Ούτε μπροστά, ούτε πίσω. Ο περιβόητος ρώσικος αγωγός φυσικού αερίου, Nord Stream 2,από τη μία έχει προχωρήσει ήδη υπερβολικά για να σταματήσει – κι από την άλλη όλα δείχνουν ότι είναι αδύνατον να ολοκληρωθεί. Οι περισσότεροι από τους πολιτικούς που συνυπέγραψαν τη δημιουργία του, από τον Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ, την Άνγκελα Μέρκελ και τον Ματέο Ρέντσι, μέχρι τον Ντέιβιντ Κάμερον και τον Πέτρο Ποροσένκο, έχουν πια εγκαταλείψει την πολιτική σκηνή. Ο μόνος που έχει επιβιώσει είναι ο Βλάντιμιρ Πούτιν. Και ο Guardian υποστηρίζει ότι τα κατάφερε ακολουθώντας τη ρωμαϊκή συμβουλή: διαίρει και βασίλευε.

Η δημιουργία του αγωγού ανακοινώθηκε το 2015. Ο αγωγός, κόστους $11 δισ. και ιδιοκτησίας του κρατικού ενεργειακού κολοσσού της Ρωσίας, Gazprom οικοδομήθηκε για να μεταφέρει φυσικό αέριο από τη δυτική Σιβηρία, διπλασιάζοντας τις υπάρχουσες δυνατότητες που προσέφερε ο αγωγός Nord Stream 1 και κρατώντας ζεστά 26 εκατομμύρια γερμανικά σπίτια σε προνομιακή τιμή.

Όμως η συμφωνία, σε αντίθεση με τα όσα είχε υποστηρίξει η πρώην γερμανίδα καγκελάριος, Άνγκελα Μέρκελ, ποτέ δεν ήταν καθαρά εμπορική. Είχε τεράστιες γεωστρατηγικές επιπτώσεις, με κάθε ίντσα του αγωγού να αντιπροσωπεύει και μια πολιτική και νομική μάχη.

Εμπόδια σε κάθε βήμα

Πράγματι, αναφέρει ο Guardian, ελάχιστα έργα υποδομής έχουν προκαλέσει τόσο μεγάλα προβλήματα. Ανάμεσά τους, η αποκατάσταση της μετα-σοβιετικής αυτοκρατορίας, η κλιματική κρίση, ο αμερικανικός εκφοβισμός της Ευρώπης, ο γερμανικός εναγκαλισμός της Ρωσίας, οι νομικές δυνάμεις της Κομισιόν, το λόμπι των εταιρειών, οι ενεργειακές προβλέψεις και το μονοπωλιακό μοντέλο της Gazprom. Οι πιο παθιασμένοι επικριτές της συμφωνίας την έχουν περιγράψει ως σύγχρονη προδοσία αντίστοιχης κλίμακας με το Σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ του 1939.

Υποστήριζαν ότι δίνονταν στον Πούτιν ένα τόσο μεγάλο διαπραγματευτικό χαρτί, που αφορά την ίδια την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης, ο αγωγός των 1200 χιλιομέτρων αφήνει την Ελεύθερη Ευρώπη στο έλεός του. Αν ο Πούτιν θέλει μια νέα Γιάλτα, μια νέα συνοριακή διαπραγμάτευση με την Ευρώπη, τότε το φυσικό αέριο και η εξάρτηση της Ευρώπης από τα αποθέματα της Ρωσίας, θα γίνει το μέσο για να τα καταφέρει. Οι επικριτές του Nord Stream 2 υποστηρίζουν ότι το θέμα δεν ήταν η αύξηση των διαθέσιμων για την Ευρώπη αποθεμάτων, αλλά η χάραξη ενός νέου μονοπατιού από τη Ρωσία προς την Ευρώπη, που δεν θα περνά μέσα από την Ουκρανία.

Άλλοι χαρακτηρίζουν υπερβολικές αυτές τις κρίσεις, και αναφέρουν ότι σε περίπτωση που η Ρωσία επιχειρούσε να χρησιμοποιήσει το φυσικό αέριο ως γεωπολιτικό όπλο, θα διαπίστωνε ότι η Ευρώπη έχει πολλές εναλλακτικές πηγές στη διάθεσή της.

Έτοιμος και αχρησιμοποίητος

Η κατασκευή του αγωγού ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο, μετά από πολλές αναβολές και νομικά προβλήματα. Όμως το διοικητικό συμβούλιο της Gazprom πλέον περιμένει μόνο την τελική νομική έγκριση των αρμόδιων αρχών της Γερμανίας για να αρχίσει να προμηθεύει με φυσικό αέριο τους ευγνώμονες γερμανούς καταναλωτές. Η αδειοδότηση αυτή έχει μετατραπεί σε αντικείμενο διαμάχης για τη νέα κυβέρνηση συμμαχίας της χώρας, με τις απειλές του Πούτιν προς την εθνική κυριαρχία της Ουκρανίας να ρίχνουν λάδι στη φωτιά.

Οι μεταβολές στις ισορροπίες είναι τόσο έντονες και διαρκείς, που δεν αποκλείεται η χρήση του αγωγού ακόμη και να εγκαταλειφθεί πλήρως την τελευταία στιγμή, αφήνοντας την Gazprom και τους πέντε ευρωπαίους επενδυτές στον αέρα.

Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα αποτελέσει σημαντική νίκη για την ουκρανική ανεξαρτησία. Από τη στιγμή που η πρόταση για τη δημιουργία του αγωγού έπεσε στο τραπέζι, μόλις ένα χρόνο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, το Κίεβο ασκεί ισχυρές πιέσεις για την αποτροπή αυτού του σχεδίου.

Ουκρανικές πιέσεις

Η Ουκρανία φοβάται ότι αν η Ρωσία προσπεράσει τον αγωγό που περνά από τα εδάφη της – ως μέρος της ευρύτερης στρατηγικής της υπερδύναμης να κόψει τους δεσμούς της με τις μετα-σοβιετικές δημοκρατίες – θα πάψει να λαμβάνει τα χρήματα που της καταβάλλει αυτή τη στιγμή για τη μεταφορά φυσικού αερίου μέσα από την επικράτειά της. Τα κεφάλαια αυτά αντιστοιχούν στο 4% του ΑΕΠ της χώρας.

Το Κίεβο έχει υποστηρίξει επίσης ότι ο αγωγός θα αυξήσει τον έλεγχο και το μερίδιο της Ρωσίας επί της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου, δίνοντας στον Πούτιν την ευκαιρία να ασκήσει σοβαρές πιέσεις στην Ευρώπη. Ο αγωγός είναι σε θέση να μεταφέρει έως και 55 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου – δηλαδή πάνω από τον μισό όγκο του καυσίμου που χρησιμοποίησαν οι Γερμανοί στη διάρκεια του 2019.

Η Ουκρανία έχει ήδη βρει συμμάχους στα αιτήματά της την Πολωνία, τα κράτη της Βαλτικής και αργότερα την Ιταλία, τη Βρετανία και – το σημαντικότερο – την Κομισιόν. Όλοι τους έχουν τονίσει ότι  ο Πούτιν έχει χρησιμοποιήσει τον αγωγό για γεωστρατηγικά οφέλη.

Αμερικανικές κυρώσεις

Οι πιέσεις του Κιέβου κατέληξαν στην επιβολή κυρώσεων από τις ΗΠΑ τον Δεκέμβριο του 2019 στο πλαίσιο της Νομοθεσίας για την Προστασία της Ενεργειακής Ασφάλειας της Ευρώπης (PEESA). Αυτό οδήγησε στην αναβολή των εργασιών για την κατασκευή του αγωγού επί ενάμιση χρόνο, μετά την αποχώρηση του ελβετού εργολάβου. Στη συνέχεια, ξεκίνησε ένα γαϊτανάκι διαπραγματεύσεων μεταξύ Γερμανίας και ΗΠΑ, προκειμένου η πρώτη να εισάγει υγρό φυσικό αέριο (LGN) από τη δεύτερη.

Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε τηρήσει ιδιαιτέρως σκληρή στάση, εγκαλώντας τη Μέρκελ ότι τροφοδοτούσε το «τέρας» Πούτιν. Αρχικά, ο Μπάιντεν τήρησε αντίστοιχη γραμμή με τον προκάτοχό του, όμως εντέλει η γερμανική διπλωματία έκανε το θαύμα της και στις 19 Μαΐου ο Άντονι Μπλίνκεν ανακοίνωσε την άρση των κυρώσεων στον επικεφαλής του Nord Stream 2 και στενό φίλο του Πούτιν, Ματίας Βάρνιγκ. Στις 21 Ιουλίου, μια εβδομάδα μετά τη συνάντησή του με τη Μέρκελ στο Λευκό Οίκο, ο Μπάιντεν ήρε το σύνολο των κυρώσεων ως… αποχαιρετιστήριο δώρο για το τέλος της θητείας της.

Ο ουκρανός πρόεδρος, Βολόντιμιρ Ζελένσκι κατηγόρησε τον Μπάιντεν για πισώπλατη μαχαιριά – δεν είναι ο πρώτος σύμμαχος των ΗΠΑ που εκφράζει τέτοιο παράπονο, παρατηρεί ο Guardian, αναφερόμενος προφανώς στη Γαλλία – και δήλωσε ότι η Ουκρανία κρατήθηκε μακριά από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, πράγμα που οι ΗΠΑ αρνούνται.

Γερμανική διπλωματία

Η Γερμανία, ως μέρος της συμφωνίας της Μέρκελ με τον Μπάιντεν, υποσχέθηκε να πιέσει για την παράταση της μεταφοράς ρωσικού φυσικού αερίου μέσω της Ουκρανίας για δέκα ακόμη χρόνια, αλλά και να διοχετεύσει $175 εκατομμύρια στην Ουκρανία για τη βελτίωση της ενεργειακής ανεξαρτησίας της χώρας και την επένδυσή της σε πράσινες μορφές ενέργειας. Ακόμη, η Μέρκελ δεσμεύτηκε ότι τόσο η ίδια όσο και οι διάδοχοί της, πρόκειται να πιέσει για τη λήψη αποτελεσματικών μέτρων σε ευρωπαϊκό επίπεδο προκειμένου οι δυνατότητες εξαγωγής της Ρωσίας στην ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας να περιοριστούν σε περίπτωση που επιχειρήσει να χρησιμοποιήσει τον αγωγό ως απειλή ή επιτεθεί στην Ουκρανία.

Ωστόσο, οι «ευχές» των ΗΠΑ προς τον αγωγό έχουν δεχθεί σφοδρές επικρίσεις, παρά το γεγονός ότι η χώρα επιμένει ότι έλαβε τα αναγκαία μέτρα για να αμβλύνει τις δυνητικές επιπτώσεις. Άλλωστε, η απόφαση του Μπάιντεν να άρει τις κυρώσεις ελήφθη στη διάρκεια της περασμένης άνοιξης – ακριβώς την εποχή που ο Πούτιν άρχισε να αναπτύσσει στρατεύματα στα σύνορα της χώρας του με την Ουκρανία. Επιπλέον, το πράσινο φως δόθηκε τη στιγμή που το κόμμα των Πράσινων, που έχει δηλώσει την πλήρη αντίθεσή του προς τον αγωγό και έχει εμφανιστεί αποφασισμένο να αλλάξει την εξωτερική πολιτική της Γερμανίας, είχε αρχίσει να κερδίζει δημοσκοπικό έδαφος, φτάνοντας να εμφανίζεται ως πρώτο κόμμα για τις εκλογές του Σεπτεμβρίου. Ήταν παράξενη εποχή για μια τέτοια κίνηση, και η αρχηγός του κόμματος, Αναλένα Μπέρμπο, επέκρινε εντόνως την απόφαση του Μπάιντεν, λέγοντας ότι πρόκειται να διχάσει την Ευρώπη.

Προβλήματα στη γερουσία

Η απόφαση του Μπάιντεν έφερε και εσωτερικά προβλήματα, καθώς οι Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές είχαν δηλώσει ανοιχτά την πεποίθησή τους ότι οι κυρώσεις στον Nord Stream 2 αποτελούσαν ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Ως αντίποινα, ο Τεντ Κρουζ άσκησε βέτο στις προτάσεις του Μπάιντεν για την κάλυψη υψηλόβαθμων διπλωματικών θέσεων, αφήνοντας πολλές χώρες χωρίς επιβεβαιωμένους αμερικανούς πρέσβεις. Δεν άλλαξε στάση μέχρι που ο Μπάιντεν του υποσχέθηκε νέα ψηφοφορία για τις κυρώσεις από τη Γερουσία στα μέσα Ιανουαρίου.

Η κίνηση του Μπάιντεν δεν ήταν παράλογη: ήθελε να πάρει με το μέρος του τη Γερμανία, προκειμένου να έχει την υποστήριξή της απέναντι στην Κίνα που, όπως απέδειξε και με το AUKUS, αποτελεί τη βασική του προτεραιότητα.

Ανακατατάξεις

Στο μεταξύ, όμως, οι ισορροπίες που τόσο προσεκτικά είχε οικοδομήσει η Μέρκελ ανατράπηκαν: οι τιμές του φυσικού αερίου στην Ευρώπη εκτινάχθηκαν εξαιτίας της τεράστιας ασιατικής ζήτησης. Η Ρωσία συνέχισε να αναπτύσσει στρατεύματα στα σύνορα της Ουκρανίας. Και οι Πράσινοι έγιναν μέρος της νέας κυβέρνησης συμμαχίας της Γερμανίας. Έτσι, ο Nord Stream 2 βρίσκεται ξανά στον αέρα. Ο Όλαφ Σολτς, ο νέος καγκελάριος, εξακολουθεί να στηρίζει τη λειτουργία του όμως τόσο ο ίδιος, όσο και ο Μπάιντεν και οι ηγέτες των G7 αναζητούν τρόπους να συνετίσουν τον Πούτιν. Έτσι, έχουν ξεκαθαρίσει ότι μια πιθανή εισβολή στην Ουκρανία θα σήμαινε την αναστολή αν όχι την ακύρωση του σχεδίου.

Μπορούν, όμως, οι Πράσινοι – που βρίσκονται σε μια ανίερη συμμαχία με τους αμερικανούς Ρεπουμπλικάνους επάνω στο θέμα – να βάλουν φρένο στη συμφωνία; Για να το πετύχουν, τονίζει ο Guardian, θα πρέπει να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο που η Γερμανία αντιμετωπίζει τη Ρωσία.

Γιατι η Γερμανία αγαπά τόσο τη Ρωσία;

Ο Τζον Λόου, ερευνητής που έχει γράψει βιβλίο για τις γερμανορωσικές σχέσεις, υποστηρίζει ότι η Γερμανία έχει την τάση να παρερμηνεύει τις προθέσεις της Ρωσίας, αποδίδοντας το πρόβλημα σε ένα συνδυασμό του ιστορικού φόβου της για τη Ρωσία, του αισθήματος ενοχής για τα ναζιστικά εγκλήματα, της ευγνωμοσύνης προς τη Μόσχα που επέτρεψε την ενοποίηση της Γερμανίας και μάλιστα με τέτοια ταχύτητα και τη συμπάθεια προς τον ρωσικό πολιτισμό. Ταυτόχρονα, σημειώνει ότι η σχέση των δύο χωρών βγάζει νόημα και από οικονομικής άποψης: η Γερμανία έχει την τεχνολογία και η Ρωσία τους πόρους, ενώ ρόλο παίζει και η γερμανική αντίληψη ότι η οικοδόμηση δεσμών με τη Ρωσία θα κάνει τη δεύτερη να αρχίσει να λειτουργεί ως αξιόπιστος εταίρος.

Για αυτό, υποστηρίζει ο Λόου, και η Γερμανία δυσκολεύεται τόσο να αποδεχτεί ότι η Ρωσία κινείται προς μια ολοένα και πιο απολυταρχική κατεύθυνση. Και πράγματι, η Μέρκελ πάντοτε φρόντιζε να μην αναστατώσει πολύ τη Ρωσία.

Όμως αυτή η νοοτροπία, υπογραμμίζει ο Ραλφ Φουκς, διευθυντής του Γερμανικού Κέντρου για τον Σύγχρονο Φιλελευθερισμό, που έχει δεσμούς με τους Πράσινους, σχεδόν παραχωρεί στη Ρωσία εξουσίες άσκησης βέτο.

Πράσινοι και Σοσιαλδημοκράτες

Οι Πράσινοι είναι αποφασισμένοι να αλλάξουν αυτές τις ισορροπίες. Όμως για να το πετύχουν, θα πρέπει να πάρουν με το μέρος τους τους Σοσιαλδημοκράτες. Και αυτό ίσως αποδειχθεί δύσκολο, αφού ο Γκέρχαρντ Σρέντερ, ο 77χρονος πρώην καγκελάριος του SPD είναι αυτή τη στιγμή επικεφαλής του συμβουλίου των μετόχων της Nordstream – μια θέση που ανέλαβε μόλις λίγες εβδομάδες μετά τη λήξη της θητείας του.

Προφανώς, ο Σρέντερ υποστηρίζει το πρότζεκτ μέχρις εσχάτων, έχοντας μάλιστα δηλώσει για να υπερασπιστεί τη θέση του ακόμη κι ότι δεν έχει αποδειχθεί επιστημονικά ότι ο φυλακισμένος αρχηγός της ρωσικής αντιπολίτευσης, Αλεξέι Ναβάλνι, πράγματι έπεσε θύμα δηλητηρίασης από τη ρωσική κυβέρνηση. Ο Ναβάλνι από την πλευρά του τον αποκαλεί «το παιδί για τα θελήματα του Πούτιν». Ακόμη, σημειώνει ότι κερδισμένοι από τον αγωγό δεν θα είναι μόνο οι διεφθαρμένοι Γερμανοί, αλλά και οι ρώσοι ολιγάρχες στους οποίους έχουν ήδη επιβάλει κυρώσεις οι ΗΠΑ.

Αδυναμίες που δεν κρύβονται

Το SPD από την πλευρά του χρησιμοποιεί ως επιχείρημα υπέρ του αγωγού το «bullying» του Τραμπ προς τη Γερμανία, αλλά και της στρατηγικής για «αλλαγή μέσω του εμπορίου». Ο πρώην υπουργός εξωτερικών Χάικο Μάας, που επίσης προερχόταν από το SPD, παρουσίαζε τον αγωγό ως ένα μέσο με το οποίο η χώρα του θα μπορούσε να κρατήσει ζωντανούς τους δεσμούς με τη Ρωσία. Μια «στρατηγική καύσης των γεφυρών», υποστήριζε, δεν θα ήταν μόνο λανθασμένη αλλά και επικίνδυνη, αφού θα έσπρωχνε τη Ρωσία σε στενότερη οικονομική και στρατιωτική συνεργασία με την Κίνα.

Ορισμένες φορές αυτή η λογική έφτασε σε σημεία που θεωρήθηκαν ανεπίτρεπτα από την υπόλοιπη Ευρώπη, όπως όταν ο πρώην επικεφαλής του κρατιδίου του Βραδεμβούργου, Ματίας Πλάτσεκ, των Σοσιαλδημοκρατών, είχε ταχθεί υπέρ της αποδοχής της προσάρτησης της Κριμαίας το 2014.

Στο κρατίδιο του Μέκλενμπουργκ-Δυτική Πομερανία, όπου πραγματοποιείται μεγάλο μέρος των εργασιών για τον αγωγό, κάθε χρόνο γιορτάζεται η «Ημέρα της Ρωσίας», ενώ η επικεφαλής του, Μανουέλα Σβέσιχ, έχει δημιουργήσει ακόμη και ίδρυμα για την προστασία των εταιρειών από τις αμερικανικές κυρώσεις, με την ονομασία Ίδρυμα για το Κλίμα και την Προστασία του Περιβάλλοντος. Η δημοτικότητά της δεν έχει πληγεί από αυτές τις κινήσεις.

Θα πείσουν οι Πράσινοι τους πολίτες;

Η Σβέσιχ επιμένει ότι το φυσικό αέριο είναι απολύτως απαραίτητο ως μεταβατικό καύσιμο για την απεξάρτηση της Γερμανίας από την πυρηνική ενέργεια και τον άνθρακα, και μεγάλο μέρος του γερμανικού πληθυσμού συμφωνεί μαζί της. Αυτό σημαίνει ότι οι Πράσινοι θα πρέπει να πείσουν και τους καχύποπτους πολίτες, προκειμένου η στρατηγική τους να έχει την οποιαδήποτε ελπίδα επιτυχίας.

Ωστόσο, η Μπέρμπακ έχει και σημαντικούς συμμάχους. Ο Ντιρκ Μέσνερ, επικεφαλής της γερμανικής υπηρεσίας περιβάλλοντος UBA, δήλωσε τον Αύγουστο ότι σύντομα ο αγωγός θα είναι απαρχαιωμένος, εξαιτίας της περιβαλλοντικής πολιτικής της χώρας που προβλέπει μηδενικές εκπομπές έως το 2045.

Ο ρόλος της Κομισιόν

Και φυσικά, ο ισχυρότερος σύμμαχός της είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και νομοθεσία. Επί σειρά ετών, η Κομισιόν είναι σε κόντρα με την Gazprom. Η ρωσική εταιρεία είχε επιχειρήσει να παρακάμψει τους κανονισμούς της ΕΕ υποστηρίζοντας ότι μια οδηγία του 2019 για την ενέργεια δεν είχε ισχύ επί του αγωγού. Η Gazprom έχασε τη διαμάχη και τώρα οι αρμόδιες γερμανικές αρχές σε συνεργασία με την ΕΕ έχουν στη διάθεσή τους έξι μήνες για να αποφασίσουν αν ο αγωγός συμμορφώνεται στην ευρωπαϊκή νομοθεσία. Άλλες εταιρείες έχουν λάβει άδεια να παρουσιάσουν τις δικές τους αιτιάσεις στις γερμανικές αρχές, συμπεριλαμβανομένης της ουκρανικής GTSOU και της πολωνικής PGNiG.

Απαντήσεις θα πρέπει να δοθούν σε μια ολόκληρη σειρά από ρυθμιστικές προϋποθέσεις της ΕΕ για την πρόσβαση τρίτων μερών, τον διαχωρισμό της ιδιοκτησίας και τη διαφάνεια των τιμών. Ο διαχωρισμός ιδιοκτησίας απαιτεί ο ιδιοκτήτης του αγωγού να διαφέρει από τον προμηθευτή του φυσικού αερίου που περνά από μέσα του, πράγμα στο οποίο η Gazprom αντιτίθεται σθεναρά.

«Είναι ξεκάθαρο ότι η ευρωπαϊκή ενεργειακή νομοθεσία ισχύει και για αυτή τη συμφωνία. Ο διαχωρισμός του εμπορίου από τη μεταφορά ορίζεται με σαφήνεια», τόνισε ο Σβεν Γκίγκολντ, ο νέος – και επιδραστικός – υφυπουργός οικονομικών ζητημάτων στο υπουργείο κλιματικής αλλαγής.

Ο Ρόμπερτ Χάμπεκ των Πράσινων βλέπει άλλον ένα τρόπο να ακυρωθεί το πρόγραμμα: «Στόχος της νομοθεσίας είναι να αποτρέπει τα μονοπώλια και την εξάρτηση. Το δίκτυο και οι δραστηριότητές του θα πρέπει να είναι επίσης διαχωρισμένα από τον αγωγό, πράγμα που δεν συμβαίνει αυτή τη στιγμή. Υπήρξαν μεγάλες πολιτικές πιέσεις στην τελευταία ομοσπονδιακή κυβέρνηση να εγκρίνει τον Nord Stream 2. Ακόμη κι έτσι, δεν έχει τεθεί σε λειτουργία. Η Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Δικτύων θα ελέγξει τα έγγραφα σε συμφωνία με τη νομοθεσία – όπως, δηλαδή, είναι υποχρεωμένη να πράξει».

Πηγή: Guardian

Πηγή: in.gr