FDP.

«Ο Λίντνερ, ο οποίος σπούδασε πολιτικές επιστήμες και παρουσιάζεται ως υπέρμαχος του επιχειρείν, έχει περάσει σχεδόν το σύνολο της καριέρας του ως πολιτικός σε τοπικό επίπεδο, ως βουλευτής ή ως στέλεχος του κόμματος. Δεν διετέλεσε ποτέ δήμαρχος, πρωθυπουργός κρατιδίου, υπουργός ή έστω αναπληρωτής υπουργός», γράφει ο Κάρνιτσνιγκ, δίνοντας εμμέσως πλην σαφώς αρνητική απάντηση στο ερώτημα που ο ίδιος έθεσε.

Εμφανίζεται δε επικριτικός απέναντι στον νέο και ταλαντούχο πολιτικό – «ο οποίος, ως νεαρός σύμβουλος επιχειρήσεων, πρόβαλε την επιτυχία του κυκλοφορώντας με μια μαύρη Porsche» – για το γεγονός ότι στη διάρκεια της τελευταίας κοινοβουλευτικής θητείας του, έλαβε πάνω από 470.000 ευρώ ως αμοιβή για ομιλίες σε τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και άλλους ομίλους.

Πιο «ώριμος», αλλά πάντα σκληρός

Παρ’ όλα αυτά, ο Λίντνερ δείχνει να έχει «ωριμάσει», συνειδητοποιώντας ότι είναι άλλο πράγμα να λέει αυτά που θέλει ως απλός βουλευτής ή ηγέτης κόμματος της αντιπολίτευσης και άλλο να καλείται να τα εφαρμόσει στην πράξη.

Με άλλα λόγια, η προοπτική της ανάληψης του συγκεκριμένου υπουργείου τον έχει αναγκάσει να βάλει νερό στο κρασί του, τουλάχιστον μέχρι ένα βαθμό.

Αυτός είναι και ο λόγος που, σε συνέντευξη την οποία παραχώρησε στην συντηρητική εφημερίδα FAZ εμφανίστηκε με σαφώς πιο ισορροπημένες θέσεις.

Ανάμεσα στα άλλα, φάνηκε να αποδέχεται την ανάγκη αύξησης του ορίου που προβλέπει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ΕΕ από το 60% στο 100% – «αξίζει να το συζητήσουμε», είπε – αφήνοντας και ένα «παράθυρο» για νέο γύρο έκδοσης ευρωομολόγων.

Παρ’ όλα αυτά, παρέμεινε σταθερός στις βασικές του αρχές. Υποστήριξε πως το υπάρχον Σύμφωνο παρέχει αρκετές δυνατότητες ευελιξίας και πως «αυτή θα πρέπει να είναι η διαπραγματευτική θέση της νέας κυβέρνησης».

Επανέλαβε ότι παραμένει αντίθετος σε μια πιο μόνιμη «δημοσιονομική ένωση», ενώ διατύπωσε και τη γνωστή θέση ότι «στη Γερμανία οι πληθωριστικές πιέσεις υποτιμώνται συστηματικά».

Ξεκαθάρισε δε ότι η Γερμανία πρέπει να παραμείνει «ακρογωνιαίος λίθος της σταθερότητας» στην Ευρώπη.

«Καλός και κακός μπάτσος»

Τι σημαίνουν όλα αυτά.

Προφανώς – εφόσον, βεβαίως, ο Λίντνερ αναλάβει το υπουργείο Οικονομικών – ότι το Βερολίνο θα εμφανίζεται ως… Ιανός, με τη συμμετοχή στη νέα κυβέρνηση «του καλού και του κακού μπάτσου». Και με τις ισορροπίες να διαμορφώνονται ανάλογα με τη συγκυρία, τις ανάγκες και τις προτεραιότητες.

Το σίγουρο, σε κάθε περίπτωση, είναι ότι ούτε ο Μακρόν ούτε ο Ντράγκι – ούτε, πολύ περισσότερο, οι πιο αδύναμες χώρες του Νότου – θα έχουν εύκολη δουλειά.

Πηγή: in.gr