Το τελευταίο διάστημα με αφορμή την αυξημένη, σε σχέση με την προηγούμενη διαδικασία εκλογής ηγεσίας, συμμετοχή στις διαδικασίες για την ανάδειξη του νέου ηγέτη του ΚΙΝΑΛ, έχει επιστρέψει ένα κλίμα ότι θα μπορούσε το κόμμα της Κεντροαριστεράς, με μια νέα ηγεσία, να αμφισβητήσει την θέση που κατέχει ο ΣΥΡΙΖΑ στον χώρο αριστερότερα του Κέντρου.

Σε αυτό στηρίζονται στη μαζική συμμετοχή, το αυξημένο ενδιαφέρον, αλλά και αυτό που έχει περιγραφεί ως μια ιδιότυπη αμηχανία του ΣΥΡΙΖΑ ως προς το ξεδίπλωμα της πολιτικής του στρατηγικής.

Εντός αυτής της οπτικής ένα πιο δυναμικό ΚΙΝΑΛ, που θα διεκδικούσε αποφασιστικά την κληρονομιά του ΠΑΣΟΚ, θα μπορούσε να εξασφαλίσει σημαντικό επαναπατρισμό ψηφοφόρων και να τροποποιήσει τους εκλογικούς και πολιτικούς συσχετισμούς.

Μόνο που η πραγματικότητα είναι κάπως πιο σύνθετη.

Η πραγματική δυναμική του ΚΙΝΑΛ – αυτή τη στιγμή

Το ΚΙΝΑΛ όντως είχε αυξημένη συμμετοχή στις εκλογές του. Όμως και το 2017 σημαντική συμμετοχή είχε, αλλά αυτό δεν το βοήθησε να πάει πάνω από το 8,1% στις εκλογές του 2019, παρότι ήταν εκλογές όπου αναμενόταν να εκφραστεί φθορά του ΣΥΡΙΖΑ.

Τα δημογραφικά του σώματος των εκλεκτόρων του ΚΙΝΑΛ εξακολουθούν να δείχνουν τα προβλήματα που είχε και στις εκλογές. Το ΚΙΝΑΛ εξακολουθεί να έχει υποεκπροσώπηση στις ηλικίες κάτω των 40 και σημαντική υπερεκπροσώπηση στις ηλικίες άνω των 50. Κάτι που σημαίνει ότι εξακολουθεί να έχει πρόβλημα στις πιο δυναμικές ηλικίες.

Το πρόβλημα του να δείξει ότι είναι μια δύναμη εξουσίας και όχι μια δύναμη πολιτικής παρουσίας και συγκυβέρνησης εάν χρειαστεί παραμένει.

Εάν εξαιρέσει κανείς την ήττα του υποψηφίου που πιο σαφώς κατέτεινε στην επανάληψη πολιτικών συνεργασιών με τη Ν, δηλαδή του Ανδρέα Λοβέρδου, το ερώτημα του τι ακριβώς εκπροσωπεί το ΚΙΝΑΛ στις όποιες διαιρέσεις αναδεικνύονται παραμένει ασαφές, την ώρα που οι επόμενες εκλογές θα είναι ταυτόχρονα «διλημματικές» και πιεστικές προς τα μικρότερα κόμματα να πάρουν θέση με ποιον θα πάνε εάν θέλουν να εκμεταλλευτούν τη δυναμική της απλής αναλογικής.

Η προεκλογική εκστρατεία των υποψηφίων ήταν περισσότερο επικοινωνιακή και με έμφαση στην οικοδόμηση μηχανισμού παρά στην εκφορά θέσεων και αυτό δεν βοηθά την οικοδόμηση ευρύτερων πολιτικών δεσμών.

Το ΚΙΝΑΛ εξακολουθεί να έχει μεγάλες προσβάσεις στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, το συνδικαλιστικό κίνημα, τα ΜΜΕ, όμως την ίδια στιγμή συχνά αυτό δεν μεταφράζεται πια σε κάποια αυτοτέλεια ή σαφή πολιτική διαχωριστική γραμμή, ιδίως απέναντι στη ΝΔ, κληρονομιά εν πολλοίς και της συστράτευσης στην κυβέρνηση Σαμαρά ή σε στιγμές όπως το Δημοψήφισμα.

Παρά τους κατά καιρούς υψηλούς τόνους, το ΚΙΝΑΛ δεν έχει καταφέρει να φαντάζει το αντίπαλο δέος σε μια σαφή διαχωριστική γραμμή με την πολιτική της ΝΔ, ούτε μπορεί εύκολα να την αποτυπώσει ως διαφορετικό συνολικό αφήγημα για τη χώρα. Ούτε βέβαια έχει κάνει κάποια πραγματική αποτίμηση για τη στιγμή των Μνημονίων, παρότι αυτά προκάλεσαν την αποδιάρθρωση του ΠΑΣΟΚ και τη διάρρηξη ιστορικών με δεσμών με ευρύτερα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας.

Όλα αυτά αποτυπώνουν και το γεγονός ότι μικρή συζήτηση γίνεται για το τι θα όριζε σήμερα μια «προοδευτική πολιτική» που θα ερχόταν σε σύγκρουση με τον ηγεμονικό (παρά τη βαθύτερη κρίση του) νεοφιλελευθερισμό στον οποίο συγκλίνουν τόσο η κλασική κεντροδεξιά όσο και οι σύγχρονες παραλλαγές «Κέντρου» όπως ο Μακρόν.

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ πιέζεται

Αυτό δεν αναιρεί ότι υπάρχει όντως ένα θέμα πίεσης προς τον ΣΥΡΙΖΑ, έστω και ως αποτέλεσμα των δικών του ορίων και αντιφάσεων.

Εκ πρώτης όψης πλευρές της συγκυρίας ευνοούν τον ΣΥΡΙΖΑ. Η κυβέρνηση χρεώνεται εκ των πραγμάτων την αρνητική κατάσταση με την πανδημία τους τελευταίους μήνες, σε αντίθεση με την αρχική εικόνα ότι η χώρα μας θα τα πήγαινε «καλύτερα». Παρότι έγινε προσπάθεια αποφευχθούν αρνητικές κοινωνικές επιπτώσεις από την πανδημική ύφεση, δεν είναι δεδομένο ότι πηγαίνουμε σε έναν ενάρετο αναπτυξιακό κύκλο. Το ερώτημα της δημιουργίας μεγάλου αριθμού καλοπληρωμένων θέσεων εργασίας παραμένει ανοιχτό. Η αστυνομική βία και αυθαιρεσία τροφοδοτεί ένα κλίμα δυσαρέσκειας, ιδίως στη νεολαία, το ίδιο και η εκπαιδευτική πολιτική. Επιμέρους θέματα, από τα αιολικά πάρκα μέχρι τη διαχείριση των αρχαιοτήτων συντηρούν πλευρές ενός αρνητικού κλίματος. Και βέβαια υπάρχει η πιο «δομική» διάσταση ότι οι ηλικίες κάτω των 40, σχηματικά οι άνθρωποι που πολιτικοποιήθηκαν σε ένα ιστορικό τόξο από τις μαθητικές κινητοποιήσεις  του 1997-98 έως τις αντιφασιστικές διαδηλώσεις του 2020, έχουν διαφορετική και πιο «αριστερόστροφη» πολιτικοποίηση από τις μεγαλύτερες ηλικίες.

Όμως, την ίδια στιγμή υπάρχουν και προβλήματα στο πώς ξεδιπλώνεται η γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ. Οι καταγγελίες για την κυβερνητική διαχείριση της πανδημίας δεν συνδυάζονται με μια συνεκτική εναλλακτική πρόταση για τη δημόσια υγεία και μένουν στην απλή ανάδειξη προβλημάτων, ενίοτε και αποσπασματικά. Η οικονομική πολιτική απλώς εκπροσωπεί οικονομικά αιτήματα, χωρίς να αναδεικνύεται ένα εναλλακτικό σχέδιο για την ανάπτυξη. Οι επιμέρους παρεμβάσεις για ζητήματα δεν συνοδεύονται από σαφείς πολιτικές προτάσεις. Το πρόβλημα της διαχρονικά μικρής παρουσίας του ρεύματος του ΣΥΡΙΖΑ στο συνδικαλισμό αλλά και την αυτοδιοίκηση και του σχετικά ισχνού μηχανισμού παραμένει, ενώ χάνονται ευκαιρίες για ανοιχτή στήριξη σχημάτων ή υποψηφίων με δυναμική (τελευταίο παράδειγμα ο ΔΣΑ). Στον ημερήσιο «κύκλο της ενημέρωσης» (news cycle) οι παρεμβάσεις της ηγεσίας είναι αποσπασματικές και χωρίς σχεδιασμό και αυτό αφορά ακόμη και την παρουσία του ίδιου του Αλέξη Τσίπρα. Η εσωκομματική συζήτηση παραμένει «μετωνυμική» και εσώστρεφη και όχι προγραμματική και δη με τρόπο που να αγγίζει ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας.

Όλα αυτά έχουν να κάνουν και με τον περιορισμένο τρόπο που ο «κομματικός» ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί ως ένας χώρος που παράγει στρατηγική και γνώση, την ώρα που οι λογικές διαμόρφωσης think tank δύσκολα μπορούν να υποκαταστήσουν αυτή τη λειτουργία. Αυτό σημαίνει και μειωμένη τροφοδοσία της καθημερινής πολιτικής πρακτικής με πιο στρατηγικό περιεχόμενο και με τη σειρά του ωθεί σε μια επικοινωνιακή αντίληψη της αντιπολίτευσης χωρίς απαραίτητα μεγαλύτερο βάθος, ενώ οδηγεί κάποιες φορές και σε έναν «ρουτινιάρικο» τρόπο άσκησης πολιτικής.

Με αυτή την έννοια η βασική πίεση για τον ΣΥΡΙΖΑ, προς το παρόν τουλάχιστον, δείχνει να έρχεται από τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί και είναι συγκροτημένος, τον τρόπο που αντιλαμβάνεται το πρόγραμμα, τη στρατηγική και τελικά και την πολιτική.

Αυτό εξηγεί άλλωστε όχι μόνο γιατί το ΚΚΕ έχει κατοχυρώσει τη θέση αριστερότερα του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και γιατί το ΜέΡΑ25, με πολύ μικρό μηχανισμό και προσβάσεις επιβιώνει και δημοσκοπικά. Και βεβαίως αυτό, όντως, αφήνει και ένα περιθώριο και στο ΚΙΝΑΛ, με μια νέα ηγεσία, να διεκδικήσει ένα τμήμα των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ.

Τι σημαίνει «προοδευτική πολιτική» σήμερα;

Η πρόσφατη διεθνής εμπειρία δείχνει ότι μηχανισμοί πολιτικής εναλλαγής ή και εμφάνισης νέων σχηματισμών παραμένουν ενεργοί, ιδίως όταν οι κυβερνήσεις φθείρονται από τη διακυβέρνηση. Εμφανίζεται όμως και τάση αποδιάρθρωσης των μεγάλων «παρατάξεων» και εμφάνιση πιο κατακερματισμών πολιτικών σκηνικών – στην Ευρώπη αυτό αποτυπώνεται και στην τάση για κυβερνήσεις διαρκούς διαπραγμάτευσης ανάμεσα σε εταίρους με διαφορετικές αφετηρίες και βλέψεις. Την ίδια ώρα οι τάσεις απονομιμοποίησης ή και δυσαρέσκειας τροφοδοτούν κοινωνικές εκρήξεις και «αντιπολιτικά» κινήματα (π.χ. «Κίτρινα Γιλέκα»), ενώ η ακροδεξιά προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τα περιθώρια που ανοίγονται.

Σε αυτό το φόντο το ερώτημα που αντιμετωπίζουν κόμματα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά και το ΚΙΝΑΛ, σχηματικά τα κόμματα της «προοδευτικής παράταξης» (όπως την ορίζει κανείς) στην ήδη τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα, είναι κατά βάση στρατηγικό.

Εάν δεν θέλουν να περιοριστούν απλώς στην «επικοινωνία» ή απλώς στην αναμονή να φθαρεί ο εκάστοτε πόλος της κεντροδεξιάς, καλούνται να αποκτήσουν βαθύτερο στρατηγικό περιεχόμενο και να επεξεργαστούν εναλλακτικές, την ώρα που η ίδια η τριβή τους με την εξουσία υπαγορεύσει συχνά την «αυτολογοκρισία» του – κατά βάθος – «δεν υπάρχει εναλλακτική» και τον μηρυκασμό των ίδιων θέσεων με την κεντροδεξιά.

Πηγή: in.gr