Η τουρκική δραστηριότητα στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Λιβύη οδήγησε σε κλιμάκωση των εντάσεων ανάμεσα στην Τουρκία και τις Γαλλία, Ελλάδα, Κύπρο και Αίγυπτο. Αναφέρεται ανοιχτά πλέον και η πιθανότητα πολέμου στην περιοχή.

Ενεργειακός ανταγωνισμός

Η σύγκρουση προκαλείται από τη διαμάχη για τα αποθέματα φυσικού αερίου και την κυριαρχία στις χώρες της Βόρειας Αφρικής.

Στο βάθος, είναι επίσης ορατή η δραστηριότητα της Ρωσίας, για την οποία, όπως και για την Τουρκία, το έργο του αγωγού EastMed αποτελεί απειλή.

Η Ρωσία ενδιαφέρεται επίσης για συγκρούσεις εντός του ΝΑΤΟ. Η αναποτελεσματικότητα της Ευρωπαϊκής Ενωσης και η παθητικότητα των ΗΠΑ συμβάλλουν στην κλιμάκωση.

Η εμπλοκή, άμεσα ή έμμεσα, σχεδόν δεκάδων χωρών από τέσσερις ηπείρους στις εξελίξεις που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο και τη Λιβύη, δίνει σε αυτήν τη σύγκρουση παγκόσμιο χαρακτήρα.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το πρόβλημα του ενεργειακού ανταγωνισμού που σχετίζεται με την εκμετάλλευση των κυπριακών, ισραηλινών και αιγυπτιακών κοιτασμάτων φυσικού αερίου, μέρος των οποίων θέλει να καρπωθεί η Τουρκία.

Αμερικανικές, ιταλικές και γαλλικές εταιρείες συμμετέχουν στις έρευνες για την αξιοποίηση των αποθεμάτων φυσικού αερίου, προκαλώντας το ενδιαφέρον και την εμπλοκή των χωρών τους στα δρώμενα.

Επιπλέον, το έργο του αγωγού EastMed, το οποίο υποστηρίζεται από την ΕΕ, και προορίζεται για την μεταφορά του φυσικού αερίου στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας και της Ιταλίας, ανταγωνίζεται τα τουρκο-ρωσικά συμφέροντα που σχετίζονται με τον αγωγό TurkStream.

Το άλλο κομμάτι του παζλ σχετίζεται με την τουρκική δραστηριότητα στη Λιβύη, όπου η Τουρκία και το Κατάρ υποστηρίζουν την τζιχαντιστική πολιτοφυλακή και την κυβέρνηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Τρίπολη (GNA).

Περίπλοκο παιχνίδι

Αυτή η δραστηριότητα αποτελεί απειλή για τα συμφέροντα τουλάχιστον 3 χωρών: της Αιγύπτου, των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και της Γαλλίας.

Οι δύο πρώτες αντιλαμβάνονται τη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως τον νούμερο ένα εχθρό τους, ενώ για τη Γαλλία, η τουρκική δραστηριότητα στη βόρεια Αφρική απειλεί τα συμφέροντά της στο Σαχέλ, συμπεριλαμβανομένων των ορυχείων ουρανίου στον Νίγηρα – συνορεύει με τη Λιβύη – τα οποία σχετίζονται με το πυρηνικό πρόγραμμά της.

Επιπλέον, υπάρχουν συγκρουόμενες συμφωνίες για την οριοθέτηση των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών (ΑΟΖ) στην περιοχή.

Η εικόνα συμπληρώνεται από την αμφιλεγόμενη πολιτική της Ιταλίας, η οποία, ανταγωνιζόμενη τη Γαλλία, στηρίζει την Τρίπολη, αλλά ταυτόχρονα υποστηρίζει την Ελλάδα και την Κύπρο στο ζήτημα της ΑΟΖ και του EastMed.

Από την άλλη πλευρά, η Ρωσία παίζει περίπλοκο παιχνίδι, αγωνιζόμενη για τη δική της επιρροή στη Βόρεια Αφρική, τις εμπορικές σχέσεις με την Τουρκία που καλύπτουν ευρύτερο οικονομικό πεδίο καθώς και το γεωπολιτικό ενδιαφέρον της για συγκρούσεις εντός του ΝΑΤΟ, με σκοπό να τορπιλίσει και τον EastMed.

