Το όνομα (ή ίσως το brand;) «Ντόναλντ Τραμπ» είναι βέβαιο ότι ανήκει σε εκείνα που η ανθρωπότητα δεν θα ξεχάσει, όσες γενιές και αν περάσουν. Πριν την εκλογή του το 2016, πολλά από τα συμβάντα της πυκνής τετραετίας της προεδρίας του θα έμοιαζαν αδιανόητα. Και αυτό είναι σίγουρα ένα από τα μεγαλύτερα κατορθώματά του: Η ικανότητα να παράγει ειδήσεις με τέτοια ταχύτητα, ώστε το κάθε τεράστιο σκάνδαλο να σβήνει πίσω από το επόμενο, μέχρι να μην έχει πια την παραμικρή σημασία.

Άλλη μια «πρωτοτυπία» του ως προέδρου, αφορά φυσικά τη δημόσια παρουσία του. Σε αντίθεση με το συνηθισμένο image του ψύχραιμου, αποστασιοποιημένου ηγέτη, ο Τραμπ ποτέ δεν δίσταζε να πάρει θέση για τα τεκταινόμενα, μέσα από εμπρηστικά μηνύματα στους προσωπικούς του λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα. Και αυτό που φάνταζε γκροτέσκο στις πρώτες στιγμές της εξουσίας του, έγινε αναμφίβολα τρομακτικό με το ξέσπασμα των συνταρακτικών γεγονότων της Τετάρτης.

Οι «αφιλτράριστες» αναρτήσεις του Τραμπ, που μάλλον είναι πολύ καλύτερα μελετημένες από ό,τι μοιάζουν με την πρώτη ματιά, οδήγησαν εντέλει στην εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο, ο απολογισμός της οποίας μέχρι στιγμής μετρά πέντε νεκρούς, και έφεραν τον αποκλεισμό του από τα κοινωνικά δίκτυα. Οι ειδικοί, όμως, υποστηρίζουν ότι το κλείσιμο αυτών των δημόσιων βημάτων ήρθε πολύ αργά, αφού πρώτα έθρεψε το τέρας του φασισμού, των θεωριών συνωμοσίας και του τυφλού μίσους προς τα ΜΜΕ που θόλωσε τις γραμμές της πραγματικότητας σε τέτοιο βαθμό, ώστε να απαιτείται πολύς καιρός για την αποκατάσταση έστω και μέρους της εμπιστοσύνης των πολιτών των ΗΠΑ, αλλά και του υπόλοιπου πλανήτη στην ενημέρωση.

Τυφλό μίσος προς τους δημοσιογράφους

«Δολοφονήστε τα ΜΜΕ». Αυτό το μήνυμα είχαν χαράξει σε μια πόρτα του Καπιτωλίου λίγο μετά την εισβολή οι υποστηρικτές του Τραμπ. Σε κάθε γωνιά του ιστορικού κτιρίου, δημοσιογράφοι προσπαθούσαν να αποφύγουν τις επιθέσεις, καθώς το εξαγριωμένο πλήθος κατέστρεφε τον εξοπλισμό τους. Ταυτόχρονα, η αστυνομία που κατά τις πρώτες στιγμές της επίθεσης είχε τηρήσει μια μάλλον χαλαρότερη στάση σε σχέση με εκείνη που είχε επιδείξει στις κινητοποιήσεις του Black Lives Matter στη διάρκεια του καλοκαιριού, προσήγαγε αναίτια δύο ρεπόρτερ της Washington Post, οι οποίοι αργότερα αφέθηκαν ελεύθεροι.

Μία εξ αυτών, η Γουίτνι Λίμινγκ, έγραψε στο Twitter:

«Έχω ακούσει πάρα πολλούς συναδέλφους και φίλους δημοσιογράφους που ήταν στο Καπιτώλιο ή γύρω από αυτό σήμερα, να λένε ότι είναι «καλά». Αυτό είναι ψέμα. Δεν είναι καλά, απλώς σπρώχνουν στο περιθώριο τη σωματική και ψυχική τους ασφάλεια για να εστιάσουν στην ιστορία που εκτυλίσσεται μπροστά τους, επειδή ένας από τους σημαντικότερους κανόνες της δημοσιογραφίας είναι ότι η ιστορία δεν έχει να κάνει με σένα. Απλώς σας παρακαλώ να το θυμάστε αυτό και να μην απειλείτε τις ζωές τους, σας ικετεύω».

