Τι ενώνει την Κίνα, το Κατάρ και την Σαουδική Αραβία; Το γεγονός πως πρόκειται για χώρες που έχουν φιλοξενήσει ή θα φιλοξενήσουν την ερχόμενη χρονιά σημαντικές αθλητικές διοργανώσεις, στις οποίες έχουν επενδύσει οικονομικά και επικοινωνιακά, παρά το γεγονός ότι η αμφιλεγόμενη επίδοση τους σε θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να «χαλάσει» τα φιλόδοξα σχέδια τους.

Πεκίνο: Λευκό σαν το χιόνι στις ολυμπιακές πίστες

Για τους Κινέζους διοργανωτές των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων που θα ξεκινήσουν στις 4 Φεβρουαρίου, η μεγαλύτερη πρόκληση θεωρείται η πανδημία και η υψηλή μεταδοτικότητα της Όμικρον. Άλλωστε, με το επιχείρημα αυτό η οργανωτική επιτροπή απαγόρευσε όλους τους ξένους ταξιδιώτες και θα «γεμίσει» τα γήπεδα μόνο από τοπικό και… ελεγχόμενο πλήθος. Όμως, η ουσία είναι πως με τον τρόπο αυτό θα καταφέρει να αποφύγει όσο μπορεί τυχόν… παρατράγουδα θα μπορούσαν να τις δημιουργήσουν τυχόν ακτιβιστές που θα ήθελαν να διαμαρτυρηθούν για τις πρακτικές του κινεζικού καθεστώτος.

Βεβαίως, το κενό αυτό τουλάχιστον επικοινωνιακά θα προσπαθήσει να καλύψει το διπλωματικό μποϊκότάζ που έχουν στήσει οι Ηνωμένες Πολιτείες με αρκετούς συμμάχους τους, θέτοντας θέμα ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δη, των ταλαιπωρημένων Ουιγούρων της επαρχίας Σιντζιάνγκ. Όμως, πρακτικά η κίνηση αυτή δεν πρόκειται να θίξει άμεσα το Πεκίνο από τη στιγμή που η ΔΟΕ, αλλά και ευρύτερα οι αθλητικές ομοσπονδίες, κλείνουν τα αυτιά τους σε τέτοια θέματα και δεν δείχνουν ουδεμία πρόθεση να πιέσουν τις κινεζικές αρχές με ουσιαστικές κινήσεις που θα μπορούσαν να διαταράξουν τους Αγώνες. Η ίδια η ΔΟΕ διακηρύσσει πως προτιμά να υιοθετεί τακτικές «ήσυχης διπλωματίας», μόνο που είναι αλήθεια τόσο ήσυχες που τελικά δεν τις ακούει κανένας!

Κατάρ: Στο απυρόβλητο 

Κάτι ανάλογο ισχύει και για το Κατάρ και το Παγκόσμιο Κύπελλο του 2022, με βασική διαφορά φυσικά πως οι Καταριανοί δεν έχουν να ανησυχούν ούτε για διπλωματικό μποϊκοτάζ.

Οι πρακτικές του Κατάρ αποσπούν δριμεία κριτική μόνο από διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις όπως η Human Rights Watch και η FairSquare, οι οποίες βέβαια βάζουν στο στόχαστρο τους και την Fifa για την οφθαλμοφανή απροθυμία της να πιέσει ή να δυσαρεστήσει τους Καταριανούς. Όμως, όλοι οι συμμετέχοντες εστιάζουν στη… χαρά του πιο αγαπημένου αθλήματος του πλανήτη και μάλιστα με την ελπίδα πως μέχρι τον Νοέμβριο που θα γίνει η πρεμιέρα, θα έχει τιθασευτεί και το «τέρας» του κορωνοϊού και της πανδημίας, ώστε να μην παρεμποδιστεί το… πάρτι.

Η δύναμη των πετροδολαρίων 

Η Σαουδική Αραβία είναι από τις χώρες που έχουν ξεκινήσει εδώ και χρόνια να προσπαθούν να χρησιμοποιούν τον αθλητισμό για την βελτίωση της επικοινωνιακής τους εικόνας. Βέβαια, η επένδυση σε αθλητικές ποδοσφαιρικές ομάδες προβάλλεται ως επενδυτική επιλογή, όμως προφανώς εξυπηρετεί και το διεθνές… image της.

«Από τότε που η συμφωνία είχε ανακοινωθεί για πρώτη φορά είχαμε δηλώσει ανοιχτά πως θεωρούμε ότι συνιστά μια σαφή απόπειρα από τις σαουδαραβικές αρχές να “ξεπλύνουν” την επίδοση τους στο ζήτημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων» είχε καταγγείλει χαρακτηριστικά η Σάσα Ντέσμουκς, επικεφαλής της Διεθνούς Αμνηστίας στη Βρετανία, με αφορμή την αμφιλεγόμενη αγορά τον περασμένο μήνα του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών της Νιούκαστλ από το κρατικό επενδυτικό fund της Σαουδικής Αραβίας. Και βέβαια δεν είναι η μόνη περίπτωση.

Σύμφωνα με υπολογισμούς της Grant Liberty, το σαουδαραβικό βασίλειο έχει ξοδέψει πάνω από 1,5 δισ. δολάρια τα τελευταία χρόνια προκειμένου να ενισχύσει τη διείσδυση του στο παγκόσμιο αθλητικό στερέωμα και συνάμα να φιλοξενήσει μεγάλες διοργανώσεις σε αθλήματα όπως το ποδόσφαιρο, η πάλη και το γκολφ. Αποκορύφωμα δε, της στρατηγικής αυτής ήταν η φιλοξενία του πρώτου γκραν πρι της Φόρμουλα 1, στις αρχές Δεκεμβρίου, στην ολοκαίνουργια πίστα της Τζέντα. Μάλιστα, το Ριάντ έχει υπογράψει μια 10ετή συμφωνία αξίας 650 εκατ. δολαρίων με την αμερικανική Liberty Media Corp. προκειμένου να διασφαλίσει πως το γκραν πρι της Τζέντα θα βρίσκεται στο ετήσιο πρόγραμμα για την επόμενη δεκαετία.

Λίγο πριν το γκραν πρι, η χήρα του Τζαμάλ Κασόγκι σε ανοιχτή επιστολή της στην The Washington Post προσπάθησε να θυμίσει στον πλανήτη τον τρόπο δολοφονίας του συζύγου της, από ομάδα πρακτόρων της κυβέρνησης, μέσα στο προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη, όμως ούτε οι οδηγοί ούτε η F1 και η FIA έδειξαν κάποια ιδιαίτερη ευαισθησία. Το ίδιο και ο τραγουδιστής της ποπ Τζάστιν Μπίμπερ, στον οποίο η Τζαμάλ Κασόγκι μάταια είχε απευθυνθεί προσωπικά προκειμένου να ακυρώσει τη συναυλία και «να στείλει ένα ισχυρό μήνυμα σε όλο τον κόσμο».

Πηγή: in.gr