Παρότι η επίθεση, εισβολή και κατοχή του Ιράκ το 2003 παρουσιάστηκε ως τρόπος να αποτραπεί ο κίνδυνος από τα – ανύπαρκτα όπως εξαρχής Βρετανία και ΗΠΑ γνώριζαν – «όπλα μαζικής καταστροφής» και ως διαδικασία για να «εξαχθεί» δημοκρατία και οικονομία της αγοράς, η διαδρομή της χώρας ήταν αρκετά πιο προβληματική.

Σε μεγάλο βαθμό η ευθύνη ήταν και των ίδιων των δυτικών δυνάμεων μέσα από επιλογές όπως η αντιμετώπιση συλλήβδην όλων των πρώην μελών του Μπάαθ και του κρατικού μηχανισμού ως εχθρικών δυνάμεων έως την έμμεση πλην σαφή προσπάθεια να προνομιμοποιήσουν το σιιτικό στοιχείο σε βάρος του σουνιτικού, πυροδοτώντας ουσιαστικά μια αιματηρή εμφύλια σύρραξη.

Επιπλέον, το ίδιο το γεγονός της κατοχής, η ιδιαίτερα βίαιη μεταχείριση του ντόπιου πληθυσμού που συχνά αντιμετωπίστηκε συλλήβδην ως εχθρικός και επικίνδυνος επέτεινε ένα κλίμα όχι απλώς δυσπιστίας αλλά και έντονης αντίστασης.

Όλα αυτά απλώς υπογράμμιζαν πόσο εσφαλμένη και προβληματική ήταν εξαρχής η «μεθοδολογία» που ακολουθήθηκε γύρω από την εισβολή και κατοχή, που συνεχίστηκε μέχρι το 2011 όταν αποχώρησε ο κύριος όγκος των αμερικανικών δυνάμεων, αν και έμειναν αρκετές χιλιάδες αμερικανοί σε «συμβουλευτικό» ρόλο προς την κυβέρνηση του Ιράκ

Και βέβαια σε όλα αυτά διαμορφώθηκε το έδαφος όχι απλώς για να δρουν ένοπλες ομάδες αλλά και αυτές να αντιμετωπίζονται, από ένα μέρος του πληθυσμού, ως «δυνάμεις αντίστασης». Ουσιαστικά, διαμορφώθηκε ένα πολύμορφο – και συχνά με διαφορετικές επιδιώξεις  στο εσωτερικό – ένοπλο κίνημα αντίστασης στην αμερικανική κατοχή.

Η εμφάνιση του Ισλαμικού Κράτους

Η αποχώρηση του κύριου όγκου των αμερικανικών στρατευμάτων το 2011 δεν διευκόλυνε την πολιτική μετάβαση ή την ειρήνευση της χώρας. Και ο λόγος ήταν ακόμη δεν είχε μπορέσει να διαμορφωθεί μια εκδοχή δημοκρατικής διακυβέρνησης που να μπορεί να εκπροσωπεί το σύνολο της χώρας και να υπερβαίνει τη διαιρετική γραμμή ανάμεσα στους Σιίτες και τους Σουνίτες, με τους τελευταίους να αισθάνονται ακόμη αδικημένοι.

Μέσα σε αυτό το τοπίο και σε συνδυασμό με τον εμφύλιο πόλεμο στη γειτονική Συρία, εμφανίστηκε και το φαινόμενο του Ισλαμικού Κράτους, που όχι μόνο επιδόθηκε σε μια εξαιρετικά βίαιη δράση (στην περίπτωση των Γιαζίντι γενοκτονική) αλλά και διεκδίκησε να αποκτήσει εδαφικότητα για να εγκαθιδρύσει το «Χαλιφάτο», αποτελώντας μια μείζονα απειλή στη σταθερότητα και την εδαφική ακεραιότητα του Ιράκ.

Ο ρόλος των φιλοϊρανικών ομάδων

Σε εκείνη τη φάση ήταν που αποδείχτηκε καθοριστικός ο ρόλος των Μονάδων Λαϊκής Κινητοποίησης, ένοπλων ομάδων με ιρανική υποστήριξη (ουσιαστικά μέσα από τον «εξωτερικό» μηχανισμό των Φρουρών της Επανάστασης) που είχαν αποφασιστική συμμετοχή στην ήττα του Ισλαμικού Κράτους. Μάλιστα, η ενσωμάτωση αυτών των μονάδων στη δομή (και μισθοδοσία) των Ιρακινών Ενόπλων Δυνάμεων ήταν και ένας τρόπος να αναγνωριστεί ο ρόλος και η σημασία τους.

Όμως, η δολοφονία του Κασίμ Σολεϊμανί, της ηγετικής φυσιογνωμίας των Φρουρών της Επανάστασης, τον Ιανουάριο του 2020, στην Βαγδάτη και ενώ βρισκόταν για επίσημη επίσκεψη, έδειξε ότι οι ΗΠΑ δεν έβλεπαν με καθόλου καλό μάτι την ιρανική επιρροή στο Ιράκ.

Αυτό, με τη σειρά του σήμανε στις προηγούμενες εκλογές της επιρροής που είχαν τα κόμματα που εκπροσωπούσαν ουσιαστικά τις Μονάδες Λαϊκής Κινητοποίησης και την  πολιτική του Ιράν (τη στρατηγική του «άξονα της αντίστασης»).

Την ίδια στιγμή παρέμενε ιδιαίτερα ισχυρή η παρουσία του Μουκτάντα αλ-Σαντρ, ενός δημοφιλούς σιίτη κληρικού, που συνδέθηκε κατεξοχήν με την αντίσταση στην αμερικανική κατοχή αλλά, από ένα σημείο και μετά και την αντίσταση σε κάθε παρουσία και ανάμειξη ξένων δυνάμεων στην πολιτική ζωή του Ιράκ.

Η σημασία των εκλογών του 2021

Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις έπαιξε από ένα σημείο και μετά και η εσωτερική κοινωνική κατάσταση στο Ιράκ. Οι μεγάλες διαδηλώσεις του 2019 έφεραν στο προσκήνιο μια πολύ έντονη κοινωνική δυσαρέσκεια και επιθυμία για πολιτική αλλαγή. Ιδιαίτερη σημασία είχε ότι στην αιματηρή καταστολή των κινητοποιήσεων έπαιξαν ρόλο και οι Μονάδες Λαϊκής Κινητοποίησης, κάτι σε μερίδα του πληθυσμού τις έκανε αντιδημοφιλείς.

Όλα αυτά οδήγησαν στις εκλογές της 10η Οκτωβρίου 2021 όπου ο Σαντρ κατάφερε να δει τις δυνάμεις του να αυξάνονται ενώ τα φιλοϊρανικά κόμματα είδαν σημαντικές απώλειες σε έδρες και έκτοτε διαμαρτύρονται έντονα υποστηρίζοντας ότι τα αρνητικά τους αποτελέσματα ήταν αποτέλεσμα νοθείας στις εκλογές. Μάλιστα, στο πλαίσιο των διαμαρτυριών τους έχουν συγκρουστεί με τις δυνάμεις ασφαλείας  στην «Πράσινη Ζώνη» της Βαγδάτης.

Η σημασία της επίθεσης στον Καντίμι

Όμως, η ένταση κλιμακώθηκε τα χαράματα της 7ης Νοεμβρίου 2021, όταν έγινε επίθεση με τρία drone με εκρηκτικά στην κατοικία του πρωθυπουργού του Ιράκ Μουσταφά αλ-Καντίμι.

Το πρόβλημα ήταν ότι μόλις την προηγουμένη τον είχε απειλήσει ο διοικητής της φιλοϊρανικής ένοπλης ομάδας Ασαΐμπ αλ-Χακ, Καΐς αλ-Καζαλί, ενώ και η ίδια η μεθοδολογία της επίθεσης παρέπεμπε σε επιθέσεις που έχουν κάνει αυτές οι ομάδες.

Από την άλλη, ένα στέλεχος της ένοπλης φιλοϊρανικής ομάδας Καταΐμπ Χεζμπολάχ υπαινίχτηκε ότι την επίθεση την είχε οργανώσει ο ίδιος ο Καντίμι και ότι κανένας δεν είχε κάποιο λόγο να οργανώσει επίθεση εναντίο ενός πρώην πρωθυπουργού, ενώ την επίθεση καταδίκασε και η Ιρανική κυβέρνηση

Ο ίδιος ο Σαντρ δεν έχασε την ευκαιρία να υποστηρίξει ότι η επίθεση ήταν «μια σαφής και ρητή στοχοποίηση του Ιράκ και του λαού του», που επεδίωκε να ωθήσει τη χώρα σε μια κατάσταση χάους που θα επέτρεπαν «να ελεγχθεί από μη κρατικές δυνάμεις και παρεμβάσεις». Ωστόσο, εξακολουθεί να έχει προβλήματα στο να μπορέσει να σχηματίσει μια κυβέρνηση που να έχει το δικό του στίγμα στην περίπλοκη πολιτική γεωμετρία των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Πηγή: in.gr