Από τα fake news στο QAnon

Το μένος των υποστηρικτών του Τραμπ κατά των δημοσιογράφων δεν είναι τυχαίο, ούτε γεννήθηκε μέσα σε μια νύχτα. Από την περίοδο που ακόμη διεκδικούσε την εκλογή του, ένα από τα αγαπημένα συνθήματα του Τραμπ, πλάι στο «Build That Wall» και το «America Fist», ήταν η επαναλαμβανόμενη καταγγελία υποτιθέμενων «Fake News». Την ίδια στιγμή που διέψευδε δημοσιεύματα που στηρίζονταν σε στοιχεία ή μαρτυρίες, ο 25ος πρόεδρος των ΗΠΑ παρουσίαζε τις δικές του, εναλλακτικές «αλήθειες», καλλιεργώντας ένα κλίμα δυσπιστίας στο οποίο θα ευδοκιμούσαν οι συνωμοσιολόγοι του QAnon και του PizzaGate και τους οποίους δεν θα δίσταζε να ενθαρρύνει και να «αξιοποιήσει» ακόμη και αφού καταστάθηκαν σαφείς οι κίνδυνοι της ακραίας παραμόρφωσης της πραγματικότητας.

«Αυτό ακριβώς περιμέναμε να συμβεί», δήλωσε στον Guardian αναφορικά με τα γεγονότα στο Καπιτώλιο ο Μπράιαν Φρίντμπεργκ, έμπειρος ερευνητής του Προγράμματος για την Τεχνολογία και την Κοινωνική Αλλαγή στο Κέντρο Shorenstein του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, που μελετά την ανάδυση κινημάτων όπως το διαβόητο QAnon. «Προκύπτει ευθέως από τον τρόπο δράσης στο internet των διαφορετικών παρατάξεων που ευθύνονται για τα χθεσινά συμβάντα, αλλά και από τις αποτυχίες των πλατφόρμων να τους αντιμετωπίσουν».

Στη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας, οι τεχνολογικές πλατφόρμες δίσταζαν να ελέγξουν τις αναρτήσεις του Τραμπ, παρά το γεγονός ότι παραβίαζε συστηματικά τους κανόνες τους για τη ρητορική μίσους. Πριν καν εκλεγεί ως πρόεδρος, ο Τραμπ χρησιμοποιούσε το Twitter για να διαδώσει τη ρατσιστική του εκστρατεία, ισχυριζόμενος ψευδώς ότι ο Μπαράκ Ομπάμα δεν είχε γεννηθεί στις ΗΠΑ. Ως πρόεδρος, ανάρτησε βίντεο που στοχοποιούσαν μουσουλμάνους στο Twitter, ενώ έγραφε στο Facebook τοποθετούμενος υπέρ της απαγόρευσης εισόδου των μουσουλμάνων στις ΗΠΑ, μια θέση που αποτελεί ξεκάθαρη παραβίαση της πολιτικής της πλατφόρμας κατά της ρητορικής μίσους. Είχε κάνει retweet, διαδίδοντάς το στα δεκάδες εκατομμύρια άτομα που τον ακολουθούν, βίντεο ενός υποστηρικτή του να φωνάζει «λευκή δύναμη», ένα σύνθημα υπέρ της «λευκής ανωτερότητας», μόλις τον περασμένο Ιούνιο. Έχει ενθαρρύνει τη βία κατά των διαδηλωτών του κινήματος Black Lives Matter, αναρτώντας σε πολλαπλές πλατφόρμες μήνυμα που ανέφερε: «Όταν ξεκινά το πλιάτσικο, αρχίζουν και οι σφαίρες».

«Είμαστε οι ειδήσεις»

Η ρητορική του βρήκε στην πάροδο των ετών θερμή ανταπόκριση. Απευθυνόμενος σε ένα κοινό ήδη απογοητευμένο από τη διαφθορά μεταξύ άλλων και στο εσωτερικό των ΜΜΕ, αποσάθρωσε ακόμη περισσότερο τα ψήγματα της εναπομείνουσας εμπιστοσύνης τους, λειαίνοντας το έδαφος όπου θα φυόταν το QAnon, μια θεωρία συνωμοσίας μοναδική τόσο σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο όσο και ως προς την αποκεντρωμένη δομή της.

