Τις πολυαναμενόμενες κυρώσεις σε βάρος της Τουρκίας ως αντίποινα στην απόφαση να αγοράσει το ρωσικό πυραυλικό σύστημα S-400 επέβαλαν οι ΗΠΑ, προκαλώντας πλήγμα στην τουρκική οικονομία και επιβαρύνοντας τις σχέσεις Άγκυρας – Ουάσινγκτον, ένα μόλις μήνα πριν αναλάβει την προεδρία ο Τζο Μπάιντεν.

Οι κυρώσεις αφορούν αμιγώς το στρατιωτικό σκέλος της Τουρκικής Αμυντικής Βιομηχανίας (SSB) και στοχεύουν σε σημαίνουσες προσωπικότητες της Τουρκίας (μεταξύ άλλων τον Ισμαϊλ Ντεμίρ από την τουρκική προεδρία της αμυντικής βιομηχανίας και το διαστημικό πρόγραμμα της χώρας).

Σύμφωνα με τις κυρώσεις, η προεδρία των αμυντικών βιομηχανιών στη Τουρκία δεν μπορεί να έχει πρόσβαση σε:

  • Χρηματοδότηση από αμερικανικά και διεθνή οικονομικά ινστιτούτα και τράπεζες
  • Άδειες εξαγωγής από τις ΗΠΑ
  • Παγώνουν τα περιουσιακά στοιχεία της

«Οι ΗΠΑ κατέστησαν σαφές στην Τουρκία, στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο και σε πολλές περιστάσεις ότι η αγορά του συστήματος S-400 θα έθετε σε κίνδυνο την ασφάλεια της αμερικανικής στρατιωτικής τεχνολογίας, καθώς και του προσωπικού της και θα παρείχε σημαντικά κεφάλαια στο ρωσικό αμυντικό τομέα, καθώς και πρόσβαση των Ρώσων στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις και την αμυντική βιομηχανία» δήλωσε ο απερχόμενος υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, αιτιολογώντας την απόφαση της Ουάσιγκτον.

«Οι κυρώσεις αποδεικνύουν ότι οι ΗΠΑ θα εφαρμόσουν πλήρως τον νόμο «Αντιμετώπισης των εχθρών της Αμερικής μέσω κυρώσεων (CAATSA). Δεν θα ανεχθούμε σημαντικές συναλλαγές με τον αμυντικό τομέα της Ρωσίας» διαμήνυσε, καλώντας πάντως την Τουρκία να επιλύσει άμεσα το ζήτημα των S-400 σε συντονισμό με τις ΗΠΑ και χαρακτηρίζοντας την Αγκυρα πολύτιμο σύμμαχο και σημαντικό περιφερειακό εταίρο.

Ο Ντόναλντ Τραμπ ήταν υποχρεωμένος να επιβάλει κυρώσεις σε όσους «εμπλέκονται εν γνώσει τους» σε συναλλαγές με τους ρωσικούς τομείς άμυνας και πληροφοριών, σύμφωνα με τον νόμο «Αντιμετώπισης των εχθρών της Αμερικής μέσω κυρώσεων», ωστόσο ο πρόεδρος των ΗΠΑ καθυστέρησε επανειλημμένα να αναλάβει δράση εναντίον της Τουρκίας.

Οι αμερικανοί νομοθέτες αύξησαν την πίεση στον Τραμπ, συμπεριλαμβάνοντας μια ρήτρα στον αμυντικό προϋπολογισμό για επιβολή κυρώσεων στην Τουρκία για την αγορά των S-400, νομοσχέδιο που ψηφίστηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία την περασμένη εβδομάδα με ευρεία πλειοψηφία.

Η «άνθηση» της Αμυντικής Βιομηχανίας

Οι κυρώσεις στοχεύουν σε ένα βασικό πυλώνα της τουρκικής οικονομίας, την Αμυντική Βιομηχανία της χώρας. Από τη δεκαετία του ’90, η γείτονα άρχισε να εφαρμόζει στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξής της για να καταστεί όσο το δυνατόν αυτοδύναμη και να μπορεί να καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών των τουρκικών ενόπλων Δυνάμεων, με τη βιομηχανία να αποτελεί το «διαμάντι του στέμματος» του καθεστώτος Ερντογάν.

Μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας το 2004, η προσπάθεια αυτή εντατικοποιήθηκε και προσέλαβε και εξαγωγικό χαρακτήρα. Σημειώνεται πως οι κυριότεροι εισαγωγείς οπλικών συστημάτων από την Τουρκία, το 2019, σύμφωνα με τα στοιχεία Turkish Exporters Assembly, είναι οι εξής χώρες (σε εκατομμύρια δολάρια): ΗΠΑ (600), Γερμανία (190), Ομάν (180), Κατάρ (175), Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (100), Ολλανδία (60), Ηνωμένο Βασίλειο (40), Ινδία (40), Πολωνία (30), και Γαλλία (20).

Οι εξαγωγές της Τουρκίας, την περίοδο 2015-2019, αποτέλεσαν το 0,8% των παγκόσμιων εξαγωγών, αυξημένες κατά 80,0% σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία (2010-2014), ενώ ο μακροχρόνιος σχεδιασμός της Προεδρίας είναι τουλάχιστον εξωπραγματικός: μέχρι το 2053 απόλυτη αυτάρκεια σε οπλικά συστήματα και εξαγωγές αξίας 50 δισ. δολαρίων.

Πέραν τούτου, με την ισχυροποίηση της Αμυντικής Βιομηχανίας ο Ερντογάν επιδιώκει να εξοικονομήσει χρήματα τα οποία φεύγουν στο εξωτερικό και να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη της τουρκικής οικονομίας, η οποία περνάει ισχυρούς κλυδωνισμούς. Σημαντικό, δε, παράγοντα αποτελεί το διπλωματικό κομμάτι, όπου οι εξαγωγές αμυντικού υλικού συνδέονται και με την προσπάθεια επηρεασμού χωρών και την ένταξή τους στην τουρκική επιρροή.

Μεταξύ… γνωστών και φίλων

Η SSB ως υπηρεσία ελέγχει όλη την αμυντική βιομηχανία της χώρας και είναι υπεύθυνη για περισσότερα από 600 προγράμματα που καλύπτουν ευρύ φάσμα – από την ανάπτυξη μηχανών αεροσκαφών έως την παραγωγή πυρομαχικών.

Η υπηρεσία δημιουργήθηκε το 1985 και βρισκόταν υπό την ομπρέλα του υπουργείου Αμυνας, όμως το 2017 πέρασε στον έλεγχο του προέδρου Ερντογάν, με στόχο να εκσυγχρονίσει τις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις. Επικεφαλής από το 2014 είναι ο Αεροναυπηγός Ισμαήλ Ντεμίρ, ενώ πρόεδρος της Εκτελεστικής Επιτροπής (SSIK), η οποία είναι το κύριο όργανο λήψεως αποφάσεων, είναι ο ίδιος ο τούρκος πρόεδρος με μέλη τον αντιπρόεδρο, τον ΥΠΑΜ, τον ΥΠΕΣ τον ΥΠΟΙΚ, τον ΑΓΕΕΘΑ και φυσικά τον ίδιο τον γραμματέα.

Πρόκειται ουσιαστικά για όμιλο επιχειρήσεων που περιλαμβάνει συνολικά 14 θυγατρικές και άλλες συνεργαζόμενες εταιρείες.

Τρεις είναι οι ανερχόμενες μεγάλες επιχειρήσεις: η Baykar Makina που ανήκει στην οικογένεια του γαμπρού του Ερντογάν, Selcuk Bayraktar, η BMC που ανήκει στην οικογένεια Ozturk και στον Ethem Sancak, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου του κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) και η Tumosan που ανήκει στο Albayrak Group. Εξ αυτών η πλέον φιλόδοξη εμφανίζεται να είναι η BMC, η οποία το 2019 κατάφερε να εισέλθει στη λίστα των 100 πρώτων επιχειρήσεων παγκοσμίως, αναφορικά με τις πωλήσεις (85η θέση, με 554,18 εκατομμύρια πωλήσεις).