Αντιμέτωπη με την αδράνεια της ΕΕ και του ΝΑΤΟ καθώς και την απουσία των Ηνωμένων Πολιτειών, μπορεί επίσης να αναλάβει τον ρόλο του μεσολαβητή για την αναστολή των συγκρούσεων.

Η διαμάχη για τα κυπριακά κοιτάσματα φυσικού αερίου συνεχίζεται επί αρκετά χρόνια, αλλά η κλιμάκωση εντάθηκε το 2019 όταν η Τουρκία άρχισε να στέλνει τα σκάφη γεώτρησης στα χωρικά ύδατα της Κύπρου.

Χάρτινη τίγρης η ΕΕ

Στη συνέχεια, η Ευρωπαϊκή Ενωση αντέδρασε με την απειλή κυρώσεων, αλλά μέχρι στιγμής έχει αποδειχθεί χάρτινη τίγρης από αυτήν την άποψη. Τον Φεβρουάριο του 2020, μόνο δύο φυσικά πρόσωπα τιμωρήθηκαν.

Η Τουρκία όχι μόνο δεν περιορίζει τις ενέργειές της που παραβιάζουν την κυριαρχία δύο κρατών μελών της ΕΕ, αλλά τις εντείνει.

Η νέα κλιμάκωση σημειώθηκε όταν στις 28 Νοεμβρίου 2019 η Τουρκία υπέγραψε τη συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με την κυβέρνηση της Λιβύης, (GNA), η οποία συνοδεύτηκε με στρατιωτική συμφωνία υποστήριξης της Τρίπολης από την Αγκυρα.

Αυτή η συμφωνία θεωρήθηκε παράνομη τόσο από το ανταγωνιστικό κέντρο εξουσίας στη Λιβύη, δηλαδή από το Κοινοβούλιο που εκλέχθηκε το 2014, με έδρα το Τομπρούκ, (το οποίο βάσει των όρων ίδρυσης της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, GNA, πρέπει να επικυρώνει κάθε διεθνή συμφωνία προκειμένου να τεθεί σε ισχύ) όσο και από την Ελλάδα, την Κύπρο και την πλειονότητα των κρατών της διεθνούς κοινότητας.

Η συμφωνία αυτή οδήγησε επίσης την Ελλάδα να αναλάβει διπλωματική δραστηριότητα για να υπογράψει εναλλακτικές συμφωνίες ΑΟΖ με μεσογειακές χώρες, σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

Την UNCLOS έχουν υπογράψει 168 χώρες, συμπεριλαμβανομένων όλων των ευρωπαϊκών. Η Τουρκία, η Συρία και το Ισραήλ, από τη Μεσόγειο, δεν υπέγραψαν αυτήν τη σύμβαση.

Η σύμβαση θεσπίζει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα κάθε χώρας να ορίσει ΑΟΖ έως 200 ναυτικά μίλια, συμπεριλαμβανομένης της ακτογραμμής των νησιών. Αυτή η καθολικά αποδεκτή αρχή αμφισβητείται από την Τουρκία και η συμφωνία της με την Τρίπολη αγνοεί την ύπαρξη της Κύπρου και της Κρήτης.

Δεν θα παραιτηθεί η Τουρκία

Ως συνέπεια της συμφωνίας μεταξύ της Αγκυρας και της Τρίπολης, η Τουρκία ενέτεινε τις δραστηριότητές της στη Λιβύη, υποστηρίζοντας την αντεπίθεση του GNA εναντίον του στρατηγού Χαλίφα Χαφτάρ, που υποστηρίζεται από το Κοινοβούλιο και τον Εθνικό Στρατό της Λιβύης (LNA).

Τον Ιούνιο, οι δυνάμεις του LNA εκτοπίστηκαν από τις θέσεις τους στην Τρίπολη και το μέτωπο κινήθηκε στη γραμμή Σύρτης – Τζούφρα.

Η περαιτέρω επέλαση των κυβερνητικών δυνάμεων της Τρίπολης προς το παρόν σταμάτησε και υπό την απειλή στρατιωτικής επέμβασης της Αιγύπτου.