Εν συντομία, το QAnon προέκυψε στους σκοτεινούς διαδρόμους του 4Chan, μιας πλατφόρμας που αγαπά ιδιαίτερα η αμερικανική ακροδεξιά, όπου ένας χρήστης, με το ψευδώνυμο «Q» έγραψε ανώνυμα ισχυριζόμενος ότι έχει πρόσβαση σε άκρως απόρρητες πληροφορίες. Χρησιμοποιώντας μια γλώσσα που θύμιζε περισσότερο θρησκευτικές προφητείες, μέσα από γρίφους και αλλεπάλληλες ερωτήσεις, υπαινίχθηκε ότι κάποια ισχυρότατη παγκόσμια συνωμοσία έχει καλύψει τον κόσμο με διαφθορά. Στα λεγόμενά του περιλαμβάνονταν απίθανοι ισχυρισμοί: Υπόγειες στρατιωτικές βάσεις την ύπαρξη των οποίων δεν γνωρίζει κανείς, κατανάλωση… αίματος παιδιών από τους Δημοκρατικούς, προκειμένου να μείνουν για πάντα νέοι, αλλά και η υπόσχεση για μια Ημέρα της Κρίσης, όταν όλα αυτά θα αποκαλυφθούν. Μπροστάρης αυτής της υποτιθέμενης σταυροφορίας, δεν ήταν άλλος από τον ίδιο τον Τραμπ.

Ίσως, όμως, το σημαντικότερο χαρακτηριστικό που καθιστά μοναδική την περίπτωση του QAnon, να είναι εκείνο που ξεκινά από τη δομή της για να διαπεράσει και να ορίσει το περιεχόμενό της. Τα μηνύματα του περιβόητου Q, που έκτοτε εξαπλώνονταν σαν ζιζάνια από τη μία υπερ-ανεκτική πλατφόρμα στην επόμενη, συνοδεύονταν από ένα σύνθημα που λειτουργούσε ως προτροπή, και το οποίο ακούστηκε ξανά και ξανά στην εισβολή του Καπιτωλίου: «Εσείς είστε οι ειδήσεις». Μέσα από αυτό, καλούσε τους οπαδούς του όχι μόνο να ερμηνεύσουν τις ασαφείς αποκαλύψεις του, αλλά και να ανταλλάξουν μεταξύ τους πληροφορίες, υποκαθιστώντας τα «συστημικά» ΜΜΕ και αποκαθιστώντας την «αλήθεια».

Έκτοτε, αχανή δίκτυα συνομωσιολόγων εξαπλώνονται μέσω του Telegram, του Parler και άλλων εφαρμογών σε όλο τον κόσμο, οδηγώντας ανησυχητικά συχνά σε ξεσπάσματα βίας. Από τα τσιπαρισμένα εμβόλια, τα… κορονο-5G και την προαναφερθείσα κατανάλωση παιδικού αίματος, μέχρι την υποτιθέμενη νοθεία στις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ, το QAnon επεκτείνεται διαρκώς, απορροφώντας προϋπάρχουσες θεωρίες συνωμοσίας και δημιουργώντας καινούργιες «από τα κάτω».

Οι ακραίες πεποιθήσεις των QAnon δεν ήταν αρκετές προκειμένου ο Τραμπ να τους αποκηρύξει. Ερωτώμενος σχετικά σε συνέντευξή του, ακολούθησε την αγαπημένη του τακτική: Ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει την ύπαρξη του συγκεκριμένου κινήματος, κλείνοντάς του παράλληλα το μάτι. «Δεν γνωρίζω πολλά για αυτό το κίνημα, αλλά από ό,τι καταλαβαίνω με συμπαθούν πάρα πολύ, πράγμα που εκτιμώ», είχε δηλώσει λίγους μήνες νωρίτερα.

Και αυτό το κλείσιμο του ματιού έπαιρνε ακόμη πιο υπόγειες –και ως εκ τούτου επικίνδυνες- μορφές. Η Έμιλι Ντρέιφους, άλλη μια συμμετέχουσα του προγράμματος Τεχνολογίας και Κοινωνικής Αλλαγής του Κέντρου Shorenstein στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, είχε γράψει τον περασμένο Νοέμβριο ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο γνώμης για τα… τυπογραφικά λάθη του απερχόμενου προέδρου στους Times της Νέας Υόρκης. Σύμφωνα με την ανάλυσή της, τα λάθη του Τραμπ, που σε πολλές περιπτώσεις είχαν προκαλέσει τον χλευασμό των πολιτικών αντιπάλων του, όχι απλώς δεν ήταν ακούσια, αλλά αποτελούσαν μέρος μιας σατανικά έξυπνης στρατηγικής. Γράφοντας, για παράδειγμα #BidenCrimeFamiily, με ένα επιπλέον i στο δημοφιλές hashtag των συνωμοσιολόγων, εξέφραζε τη συμφωνία του με τις απόψεις τους, ενώ παράλληλα απέτρεπε το ενδεχόμενο το tweet του να ταυτοποιηθεί από την εταιρεία ως ρητορική μίσους.