Στην ίδια λίστα, το 2019, υπάρχουν ήδη ακόμη τέσσερις τουρκικές αμυντικές εταιρείες: Aselsan (52η), Turkish Aerospace Industries (69η), STM Savunma Teknolojileri Muhendislik ve Ticaret A.S.(85η) και Roketsan A.S (89η).

Πλήγμα στην τουρκική βιομηχανία

Αναλυτές κάνουν λόγο για ήπιες κυρώσεις στην τουρκική πολεμική βιομηχανία που δεν είναι ικανές να γονατίσουν την Τουρκία, όμως επιφέρουν σοβαρό πλήγμα σε αυτή και συγχρόνως δίνουν αρνητικό μήνυμα στις χρηματαγορές για την ευάλωτη θέση στην οποία βρίσκεται η εύθραυστη τουρκική οικονομία

Όπως είπε υπό το καθεστώς ανωνυμίας πηγή με γνώση της υπόθεσης, οι κυρώσεις επιβλήθηκαν για να αποφευχθούν βαρύτερες που θα έπλητταν τον τουρκικό στρατό. Η απόφαση θα μπορούσε να «χτυπήσει» το δεύτερο μεγαλύτερο στρατό στο ΝΑΤΟ και την αναπτυσσόμενη τουρκική αμυντική βιομηχανία, δεδομένου του ρόλου της SSB ως βασικού κόμβου για τις τουρκικές αμυντικές προμήθειες και παραγωγή.

Παρόλο που τα μέτρα είναι σχετικά ήπια, η απόφαση των ΗΠΑ να επιβάλουν κυρώσεις σε ένα μέλος του ΝΑΤΟ αποτυπώνει την έκταση της έντασης μεταξύ της Τουρκίας και των παραδοσιακών δυτικών συμμάχων της.

«Τώρα αυτά τα τέσσερα άτομα και ο οργανισμός είναι στο στόχαστρο» δήλωσε ο Αρντά Μεβλουτόγλου, σύμβουλος Άμυνας με έδρα την Άγκυρα στους Financial Times. «Οι ευρωπαϊκές χώρες και εταιρείες μπορεί να διστάσουν να συνεργαστούν με αυτούς. Αυτά είναι κακά νέα».

Όταν ρωτήθηκαν σχετικά με το χρονοδιάγραμμα αυτών των κυρώσεων, αξιωματούχοι των ΗΠΑ δήλωσαν ότι επειδή η Τουρκία είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ ακολούθησαν μια διαδικασία διαβούλευσης πριν τραβήξουν τη… σκανδάλη των κυρώσεων.

«Ακριβώς επειδή η Τουρκία είναι σύμμαχος του ΝΑΤΟ, και από πολλές απόψεις ένας πολύ στενός φίλος και μακροχρόνιος εταίρος, χρειάστηκε αρκετός χρόνος» δήλωσε αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείο. «Είναι μια κίνηση που πόσο προσεκτικά προσπαθήσαμε να σκεφτούμε. Ελπίζουμε ότι θα μας επιτρέψουν να διατηρήσουμε μια πολύ καλή και εποικοδομητική σχέση με τον σύμμαχό μας, ενώ στέλνουμε ακόμη το σήμα ότι αυτή τη συμπεριφορά δεν μπορούμε να την δεχτούμε».

Σε κάθε περίπτωση πάντως, οι κυρώσεις έρχονται να προστεθούν στα ήδη αρκετά -δομικά κυρίως- προβλήματα που υπάρχουν στην τουρκική αμυντική βιομηχανία, τα οποία δεν επιτρέπουν την όποια θετική πορεία της παρά τις βαρύγδουπες διακηρύξεις του ερντογανικού καθεστώτος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr