Τρίζει τα δόντια στους Τουρκοκύπριους η νομισματική κρίση στην Τουρκία, η οποία αναπόφευκτα επηρεάζει και τα κατεχόμενα, αφού το ψευδοκράτος, λόγω της απόλυτης εξάρτησής του από την Αγκυρα, αδυνατεί να ελέγξει τη νομισματική του πολιτική, αλλά και γενικότερα την οικονομική του διαχείριση.

Πρωτοφανείς παρενέργειες

Η καθημερινότητα στα κατεχόμενα επηρεάζεται δυσμενώς μέρα με τη μέρα, με πρωτοφανείς κοινωνικο-οικονομικές παρενέργειες, που έχουν να κάνουν με το επίπεδο ζωής των ανθρώπων, οι οποίοι βλέπουν καθημερινά την αγοραστική τους δύναμη να μειώνεται και να αδυνατούν να ανταποκριθούν ακόμα και στις βασικές ανάγκες.

Η αύξηση στις τιμές των καυσίμων ανεβάζει ραγδαία και τις τιμές των βασικών αγαθών, που σε κάποιες περιπτώσεις ξεπερνούν ακόμα και το 80% της αρχικής τιμής. Για παράδειγμα, η τιμή του ψωμιού ανέβηκε κατά 71% της αρχικής του τιμής.

Η μεγάλη ύφεση στην τουρκική οικονομία και η κατρακύλα της τουρκικής λίρας επηρεάζουν και τους μισθούς των Τουρκοκυπρίων.

Μεταφραζόμενος σε ευρώ, ο κατώτατος μισθός τον Σεπτέμβριο ήταν 450 ευρώ και σήμερα κυμαίνεται γύρω στα 290. Οι περισσότεροι Τουρκοκύπριοι ζουν με μισθούς πέριξ του κατώτατου μισθού.

Ενδεικτικό είναι το παράδειγμα διευθυντή σε ιδιωτική επιχείρηση, ο οποίος είδε τον μηνιαίο μισθό του να μειώνεται σε αξία ευρώ, από 600 σε 400 μέσα σε λίγους μήνες.

Ελλείψεις φαρμάκων

Οι διαβουλεύσεις ανάμεσα στις δύο μεγάλες εταιρείες καυσίμων με την «κυβέρνηση» στα κατεχόμενα φαίνεται να έχουν αποτέλεσμα ως προς την αντιμετώπιση της έλλειψης καυσίμων, αφού υπάρχει δέσμευση για προμήθεια μέσω τάνκερ.

Ωστόσο, η αγορά από την Τουρκία, όχι μόνο των καυσίμων, αλλά και άλλων προϊόντων και υπηρεσιών, γίνεται σε αμερικανικό δολάριο και από την ώρα που αγοράζεται το προϊόν (στην προκειμένη περίπτωση τα καύσιμα), μέχρι την ώρα που φτάνουν τα τάνκερ στα κατεχόμενα, η λίρα πέφτει στη ζημιά προφανώς των εταιρειών, οι οποίες αναγκάζονται να αυξάνουν τις τιμές, με αλυσιδωτές επιπτώσεις σε σειρά προϊόντων και υπηρεσιών.

Επί του παρόντος, δεν παρουσιάζονται ελλείψεις βασικών αγαθών από υπεραγορές, ωστόσο εντοπίζονται σοβαρότατες ελλείψεις σε βασικά φάρμακα και ειδικότερα φάρμακα και σκευάσματα για χρόνιους ασθενείς, τα οποία είναι πιο ακριβά, όπως φάρμακα για καρδιοπαθείς, καρκινοπαθείς, και ασθενείς με κατά πλάκα σκλήρυνση.

Η τουρκοκυπριακή εφημερίδα Γενιντουζέν δημοσίευσε την περασμένη βδομάδα το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν χιλιάδες Τουρκοκύπριοι, οι οποίοι πήραν δάνεια στεγαστικά, φοιτητικά και άλλα σε ξένο νόμισμα.

Οι περισσότεροι, σύμφωνα με την εφημερίδα, αναγκάζονται να πουλήσουν τα ακίνητά τους, προκειμένου να καταφέρουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους έναντι των τραπεζών.

Στα χέρια της μαφίας

Το μεγάλο κεφάλαιο στα κατεχόμενα, το νόμιμο, αλλά κυρίως το παράνομο, βρίσκεται ως γνωστό στα χέρια τούρκων επιχειρηματιών, καθώς οι Τουρκοκύπριοι περιορίζονται σε μικροεπιχειρηματική δραστηριότητα, επί το πλείστον σε τομείς εμπορίου και επισιτιστικής βιομηχανίας.

Τις τελευταίες εβδομάδες, όλο και περισσότεροι τουρκοκύπριοι ιδιοκτήτες καταστημάτων, εστιατορίων ή άλλων μικρών επιχειρήσεων, είτε βάζουν λουκέτο, είτε πωλούν τις δουλειές τους, καθώς είναι αδύνατον να ισοσκελίσουν τα έξοδα με τα έσοδα και δουλεύουν στη ζημιά τους.

Κύκλοι στα κατεχόμενα εκφράζουν τον φόβο ότι ολόκληρη η επιχειρηματική δραστηριότητα, ακόμη και της μικρής μερίδας που διαχειρίζονταν ως τώρα οι Τουρκοκύπριοι, θα καταλήξει στην τουρκική μαφία, η οποία είναι η μόνη που καταφέρνει να επιβιώνει εν μέσω της πρωτοφανούς οικονομικής τουρκικής κρίσης.

Ηδη, η παραοικονομία της πορνείας, των καζίνο, των παράνομων στοιχημάτων, την οποία ελέγχει η τουρκική μαφία, φαίνεται να υπερδιπλασιάζεται με όλες τις συνέπειες που έχει στην οικονομία και την κοινωνία.

Αποδεκατίζονται

Λίγοι και παράνομοι κατέχουν πλούτο, στα ταμεία του ψευδοκράτους δεν πάει ούτε σεντ μέσω φόρων, αφού πρόκειται για παράνομες δραστηριότητες, αποδεκατίζονται οι τουρκοκύπριοι επιχειρηματίες, οι δουλειές των οποίων καταλήγουν σε τουρκικά χέρια και στις παράνομες επιχειρήσεις εργάζεται φτηνό ξένο εργατικό δυναμικό, είτε εκ Τουρκίας, είτε φοιτητές συνήθως από την Αφρική.

Αυτή η αλυσίδα ξεκινά από την κρίση, η οποία μειώνει τους μισθούς και την αγοραστική δύναμη, αυξάνει παράλληλα την παρανομία, αλλά και την ανεργία, ενώ παρατηρείται έξαρση και του φαινομένου της επαιτείας, ιδιαίτερα στην εντός των τειχών κατεχόμενη Λευκωσία.

Το οικονομικό πρωτόκολλο με την Τουρκία έχει λήξει και οι Τουρκοκύπριοι βρίσκονται στο «περίμενε» για την υπογραφή του καινούργιου για το 2022.

Η Τουρκία στέλνει αυτήν τη στιγμή χρήματα μόνο για τη συντήρηση του κατοχικού στρατού, ενώ όλα τα αναπτυξιακά έργα που πραγματοποιούνται γίνονται από τούρκους εργολάβους.

Φεύγουν για δουλειά

Για όλους τους παραπάνω λόγους, τις τελευταίες εβδομάδες, σημειώνει ο τουρκοκυπριακός Τύπος την αύξηση που παρατηρείται στον αριθμό των Τουρκοκυπρίων που εργάζονται ή επιθυμούν να εργαστούν στις ελεύθερες περιοχές.

Σύμφωνα με πρόσφατο δημοσίευμα της «Κίπρις», όλο και περισσότεροι επιλέγουν, ή βάζουν στόχο, να εργάζονται στις ελεύθερες περιοχές για να έχουν μισθό σε ευρώ, καθώς η πτώση της συναλλαγματικής αξίας της τουρκικής λίρας έναντι του ευρώ έχει συνέπειες τραγικές ως προς το επίπεδο ζωής.

Είναι αδιευκρίνιστος ο αριθμός των Τουρκοκυπρίων, οι οποίοι εργάζονται αυτήν τη στιγμή στις ελεύθερες περιοχές. Ωστόσο, επειδή το θέμα, λόγω και της συνεργασίας ΣΕΚ (Συνομοσπονδία Εργαζομένων Κύπρου) – Turk Sen (τουρκοκυπριακή συντεχνία), πήρε διαστάσεις, προκαλώντας συζητήσεις και στις δύο κοινότητες, από τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων μέχρι και σήμερα, δεν είναι λίγοι οι Τουρκοκύπριοι που εργάζονται στις ελεύθερες περιοχές.

Ιδιαίτερα από το 2003 με 2004 μέχρι το 2013, ο αριθμός ήταν αρκετά μεγάλος. Ακολούθησε η οικονομική κρίση, η οποία επηρέασε ευρύτερα τον τομέα της οικονομίας στις ελεύθερες περιοχές, με επιπτώσεις και στις επιχειρήσεις, αλλά και στην ανεργία, οπόταν αλυσιδωτά επηρέασε και την εξεύρεση εργασίας Τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές.

Συμφωνία ΣΕΚ – Turk Sen

Από τη μια η κατάσταση που επικρατεί στα κατεχόμενα και από την άλλη η έλλειψη εργατικών χεριών στις ελεύθερες περιοχές, ιδιαίτερα στους τομείς της ξενοδοχειακής και επισιτιστικής βιομηχανίας, έφεραν τη συμφωνία ανάμεσα στη ΣΕΚ και την τουρκοκυπριακή συντεχνία Turk Sen, για διοχέτευση τουρκοκύπριων εργαζομένων σε τομείς όπου υπάρχει ζήτηση.

Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στον «Π» ο γγ της ΣΕΚ Ανδρέας Μάτσας, η Turk Sen είναι οργάνωση εγγεγραμμένη στον Εφορο Συντεχνιών και μέλος της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων και με τη ΣΕΚ διατηρεί συνεργασία, η οποία χρονολογείται από τα πρώτα χρόνια μετά το 1974.

Αυτήν τη στιγμή, καταγράφεται από την Turk Sen η εκδήλωση ενδιαφέροντος από Τουρκοκύπριους σε σχέση με τα προσόντα, τους κλάδους δραστηριοποίησης, αλλά και την επαρχία ενδιαφέροντος και θα ακολουθήσει αλληλούχιση των δεδομένων από τη ΣΕΚ, σε ό,τι αφορά τις ανάγκες στην αγορά εργασίας, τις οποίες οι συντεχνίες γνωρίζουν καλά, μετά από δύο συσκέψεις που έγιναν με την υπουργό Εργασίας για αυτό το θέμα.

Αλλωστε, οι εργοδοτικές οργανώσεις εδώ και καιρό παραπονιούνται ότι λόγω της πανδημικής κρίσης και της φυγής αρκετών κοινοτικών εργαζομένων από την Κύπρο, αδυνατούν να εξεύρουν εργατικά χέρια.

Προϋπόθεση σε ό,τι αφορά στην εργασία Τουρκοκυπρίων στις ελεύθερες περιοχές είναι να υπάρχει ταυτότητα ή διαβατήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον ενδιαφερόμενο, αλλά και τήρηση των συλλογικών συμβάσεων και όλων όσων απορρέουν από τον νόμο από τους εργοδότες.

Μεγάλο ενδιαφέρον

Οι διαθέσιμες θέσεις είναι πολλές στους τομείς της ξενοδοχειακής, της επισιτιστικής και της οικοδομικής βιομηχανίας, αλλά και το ενδιαφέρον από εργαζομένους, σύμφωνα με τις πληροφορίες, είναι ήδη αρκετά μεγάλο και ενδέχεται να αυξηθεί τις επόμενες μέρες.

Η συμφωνία ανάμεσα στις δύο συντεχνίες προκάλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, συζητήσεις και στις δύο πλευρές. Εδράζεται μεν καθαρά σε συντεχνιακό επίπεδο, ωστόσο η διακοινοτικότητα του εγχειρήματος φέρνει στην επιφάνεια και πολιτικές αντιδράσεις, ιδιαίτερα στα κατεχόμενα, με την «κυβέρνηση» Τατάρ να μην τη βλέπει με καλό μάτι.

Αν υπάρχει ένα πολιτικό μήνυμα, σύμφωνα με τις δηλώσεις του Ανδρέα Μάτσα στον «Π», είναι ότι «το μέλλον των Τουρκοκυπρίων δεν πρέπει να είναι και δεν είναι ούτε ο Ερντογάν, ούτε η Τουρκία, αλλά η Κυπριακή Δημοκρατία και η ΕΕ».

Μποϊκοτάζ «εκλογών»

Η τραγική οικονομική κατάσταση την οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν οι Τουρκοκύπριοι επιδρά και στις επερχόμενες «εκλογές» στα κατεχόμενα, που είναι προγραμματισμένες για τις 25 Ιανουαρίου του 2022.

Η ανέχεια, η απόγνωση, η απογοήτευση και ο θυμός, μεταφράζονται σε αυξημένη αποχή, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας, με ένα ποσοστό αυτήν τη στιγμή γύρω στο 25% να δηλώνει ότι δεν θα πάει να ψηφίσει.

Τα μεγάλα κόμματα βρίσκονται στη διαδικασία κατάρτισης των ψηφοδελτίων τους, την ίδια στιγμή που τα μικρότερα σε δύναμη, κυρίως «εξωκοινοβουλευτικά», επιχειρούν μποϊκοτάρισμα των «εκλογών».

Ιζέτ Ιζτζιάν, Σενέρ Λεβέντ και Μουράτ Κανατλί, δηλώνουν ότι δεν πρόκειται να κάνουν δεκτό αποτέλεσμα εκλογών με μικρότερο ποσοστό του 50% συμμετοχής και καλούν τους πολίτες να μην ψηφίσουν.

Αντιομοσπονδιακό πρόσημο

Πρόκειται βέβαια για κόμματα τα οποία λαμβάνουν χαμηλά ποσοστά και δεν εκπροσωπούνται στη «Βουλή».

Το κυρίως κόμμα της αντιπολίτευσης και της Αριστεράς, Ρεπουμπλικανικό Τουρκικό Κόμμα, θα συμμετέχει στις εκλογές και μάλιστα γίνεται μεγάλη συζήτηση για ορισμένες επιλογές στο ψηφοδέλτιό του, οι οποίες έχουν αντιομοσπονδιακό πρόσημο, σε αντίθεση με όσα το κόμμα πρεσβεύει εδώ και χρόνια, σε σχέση με τη μορφή λύσης του Κυπριακού.

Πηγή: politis.com.cy

Πηγή: in.gr