Και ήταν ένα πολύ πραγματικό ενδεχόμενο: Το Twitter, λίγο μετά την ανάρτηση του Τραμπ, απενεργοποίησε τη δυνατότητα αναζήτησης του (ορθογραφημένου) hashtag, όπως και την εμφάνιση άλλων αναρτήσεων που το περιλάμβαναν κάνοντας κλικ επάνω του. Στο Facebook, που δεν είχε λογοκρίνει το hashtag, ο Τραμπ το χρησιμοποίησε ορθογραφημένα.

Το «λάθος» του δεν πέρασε απαρατήρητο από τα πλήθη του QAnon, που τον αντιμετωπίζουν ως τον Μεσσία που σύντομα θα κρίνει (τουλάχιστον) τους ζώντας, αν όχι και τους νεκρούς. Έχοντας αδυναμία στην αριθμολογία, προσπάθησαν να ερμηνεύσουν το tweet του σαν να ήταν κάρτα ταρώ, γράφει η Ντρέιφους, μέσα από ατέλειωτες συζητήσεις στο 8kun, ενώ χρησιμοποίησαν τη μορφή με τα δύο ii και στις δικές τους αναρτήσεις.

Μέρος αυτού του διαδικτυακού ποιμνίου συνέθεσε και τον όχλο στο Καπιτώλιο.

«Αυτό που συνέβη αυτή την εβδομάδα είναι προϊόν τεσσάρων χρόνων συστηματικής προπαγάνδας από τον πρόεδρο», δήλωσε στον Guardian η Τζένιφερ Μ. Γκρίγκιελ, αναπληρώτρια καθηγήτρια επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Syracuse με ειδίκευση στα κοινωνικά δίκτυα, τονίζοντας και το νομικό κενό του ελέγχου της προπαγάνδας στο σε μεγάλο βαθμό αχαρτογράφητο ακόμη πεδίο των κοινωνικών δικτύων.

«Σήμερα γίναμε αυτόπτες μάρτυρες βίας στην πρωτεύουσα του κράτους μας, ως ευθύ αποτέλεσμα της παραπληροφόρησης, των θεωριών συνωμοσίας και της ρητορικής μίσους που έχουμε επιτρέψει να εξαπλωθούν σε πλατφόρμες κοινωνικών δικτύων όπως το Facebook, το YouTube, το Twitter και άλλα», εξήγησε από την πλευρά του ο Τζιμ Στέιερ, υπεύθυνος για τον μη κερδοσκοπικό οργανισμό υποστήριξης παιδιών Common Sense Media, που συμμετείχε στην εκστρατεία «Σταματήστε το Μίσος για το Κέρδος», που καλούσε τους διαφημιζόμενους να κάνουν μποϊκοτάζ στο Facebook για τη ρητορική μίσους που επέτρεπε να ανθίσει εντός της πλατφόρμας του. Η καμπάνια κόστισε εκατομμύρια δολάρια στον τεχνολογικό κολοσσό.

«Οι πλατφόρμες κοινωνικών δικτύων πρέπει να λογοδοτήσουν για τη συνενοχή τους στην καταστροφή της δημοκρατίας μας», πρόσθεσε, υποστηρίζοντας ότι η απουσία ουσιαστικού ελέγχου από τα ίδια τα δίκτυα απαιτεί την εισαγωγή νομοθεσίας που θα αντιμετωπίσει τη ρητορική μίσους στο εσωτερικό τους.

Η Γκρίγκιελ πιστεύει ότι η λύση θα πρέπει να είναι πολύ πιο ριζική: «Απαιτείται διακομματική δουλειά. Έχουμε ανάγκη από νομοθεσία που θα εξασφαλίσει ότι κανένας μελλοντικός πρόεδρος δεν θα είναι σε θέση να κάνει τέτοιου είδους προπαγάνδα προς τον αμερικανικό λαό, ποτέ στο μέλλον».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr