«Και 100 rapid tests την ημέρα να με βάλουν να κάνω, εγώ δεν πρόκειται να εμβολιαστώ ποτέ…». Αυτά έλεγε η Κυριακή, 41 ετών, κομμώτρια, το φθινόπωρο, μόλις άρχιζε να αγριεύει ο καιρός, στις φίλες της που την περίμεναν 45 λεπτά έξω από φαρμακείο, να πάρει το «ΟΚ» για να απολαύσουν στη συνέχεια, στο πεζοδρόμιο ενός εστιατορίου, από ένα ποτήρι κρασί. Μάταια η παρέα προσπαθούσε να της αλλάξει γνώμη. Κάθε επιχείρημα έβρισκε τοίχο. Η βασική ιδέα πίσω από την άρνησή της να εμβολιαστεί και εκείνη – όπως τόσα δισεκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο, ανάμεσά τους και οι περισσότεροι φίλοι της – ήταν ότι η ίδια πίστευε ότι το ανοσοποιητικό της είναι πολύ καλά θωρακισμένο, καθώς λαμβάνει βιταμίνες καθημερινά, γυμνάζεται, προσέχει τη διατροφή της, δεν αρρωσταίνει συχνά και δεν παίρνει φάρμακα, «ούτε για τον πονοκέφαλο».

Συν τοις άλλοις, τόσον καιρό έβρισκε συμμάχους τη θεραπεύτρια με την οποία έκανε ρέικι και τον βελονιστή της. Οπότε, σκεφτόταν, όταν εκείνοι, ως «δάσκαλοι», την έβρισκαν σωστή, ποια ήταν η ίδια για να τους αμφισβητήσει;

Ο έρωτας

Την επομένη των Φώτων, είχε ραντεβού με την παρέα για μπραντς σε εξωτερικό τραπέζι εστιατορίου στου Ψυρή. Μια απότομη μπόρα τους χάλασε τα σχέδια και έτσι η πρόσκληση για πρωινές λιχουδιές και καφέ μεταφέρθηκε στο σαλόνι του σπιτιού της. Εκεί, μεταξύ πάνκεϊκ και ομελέτας κι ενώ περιέγραφε τη φρέσκια γνωριμία της με έναν – εμβολιασμένο – Ελληνοαμερικανό, που είχε έρθει στην Ελλάδα για τις γιορτές και τις βόλτες τους σε πάρκα και μαρίνες, ξαφνικά, σαν να έλεγε το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, έριξε τη «βόμβα» μασουλώντας ένα σοκολατένιο μπισκοτάκι:

«Σκέφτομαι να κάνω το εμβόλιο…». Βλέποντας τέσσερα ζευγάρια μάτια να την κοιτάζουν έκπληκτα, συμπλήρωσε, «θα ξανασυναντηθούμε το Πάσχα τώρα, αλλά δεν ξέρω αν θα τα καταφέρει πάλι εκείνος να έρθει. Ισως χρειαστεί να πάω εγώ στη Βοστώνη να τον δω. Οπότε…».

Έναν μήνα μετά, κι έχοντας αθροίσει στο μυαλό της όλες τις νύχτες που πέρασε δίπλα σε μια σόμπα για να πιει ένα ποτό στο κρύο, όλες τις χαμένες παραστάσεις στο θέατρο που τη μαγεύει και τη συγκινεί από παιδί και όλα τα ταξίδια στο εξωτερικό που δεν έκανε έναν χρόνο τώρα, πριν προλάβει να το σκεφτεί, σε μια στιγμή, είδε τα δάχτυλά της να επιβεβαιώνουν το πρώτο της ραντεβού με την ελευθερία.

«Αύριο πάω για το εμβόλιο», έστειλε στο ομαδικό τσατ της παρέας. «Δεν αντέχω άλλο μέσα, νιώθω σαν να έχω μείνει πίσω στη ζωή μου», έγραψε ανάμεσα από γκιφάκια ενθουσιασμού και υποσχέσεις για βραδινή έξοδο «όπως παλιά», μόλις με το καλό γίνει κι εκείνη «πτυχιούχος» πιστοποιητικού εμβολιασμού.

Ήθελα χρόνο

Στο εμβολιαστικό κέντρο προτίμησε να πάει μόνη. Στη διαδρομή, άκουγε τους φίλους να της λένε «δεν είναι τίποτα», «το πολύ να σηκώσεις δέκατα», «μη μασάς», «να έχεις σπίτι παυσίπονα για τον πονοκέφαλο, ίσως νιώσει το κεφάλι βαρύ».

Οταν έφτασε, άρχισε ξαφνικά να βλέπει για πρώτη φορά, πεντακάθαρη, τη μεγάλη εικόνα, που τόσον καιρό αρνιόταν να δει: ότι έτυχε στα χρόνια της να ζήσει πανδημία, όπως κάποτε οι προηγούμενες γενιές έζησαν πόλεμο, και ότι τώρα ευτυχώς οι άνθρωποι έχουν στη διάθεσή τους τα όπλα της επιστήμης. Οι σκέψεις διαλύθηκαν απότομα μόλις άκουσε το όνομά της. Τινάχτηκε πάνω. Μπαίνοντας στο μικρό δωματιάκι, η κυρία που τη φώναξε την προέτρεψε να καθίσει.

«Η πρώτη σας δόση; Αλήθεια, γιατί δεν εμβολιαστήκατε ως τώρα», τη ρώτησε κάπως αυστηρά. «Αχ, μη με μαλώνετε κι εσείς. Φτάνει που το πήρα απόφαση έστω και τώρα», απάντησε η Κυριακή, ενώ ξεγύμνωνε το μπράτσο της. Μετά το ανεπαίσθητο τσίμπημα, βρέθηκε να περιμένει στον χώρο αναμονής για δέκα λεπτά. «Τελικά έπρεπε να κάνω ένα εμβόλιο για να εξαγοράσω την ελευθερία μου… Πόσο περίεργη έχει γίνει η ζωή μας», σκέφτηκε. Βγαίνοντας έξω στον καθαρό αέρα, έγραψε στην παρέα που είχε αρχίσει να ρωτάει πώς πήγε η επιχείρηση «Ελευθερία».

«Ολα καλά, πάω φαρμακείο για παυσίπονα. Μάλλον ήθελα περισσότερο χρόνο από εσάς για να παρατηρήσω την κατάσταση. Αφού με ξέρετε, έτσι δεν κάνω πάντα πριν από κάθε μεγάλη απόφαση;».

Πηγή: in.gr