Ωστόσο, υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι η Τουρκία θα παραιτηθεί από τα σχέδια επέκτασης. Ταυτόχρονα, εντείνει τις δραστηριότητές της στην ανατολική Μεσόγειο.

Πρόκειται κυρίως για τη χορήγηση κρατικής άδειας από την κυβέρνηση της Αγκυρας στην τουρκική εταιρεία TPAO, στις αρχές Ιουνίου, για γεώτρηση σε 24 τοποθεσίες γύρω από την Κύπρο.

Ο χάρτης που παρουσιάστηκε αργότερα από τις τουρκικές αρχές κατέδειξε ότι η περιοχή των προγραμματισμένων γεωτρήσεων κυριολεκτικά περικυκλώνει την Κύπρο.

Η Ελλάδα αντέδρασε, εντείνοντας τις διπλωματικές δραστηριότητές της. Τον Μάιο, οι επικεφαλής της διπλωματίας της Αιγύπτου, της Ελλάδας, της Κύπρου, της Γαλλίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων καταδίκασαν τη συμφωνία της Τουρκίας με το GNA, τις παράνομες δραστηριότητές της στη Μεσόγειο και την τουρκική στρατιωτική συμμετοχή στη Λιβύη, τις οποίες θεωρούν απειλή για τη σταθερότητα στη Βόρεια Αφρική και την Ευρώπη.

Ο ρόλος του Ισραήλ

Το Ισραήλ δεν συμμετείχε στη συνάντηση, παρότι ενδιαφέρεται ζωτικά για το έργο EastMed, επειδή το ισραηλινό κοίτασμα φυσικού αερίου Λεβιάθαν βρίσκεται δίπλα στα κυπριακά και θα καλύπτεται από αυτό το σχέδιο.

Το Τελ Αβίβ προς το παρόν δεν θέλει να εμπλακεί άμεσα στη σύγκρουση στη Μεσόγειο Θάλασσα και παρόλο που οι σχέσεις του με την Αγκυρα περνούν κρίση εδώ και χρόνια, δεν θέλει να μπει στον δρόμο της άμεσης αντιπαράθεσης.

Επιπλέον, για το Ισραήλ, το βασικό ζήτημα τώρα είναι η προσάρτηση του 30% της Δυτικής Οχθης και συνδυάζει τις συνομιλίες του για τα ενεργειακά με την υποστήριξη χωρών όπως η Ελλάδα για την έγκριση της προσάρτησης από την Ευρώπη και τις αραβικές χώρες.

Αυτό ήταν προφανές από τα θέματα που συζητήθηκαν κατά την επίσκεψη του έλληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στο Ισραήλ στα μέσα Ιουνίου, τα οποία, ωστόσο, δεν έχουν αποφέρει ακόμη ορατά αποτελέσματα.

Μάλιστα, μια εβδομάδα αργότερα, επισκέφθηκε το Ισραήλ και ο επικεφαλής της διπλωματίας της Κύπρου.

Το σχέδιο για τον αγωγό EastMed, που θα μεταφέρει φυσικό αέριο από κυπριακά και ισραηλινά κοιτάσματα, ενδεχομένως και αιγυπτιακά, στην Ελλάδα και τη νότια Ευρώπη καταρτίστηκε το 2013 και έλαβε την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

Τον Ιανουάριο του 2020, υπεγράφη στην Αθήνα συμφωνία για την υλοποίηση του σχεδίου από την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ.

Ο αγωγός φυσικού αερίου θα έχει μήκος 1900 χλμ. και χωρητικότητα 10 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων φυσικού αερίου (με δυνατότητα αύξησης στα 20 δισεκατομμύρια) ετησίως, κόστος κατασκευής 7 δισεκατομμυρίων δολαρίων και θα ολοκληρωθεί έως το 2025. Ταυτόχρονα, η Αθήνα συμφώνησε με τη Ρώμη για την επέκταση του EastMed στην Ιταλία.

Η Ρωσία στη Λιβύη

Ο EastMed αποτελεί απειλή για τα κοινά τουρκο-ρωσικά σχέδια που σχετίζονται με τον TurkStream, μέσω του οποίου η Gazprom θέλει να παραδίδει φυσικό αέριο όχι μόνο στην Τουρκία αλλά και μέσω των επεκτάσεών του στη Βουλγαρία, τη Σερβία, την Ουγγαρία, την Ελλάδα, τη Βόρεια Μακεδονία και την Ιταλία.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η Ρωσία φαίνεται να παίζει ένα πολύ περίπλοκο παιχνίδι, στο πλαίσιο αυτής της σύγκρουσης, με ενέργειες οι οποίες συχνά κρύβουν τις πραγματικές προθέσεις της.

Επισήμως, η Ρωσία, ως χώρα που έχει υπογράψει την UNCLOS, υποστηρίζει την ελληνο-κυπριακή προσέγγιση για την οριοθέτηση της ΑΟΖ. Επιπλέον, οι ρώσοι μισθοφόροι μάχονται στο πλευρό του LNA στον εμφύλιο πόλεμο της Λιβύης.

Ωστόσο, η Μόσχα δεν ενδιαφερόταν ποτέ να εισβάλει ο Χαφτάρ στην Τρίπολη και η Τουρκία να εξαναγκαστεί να φύγει εντελώς από τη Λιβύη.

Οι Ρώσοι σχεδίαζαν να απομονώσουν τον Χαφτάρ από την επιρροή άλλων συμμάχων του, έτσι ώστε να εξαρτάται στενά από αυτούς και στη συνέχεια να τον εμπλέξουν στους δικούς τους σχεδιασμούς και διακανονισμούς με την Τουρκία, οι οποίοι καλύπτουν όχι μόνο τη Λιβύη αλλά και τη Συρία και άλλα ζητήματα.

Αυτή η επιδίωξη απέτυχε επειδή τον Ιανουάριο ο Χαφτάρ αρνήθηκε να υπογράψει τη συμφωνία στην οποία κατέληξαν ο Πούτιν με τον Ερντογάν.

Επιπλέον, εμπόδισε την εξόρυξη και εξαγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου, η οποία επηρέασε τα συμφέροντα της Gazprom.

Τότε, οι Ρώσοι αποφάσισαν ότι δεν ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στον οποίο μπορούσαν να επενδύσουν. Οι μαχητές της «Wagner» αποσύρθηκαν από το μέτωπο της Τρίπολης, γεγονός που διευκόλυνε την αντεπίθεση του GNA και της Τουρκίας.

Φυσικά, οι Ρώσοι δεν σκοπεύουν να αφήσουν τη Λιβύη, αλλά στις ρωσικές αναλύσεις αναφέρεται όλο και περισσότερο ότι υποστηρίζοντας το Κοινοβούλιο του «Tobruk», κάποιος πρέπει να επικεντρωθεί στο υπόλοιπο κομμάτι. Αρχίζουν, έτσι, να προωθούν ανοιχτά το σενάριο της πραγματικής διαίρεσης της Λιβύης.

Ως εκ τούτου, εάν η Ρωσία και η Τουρκία καταφέρουν να περιθωριοποιήσουν τους υπόλοιπους παίκτες αυτής της σύγκρουσης, η επιρροή με στρατιωτικές βάσεις καθώς και ο έλεγχος των πρώτων υλών θα μοιραστεί μεταξύ τους.

Η αντίδραση Μακρόν

Μια τέτοια εξέλιξη τινάζει στον αέρα τον Eastmed, προσφέρει τη δυνατότητα ελέγχου της ροής αφρικανών μεταναστών στην Ευρώπη και διευκολύνει την επέκταση στην Αφρική. Η επιτυχία του σχεδίου εξασφαλίζει το αμοιβαίο συμφέρον τους παρά τον μεταξύ τους ανταγωνισμό.

Ακόμη και η τουρκική επέκταση στην Αφρική μπορεί να είναι επωφελής για τους Ρώσους, καθώς μπορεί να ωθήσει τις χώρες που υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους στην περιοχή, ιδίως τη Γαλλία, να επιδιώξουν συμφωνία με τη Ρωσία.

Η Γαλλία εμπλέκεται περισσότερο στην αντιπαράθεση με την Τουρκία, την οποία ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν χαρακτηρίζει ανοιχτά ως απειλή για την ασφάλεια στη Μεσόγειο Θάλασσα και τη Βόρεια Αφρική, και πως η δραστηριότητά της αποδεικνύει ότι το ΝΑΤΟ είναι «κλινικά νεκρό», όπως ο ίδιος είχε πει πριν μερικούς μήνες.

Η σύγκρουση μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας δεν αφορά μόνο στον EastMed, ή ακόμη τα γαλλικά συμφέροντα στην ανατολική Λιβύη, αλλά καλύπτει ορισμένες άλλες πτυχές, συμπεριλαμβανομένου του προβλήματος της ολοένα και πιο επιθετικής πολιτικής της Τουρκίας στην Αφρική.

Αυτή η πολιτική θίγει στρατηγικά ζητήματα για τη Γαλλία, λαμβάνοντας υπόψη ότι ο γειτονικός Νίγηρας αποτελεί ουσιαστικά το ορυχείο ουρανίου του γαλλικού πυρηνικού προγράμματος.

Στις 10 Ιουνίου, υπήρξε εμπλοκή στα ανοικτά των ακτών της Λιβύης μεταξύ της γαλλικής φρεγάτας Courbet και τουρκικών πολεμικών πλοίων, στο πλαίσιο ελέγχου από τους Γάλλους σε τουρκικό πλοίο που διακινούσε όπλα στη Λιβύη παρά το εμπάργκο του ΟΗΕ.

Μετά από αυτό το περιστατικό, η Γαλλία, ελλείψει απάντησης στο ΝΑΤΟ, δήλωσε ότι αποσύρθηκε από την επιχείρηση της Συμμαχίας στη Μεσόγειο.

Οι δηλώσεις Μακρόν για το «κλινικά νεκρό» ΝΑΤΟ επικρίθηκαν ευρέως, αλλά ενόψει της αδυναμίας της Συμμαχίας να παρέμβει για την αντιμετώπιση των τουρκικών προκλήσεων, δυστυχώς, δεν είναι εντελώς αβάσιμες.

Εμβαθύνει τη διαίρεση

Επιπλέον, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η υποστήριξη των τουρκικών δραστηριοτήτων στη Λιβύη φέρεται να σταματά τη ρωσική επέκταση σε αυτήν την περιοχή.

Δυστυχώς, αυτή η προσέγγιση εμβαθύνει μόνο τη διαίρεση στο ΝΑΤΟ και οδηγεί χώρες όπως η Γαλλία και η Ελλάδα να θεωρούν τη Ρωσία ως τη μοναδική οντότητα που μπορεί να παρέμβει και να επηρεάσει την Τουρκία.

Αυτή η κατάσταση είναι ιδανική για το Κρεμλίνο καθώς επιθυμεί μια διαφωνία στο ΝΑΤΟ και η ανάδειξή του σε ρόλο διαμεσολαβητή προσφέρει την ευκαιρία να διαφυλάξει τα συμφέροντά του.

Ο έλληνας υπουργός Αμυνας Νίκος Παναγιωτόπουλος δήλωσε στις αρχές Ιουνίου ότι η αντιπαράθεση με την Τουρκία θα μπορούσε να οδηγήσει σε πόλεμο, προειδοποιώντας ότι η Ελλάδα δεν θα δεχτεί παραβίαση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων.

Η Τουρκία παραβιάζει διαρκώς τον ελληνικό εναέριο χώρο σε μαζική κλίμακα. Μόνο το 2019, υπήρξαν συνολικά περίπου 5.000 τέτοια περιστατικά. Φέτος, ο αριθμός αυτός έφτασε ακόμη και τα 90 ανά ημέρα.

Προς το παρόν, ωστόσο, η Γαλλία περιορίζεται μόνο σε έντονες δηλώσεις και η Ελλάδα σε εντατικές διπλωματικές κινήσεις.

Τον Ιούνιο, η Ελλάδα υπέγραψε συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ιταλία και συζήτησε τον καθορισμό ανάλογης συμφωνίας με το πρόεδρο του Κοινοβουλίου της Λιβύης, Αγκίλα Σάλεχ, στη βάση της UNCLOS και σε αντιστάθμιση του τουρκολυβικού μνημονίου για τον καθορισμό θαλάσσιων ζωνών.

Καταδεικνύεται έτσι και η αμφιλεγόμενη στάση της Ρώμης, η οποία από τη μία υποστηρίζει (αν και όχι πολύ έντονα) την Τρίπολη (συμπεριλαμβανομένου του ανταγωνισμού της με τη Γαλλία για τα αποθέματα στη Λιβύη) και από την άλλη πλευρά συνεργάζεται με την Ελλάδα στον έργο του EastMed, που σχετίζεται στενά με την κατάσταση στη Λιβύη.

Η Τουρκία ακολουθεί πολιτική τετελεσμένων γεγονότων, αδιαφορώντας για το διεθνές δίκαιο, και είναι αρκετά αποτελεσματική από αυτήν την άποψη.

Ελλειψη ενότητας

Το γεγονός αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην έλλειψη ενότητας της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που εκφράστηκε από τη διάσκεψη του Βερολίνου για τη Λιβύη στις αρχές του έτους, στην οποία η Γερμανία δεν προσκάλεσε ούτε την Ελλάδα ούτε την Κύπρο.

Στο μεταξύ, η Ρωσία δήλωσε πρόσφατα ότι η Ελλάδα έχει το δικαίωμα να συμμετάσχει σε διαπραγματεύσεις για τη Λιβύη, καθώς οι εξελίξεις σε αυτήν τη χώρα αφορούν επίσης τα συμφέροντά της.

Οπως και στην περίπτωση του Χαφτάρ στη Λιβύη, ο στόχος της Ρωσίας δεν είναι η υποστήριξη της Ελλάδας στη διαμάχη με την Τουρκία, αλλά η ανάδειξη της Μόσχας ως διαμεσολαβητή προκειμένου να χρησιμοποιήσει αυτό το ζήτημα ως διαπραγματευτικό χαρτί στις σχέσεις της με την Αγκυρας για την επιβολή της επιρροής της.

Την 1η Ιουλίου, η Γαλλία ανακοίνωσε ότι θα επιχειρήσει να επιβληθούν αυστηρές κυρώσεις στην Τουρκία. Αυτό θα αποτελέσει μια ακόμη δοκιμασία για την αποτελεσματικότητα και αλληλεγγύη της ΕΕ.

Εάν η Ευρώπη αποτύχει σε αυτό το τεστ, η πιθανότητα ένοπλης σύγκρουσης στη Μεσόγειο με τη Γαλλία, την Ελλάδα και την Αίγυπτο από τη μία πλευρά και την Τουρκία από την άλλη είναι πολύ πιθανή.

Δεν θα υπάρχουν, άλλωστε, πολλές επιλογές για τους αντιπάλους της τουρκικής επέκτασης. Αυτό το σενάριο θα είναι ακόμη πιο ευνοϊκό για τη Ρωσία, καθώς θα μπορεί να προμηθεύσει με όπλα και τις δύο πλευρές.

Οι εξοπλισμοί

Η Τουρκία έχει ήδη αγοράσει το σύστημα S-400 από τη Ρωσία, το οποίο από μόνο του αποτελεί παράγοντα αποσταθεροποίησης της συνοχής του ΝΑΤΟ.

Από την άλλη πλευρά, η Αίγυπτος είναι ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς ρωσικών οπλικών συστημάτων. Ενα χρόνο αφότου ο αλ Σίσι ανέλαβε την εξουσία, το 2013, το Κάιρο σύναψε συμφωνία με τη Μόσχα για την αγορά διαφόρων τύπου αντιαεροπορικών συστημάτων αξίας 3,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Αργότερα, υπογράφηκαν συμφωνίες για την πώληση 46 μαχητικών MIG-29M/M αξίας 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων και 46 μαχητικών ελικοπτέρων Ka-52 αξίας μεγαλύτερης του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων.

Ο ρόλος της Αιγύπτου σε αυτήν τη σύγκρουση είναι, εξάλλου, κρίσιμος και μπορεί να βασίζεται στην υποστήριξη του Αραβικού Συνδέσμου, η οποία θα έχει κυρίως πολιτικό και ενδεχομένως υλικό χαρακτήρα.

Πρόσφατα, επίσης, η ιταλική κυβέρνηση ενέκρινε την πώληση δύο φρεγατών FREMM στην Αίγυπτο αξίας 1,2 δισεκατομμυρίων ευρώ.

