Η Μπίντα Μπαχ και η οικογένειά της μιλά στον Guardian για την ανεμοθύελλα που έπληξε το Τζαλαμπάνγκ. «Όταν ακούσαμε τον αέρα, τα παιδιά άρχισαν να τρέχουν για να μπουν στο σπίτι», περιγράφει.

Όμως η στέγη κάτω από την οποία βρήκαν καταφύγιο – ένα κομμάτι σκουριασμένο σίδερο στηριγμένο σε ένα ξύλο – πέταξε μακριά. Το ίδιο έγινε και στα υπόλοιπα δωμάτια στα οποία επιχείρησαν να καταφύγουν.

Μετά τον αέρα, ήρθε η καταρρακτώδης βροχή. Η οικογένεια κούρνιασε στα ερείπια του σπιτιού της. Δεν είχαν πουθενά αλλού να πάνε. «Όλα έχουν καταστραφεί: τα πράγματά μας, τα αγαθά μας», λέει η Μπαχ. «Ήμασταν αναγκασμένοι απλώς να καθόμαστε μέσα στη βροχή».

Η ανεμοθύελλα και οι ξαφνικές πλημμύρες που έπληξαν τμήματα της Γκάμπια εκείνο το βράδυ το Ιουλίου, οδήγησαν τουλάχιστον 10 ανθρώπους στο θάνατο, ενώ δεκάδες τραυματίστηκαν και χιλιάδες είδαν τις περιουσίες τους να καταστρέφονται. Ήταν μια από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές που βίωσε η χώρα της δυτικής Αφρικής τα τελευταία χρόνια. Πολλοί έμειναν άστεγοι και αρκετοί, όπως η Μπαχ, εξακολουθούν να μην έχουν μια στέγη.

«Είμαι 50 χρονών και από τη μέρα που γεννήθηκα δεν έχω ξαναδεί τέτοιους ανέμους. Τώρα κάθε φορά που έρχεται η περίοδος των βροχών έχουμε μεγάλες πλημμύρες», λέει ενώ στέκεται στα ερείπια που κάποτε ήταν το σπίτι της. Μια κατσίκα τριγυρνά στο πρώην δωμάτιό της, ενώ τα απομεινάρια της σκεπής είναι σκορπισμένα στο έδαφος.

Σε όλο τον κόσμο, η κλιματική κρίση χτυπά πιο άγρια τους φτωχούς και η Μπαχ δεν αποτελεί εξαίρεση, αναφέρει ο Guardian. Η φτώχεια της την καθιστά πιο ευάλωτη στα ακραία καιρικά φαινόμενα, αλλά και πιο αδύναμη να ανακάμψει.

Αν το σπίτι της ήταν πιο γερή κατασκευή, το πιθανότερο είναι ότι θα είχε αντέξει την ανεμοθύελλα.

Αν το έδαφος δεν είχε χάσει τα μεταλλικά στοιχεία του εξαιτίας των καταρρακτωδών βροχών και της αποψίλωσης, το πιθανότερο είναι να μπορούσε ακόμη να καλλιεργήσει τις ντομάτες που κάποτε της απέφεραν τα πενιχρά της εισοδήματα.

Αν η Γκάμπια, μια από τις «λιγότερο ανεπτυγμένες» χώρες του κόσμου μπορούσε να προσφέρει ένα ουσιαστικό δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας σε εκείνους που υποφέρουν, η Μπαχ και τα παιδιά της κατά πάσα πιθανότητα δεν θα παρέμεναν άποροι πάνω από τέσσερις μήνες μετά την καταιγίδα. Αυτή τη στιγμή εξαρτώνται από το επισιτιστικό πρόγραμμα του ΟΗΕ για το ρύζι και τα χρήματά τους.

Ωστόσο, η Μπαχ δεν διαθέτει τίποτα από όλα αυτά. Και πλέον δεν μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια από τον φόβο για το μέλλον. «Δεν ξέρω πού θα καταλήξει αυτή η κατάσταση», λέει.

Δεν είναι η μόνη που φοβάται, τονίζει ο Μουχάμεντ Σισέι, της ΜΚΟ Activista, μιλώντας στον Guardian. “Μετά την ανεμοθύελλα και τις πλημμύρες του Ιουλίου, η κυβέρνηση δεν έχει κάνει τίποτα ουσιαστικό για να διασφαλίσει ότι δεν θα επαναληφθεί το ίδιο και του χρόνου».

«Δεν οικοδομείται ανθεκτικότητα», σημειώνει. Οι δράσεις της κυβέρνησης σχεδόν πάντα λειτουργούν «επιδιορθωτικά και όχι ως μέτρα πρόληψης».

Η προεκλογική περίοδος στη Γκάμπια έχει αρχίσει, όμως ο Σίσεϊ εξηγεί ότι η κλιματική αλλαγή απουσιάζει από την ατζέντα των κομμάτων. Όποιος και αν εκλεγεί πρόεδρος στις αρχές Δεκεμβρίου, «θα πρέπει να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση, αλλά θα εκπλαγούν, γιατί δεν έχουν κανένα σχέδιο».

Ο Λαμίν Μπι. Ντίμπα, υπουργός περιβάλλοντος και κλιματικής αλλαγής, διαφωνεί: υποστηρίζει ότι η χώρα προχωρά σε βήματα για την υιοθέτηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας – ιδίως ηλιακής – και δημιουργεί νέο κλιματικό ταμείο για να υποστηρίξει προγράμματα ανθεκτικότητας. Θα προτιμούσε κι εκείνος μια στροφή στην πρόληψη αντί για την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Λέει ότι η καταστροφή του Ιουλίου «δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί», αλλά συνέβη, εξαιτίας των επισφαλών κατασκευών εντός των οποίων ζουν αμέτρητοι συμπατριώτες του.

«Η τελική λύση είναι να στηριχτούμε στην επιστήμη και την τεχνολογία, να έχουμε καινοτομία και βελτιωμένη αντοχή και να μπορούμε να στηρίξουμε αυτές τις ευάλωτες κοινότητες», αναφέρει. Όμως για να συμβεί κάτι τέτοιο, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι χρειάζεται κλιματικά κονδύλια από τις πλουσιότερες χώρες. Και μάλιστα πολλά. Στη σύνοδο Cop26 στη Γλασκώβη, οι ηγέτες για άλλη μια φορά δεν δεσμεύτηκαν να αγγίξουν το στόχο των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Αν τα πράγματα δεν βελτιωθούν, πολλοί φοβούνται ότι τα αποτελέσματα θα είναι καταστροφικά. «Αυτό θα μπορούσε να καταστήσει το κράτος εξαιρετικά ευάλωτο, εύθραυστο. Είναι μια συνέπεια που δεν τη θέλει κανείς», λέει ο Γιασουχίρο Τσουμούρα, διευθυντής του Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος στη χώρα.

Ο Τσουμούρα έχει ήδη δει πώς οι κλιματικές πιέσεις έχουν εντείνει την ευαλωτότητα δύο ακόμη χωρών της Δυτικής Αφρικής, του Μάλι και της Μπουρκίνα Φάσο. Και οι δυο κοινωνίες πλέον βιώνουν διαρκή ανασφάλεια και βία.

Η σύγκριση δεν μπορεί να γίνει με ακρίβεια για διάφορους λόγους. Παραμένει όμως μια προειδοποίηση για το πόση πίεση μπορεί να ασκήσει η κλιματική αλλαγή σε μια κοινωνία που είναι ήδη εύθραυστη.

«Όλα σχετίζονται: η κλιματική αλλαγή, οι συγκρούσεις και η πείνα», λέει ο Τσουμούρα.

ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στην περιοχή αναφέρουν ότι ορισμένες κοινότητες ήδη βιώνουν ήπιες εντάσεις εξαιτίας της έλλειψης πόρων. Αγρότες βλέπουν τις σοδειές τους να καταστρέφονται, αλιείς μαζεύουν τα δίχτυα τους κενά και η στεριά μικραίνει εξαιτίας της ανόδου της στάθμης της θάλασσας.

Ο Λαμίν Κόμμα, επικεφαλής του προγράμματος παράκτιου και θαλάσσιου περιβάλλοντος της εθνικής υπηρεσίας περιβάλλοντος, αναφέρει στον Guardian ότι μια πιθανή συνέπεια της κατάστασης είναι η αύξηση των ανθρώπων που εγκαταλείπουν τη χώρα. «Αν τα πράγματα μείνουν ως έχουν, θα υπάρξουν κλιματικοί πρόσφυγες», τονίζει.

Σύμφωνα με τον Κέμο Φάτι, έναν ακτιβιστή για το κλίμα που συμμετείχε στην αποστολή της Γκάμπια στην Cop26, δεν πρόκειται για μια κατάσταση του μέλλοντος. Ο αδερφός του ήδη έχει μεταναστεύσει στην Ευρώπη εδώ και καιρό, μετά την καταστροφή της σοδειάς του στη διάρκεια των τελευταίων ετών.

«Δεν θεωρώ μετανάστες αυτούς τους ανθρώπους», τονίζει. «Πιστεύω ότι είναι κλιματικοί πρόσφυγες, γιατί τα επιχειρήματα του αδερφού μου είχαν βάση. Στο τέλος της μέρας, αν δεν μπορούμε να παράγουμε τροφή στη γη μας, τι περιμένεις να κάνουν οι άνθρωποι;»

Η Μπαχ, από την άλλη, δεν έχει καμιά διάθεση να πάει οπουδήποτε αλλού. Τα παιδιά της έχουν γεννηθεί στο χωριό της και θέλει να μείνει εκεί, παρά το γεγονός ότι δεν έχει ιδέα τι της επιφυλάσσει το μέλλον. «Αν έλεγα ότι έχω κάποιον να με στηρίζει, θα ήταν ψέμα», λέει στον Guardian.

Αν καταφέρει να ξαναχτίσει το σπίτι της, έχει σκοπό να το κάνει στο ίδιο σημείο, αλλά να στρέψει την κατασκευή προς άλλη κατεύθυνση, για να είναι πιο ασφαλές απέναντι στους ανέμους.

Δεν ξέρει πώς θα τα καταφέρει. Τα €350 που μοίρασε η κυβέρνηση ήταν αρκετά για την αγορά εκατοντάδων τσιμεντόλιθων, όπως λέει, τους οποίους έχει συγκεντρώσει δίπλα στα ερείπια. Όμως δεν της έφτασαν για να ολοκληρώσει τις απαραίτητες εργασίες.

Στον ίδιο δρόμο, ο 37χρονος Μαμαντού Τζάλοου αντιμετωπίζει παρόμοια προβλήματα. Μήνες μετά την καταιγίδα, το σπίτι του παραμένει μη κατοικήσιμο, με τη στέγη να έχει καταρρεύσει.

Καθώς μιλά για εκείνο το βράδυ είναι εμφανώς φορτισμένος. Ευχαριστεί τον Θεό που έσωσε τη σύζυγο και τα έξι παιδιά του. «Φέτος είναι η πρώτη χρονιά που είδα τέτοιους ισχυρούς ανέμους και πλημμύρες, ικανά να κάνουν τη στέγη να πέσει ενώ είσαι μέσα στο σπίτι».

«Η μεγαλύτερη αγωνία και ελπίδα μου είναι να μπορέσω να επιστρέψω στο σπίτι μου με την οικογένειά μου», σημειώνει. «Ακόμη κι αν το σπίτι είναι φτιαγμένο από τσιμέντο και λάσπη, το μόνο που με νοιάζει είναι να επιστρέψω».

Πηγή: Guardian

Πηγή: in.gr