Οι Ιταλοί δεν είναι συνηθισμένοι σε μεγάλες πρωθυπουργικές θητείες, όμως πολλοί ελπίζουν ότι εκείνη του Μάριο Ντράγκι θα αποτελέσει την εξαίρεση σε αυτό τον κανόνα. Και αυτό γιατί, όπως αναφέρει το Politico, που τον χαρακτηρίζει ως τον «ισχυρότερο άνδρα της Ευρώπης», ο τέως κεντρικός τραπεζίτης της ΕΕ διαχειρίζεται με «σταθερό χέρι» τα πολιτικά ζητήματα της Ρώμης, κρατώντας τη χώρα σε ομαλή πορεία καθώς αναζητά την έξοδο από την πανδημία, ενώ παράλληλα εισάγει μια σειρά από οικονομικές μεταρρυθμίσεις.

Ο Ντράγκι, που δεν ανήκει σε κανένα κόμμα, κυβερνά την Ιταλία ως τεχνοκράτης και προσφέρει το βαρύ του όνομα στη χώρα που επί σειρά ετών δεν κατάφερνε να ισχυροποιήσει τη θέση της εντός της ΕΕ. Μετά το Brexit, στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει αναδυθεί η τρίτη δύναμη που θα «παίζει» στην αρένα απέναντι στο Παρίσι και το Βερολίνο.

Ο επόμενος «ηγέτης» της ΕΕ;

Με τον Ντράγκι, υποστηρίζει το Politico, η χώρα απέκτησε έναν ηγέτη που μπορεί να τη φέρει στην καρδιά των ευρωπαϊκών ζητημάτων, ακριβώς τη στιγμή που η αποχώρηση της γερμανίδας καγκελάριου, Άνγκελα Μέρκελ, από την πολιτική ζωή, αφήνει κενή τη θέση του de facto ηγέτη της ΕΕ – τουλάχιστον στα οικονομικά ζητήματα – για την οποία ο Ντράγκι διαθέτει τις περγαμηνές.

Το Politico σημειώνει ότι η ανάδειξη του Ντράγκι σε αυτό το ρόλο γίνεται ακόμη πιο πιθανή στην περίπτωση που ο «Σούπερ Μάριο» καταφέρει να «μπετονάρει» μια συμμαχία με τον γάλλο πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τον διάδοχο της Μέρκελ, Όλαφ Σολτς, δημιουργώντας ένα κεντρώο τρίο που θα μπορούσε να αλλάξει δραματικά τον τρόπο που λειτουργεί η Ευρώπη.

Βαρύ βιογραφικό

Ο Ντράγκι έχει επιβιώσει από πολλές δυσκολίες. Έχασε και τους δύο γονείς του στη διάρκεια της εφηβείας του, πράγμα που τον ανάγκασε να ενηλικιωθεί πιο γρήγορα. Στη συνέχεια, ήρθαν οι σπουδές του ως οικονομολόγος στο ΜΙΤ και μια θέση στην Παγκόσμια Τράπεζα. Έπειτα εργάστηκε στο ιταλικό υπουργείο οικονομικών, την Goldman Sachs, την κεντρική τράπεζα της Ιταλίας και την ΕΚΤ.

Ο 74χρονος σήμερα Ντράγκι, που αποφεύγει τις κινήσεις εντυπωσιασμού, είναι κυρίως γνωστός για τον ρόλο του στη σταθεροποίηση των αγορών ως πρόεδρος της ΕΚΤ το 2012, όταν ανακοίνωσε ότι «θα κάνει ό,τι χρειαστεί» για να σώσει το ευρώ. Πράγματι, τα κατάφερε. Το ευρώ παρέμεινε ισχυρό τόσο στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης όσο και κατά την κρίση χρέους.

Το στοίχημα της ανάκαμψης

Τώρα, ο Ντράγκι είναι αναγκασμένος να τα καταφέρει και πάλι. Η Ιταλία έλαβε το μεγαλύτερο μέρος των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και πρόκειται να εισπράξει €191,5 δισεκατομμύρια σε επιδοτήσεις και δάνεια. Σε αντάλλαγμα, θα πρέπει να πραγματοποιήσει μια σειρά από μεταρρυθμίσεις που οι Βρυξέλλες ελπίζουν ότι θα θέσουν τη χώρα σε τροχιά ανάπτυξης.

Αν ο Ντράγκι τα καταφέρει εκεί που τόσοι άλλοι πρωθυπουργοί απέτυχαν, θα μείνει στην ιστορία ως εκείνος που τελικά βρήκε τη συνταγή για να σύρει τη χώρα έξω από τον οικονομικό μαρασμό των τελευταίων 20 ετών. Εξίσου σημαντικό θα είναι και το ότι θα έχει καταφέρει να αποδείξει την αποτελεσματικότητα της απόφασης της ΕΕ να εκδώσει κοινό χρέος για να συμβάλει στην ανάκαμψη των κρατών-μελών από τις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας.

Παγίδες στην έξοδο από το τούνελ

Η επιτυχία του είναι κάθε άλλο παρά εγγυημένη. Ο ρόλος του Ντράγκι ως outsider της πολιτικής δεν αποτελεί μόνο πλεονέκτημα, αλλά και μειονέκτημα. Χωρίς να έχει από πίσω του κάποιο κόμμα, βρίσκεται εκτός των μεγάλων πολιτικών οικονομιών της Ευρώπης και αποκλεισμένος από τις συζητήσεις τους στο περιθώριο των συνόδων.

«Είναι ένας φανταστικός στρατηγός, αλλά ταυτόχρονα είναι ένας στρατηγός χωρίς στρατιώτες», δήλωσε ένας ευρωπαίος διπλωμάτης στο Politico.

Οι πρώτοι μήνες του στο πρωθυπουργικό γραφείο έφεραν στην επιφάνεια και την αφέλειά του απέναντι στα γεωπολιτικά ζητήματα. Χρειάστηκε ολόκληρους μήνες για να επανορθώσει τις σχέσεις του με τον τούρκο πρόεδρο, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τον οποίο αποκάλεσε «δικτάτορα». Επίσης, έβαλε τον εαυτό του στη μέση των διαφωνιών των μεγάλων δυνάμεων, όταν συγκάλεσε σύνοδο των G20 για να δει τους ηγέτες της Ρωσίας και της Κίνας να απορρίπτουν την πρόσκλησή του.

Αντίστροφη μέτρηση

Κι έπειτα, είναι ο αγώνας του με τον χρόνο. Η Ιταλία θα πρέπει να πραγματοποιήσει προεδρικές εκλογές μέχρι το 2023 – και είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο Ντράγκι δεν θα θέσει υποψηφιότητα. Από τη στιγμή που δεν είναι ηγέτης κόμματος, ούτως ή άλλως η νίκη θα ήταν πολύ δύσκολη.

Ταυτόχρονα, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τρομακτική άνοδο της ιταλικής ακροδεξιάς – και αν βγουν σωστές, η ατζέντα του Ντράγκι θα μπορούσε να ακυρωθεί την επόμενη των εκλογών.

Προς το παρόν, το όνομά του έχει αρχίσει να ακούγεται ως ενδεχόμενος πρόεδρος της Ιταλίας – ένας ρόλος που έχει κυρίως συμβολικό χαρακτήρα, και κύρια αρμοδιότητα να δρα ως εγγυητής της πολιτικής σταθερότητας και της συνταγματικής τάξης. Η θέση αυτή, η θητεία της οποίας ορίζεται στα επτά έτη, θα πρέπει να καλυφθεί μέσα στον Ιανουάριο. Πράγμα που σημαίνει ότι το κοινοβούλιο ενδέχεται να αναγκαστεί να επιλέξει αν ο Ντράγκι θα είναι ο ηγέτης της χώρας για λίγους μήνες ακόμη ή αν θα βρίσκεται στην κορυφή της μέχρι το τέλος της δεκαετίας.

Πηγή: in.gr