Από τη συμφωνία καταδεικνύει, για άλλη μια φορά, ότι η Ιταλία δεν είναι πολύ προσκολλημένη στην υποστήριξη της τουρκο-λιβυκής πλευράς σε αυτήν τη σύγκρουση.

Αυτή η υποστήριξη στην Αίγυπτο προκαλεί διαμαρτυρίες τόσο στην Ιταλία όσο και στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ λόγω ισχυρισμών για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις αιγυπτιακές αρχές. Εάν οι διαμαρτυρίες αποδώσουν, τότε θα απομείνει μόνο η Ρωσία ως προμηθευτής όπλων και οπλικών συστημάτων της Αιγύπτου.

Ο ρόλος της αφρικανικής αυτής χώρας είναι ταυτόχρονα κρίσιμος διότι ο πολεμικός στόλος της κατατάσσεται στην έκτη θέση της λίστας των κρατών με τους μεγαλύτερους στόλους στον κόσμο από πλευράς αριθμού πλοίων.

Ενα άλλο πρόβλημα αφορά στην παθητικότητα των ΗΠΑ σε αυτό το θέατρο επιχειρήσεων, παρά το γεγονός ότι τον Ιανουάριο το Κογκρέσο ενέκρινε τον νόμο για την υποστήριξη της Ουάσιγκτον στο έργο EastMed, τη συμμετοχή των ΗΠΑ στις έρευνες για την αξιοποίηση των κυπριακών και ισραηλινών κοιτασμάτων και την άρση του εμπάργκο σχετικά με την πώληση όπλων στην Κύπρο που ισχύει από το 1987.

Οι σχέσεις Τραμπ – Ερντογάν

Δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής και το γεγονός των καλών σχέσεων που φημολογείται ότι διατηρεί ο Τραμπ με τον Ερντογάν, φημολογία που ενισχύουν οι πρόσφατες αποκαλύψεις του Τζον Μπόλτον, πρώην συμβούλου ασφαλείας του αμερικανού προέδρου, μέσα από το βιβλίο του.

Η Τουρκία επιχειρεί, ανεπιτυχώς μέχρι στιγμής, να δημιουργήσει βάση στην Τυνησία, η οποία θα αντισταθμίσει τουλάχιστον εν μέρει το δυναμικό της Αιγύπτου σε περίπτωση άμεσης σύγκρουσης Τουρκίας – Αιγύπτου στη Λιβύη.

Στην Τυνησία, η Μουσουλμανική Αδελφότητα συμμετέχει στη διακυβέρνηση της χώρας και το 2017 οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας.

Ο Ερντογάν επισκέφθηκε την Τύνιδα στα μέσα Ιουνίου, ελπίζοντας ότι αυτή η χώρα θα συμμετάσχει στη σύγκρουση στη Λιβύη.

Ωστόσο, αυτή η απόπειρα συνάντησε την έντονη αντίδραση σημαντικού μέρους του Κοινοβουλίου αλλά και του προέδρου της χώρας Καΐς Σαγιέντ.

Δύο εβδομάδες αργότερα ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας Νίκος Δένδιας μετέβη στην Τύνιδα, προσφέροντας υποστήριξη στις σχέσεις της Τυνησίας με την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Συμπερασματικά, οι στόχοι της Ρωσίας και της Τουρκίας σε αυτήν τη σύγκρουση είναι φαινομενικά αντιφατικοί.

Ο EastMed αποτελεί απειλή και για τις δύο χώρες, και οι δύο ενδιαφέρονται να αποσταθεροποιήσουν την εσωτερική κατάσταση στην Ευρώπη, με την εισροή μεταναστών από την Αφρική.

Για τον σκοπό αυτόν, πρέπει να εξαλείψουν τους ανταγωνιστές τους και να μοιραστούν τον έλεγχο στη Λιβύη, που θα επιτρέψει να ιδρύσουν στρατιωτικές βάσεις στην ακτή της (το σχέδιο της Τουρκίας αφορά στη Μισράτα). Η Ρωσία διαθέτει ήδη μεσογειακή βάση στη Συρία.

Πηγή: bulgarianmilitary.com

Πηγή: in.gr