Σε μια συνηθισμένη εβδομάδα, στον καιρό της αθωότητας – πριν, δηλαδή, από την πανδημία του κοροναϊού – περίπου 15 άτομα ζητούσαν εργασία σε κάποιο από τα κομψά εστιατόρια του Πάτρικ Γουάλεν.

Όμως στη διάρκεια της φετινής χρονιάς, χρειάστηκαν σχεδόν τέσσερις μήνες (από την 1η Ιανουαρίου μέχρι τις 15 Απριλίου) για να συγκεντρωθεί ο ίδιος αριθμός αιτούντων για ένα πολυβραβευμένο εστιατόριο του Γουάλεν στη Νότια Καρολίνα.

«Δεν μιλάμε για έλλειψη προσωπικού. Μιλάμε για ξηρασία», υποστηρίζει ο ίδιος μιλώντας στο CNN.

Τις τελευταίες εβδομάδες, από άκρη σε άκρη των ΗΠΑ κυκλοφορούν ειδήσεις για ελλείψεις προσωπικού σε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς της εστίασης και της φιλοξενίας, καθώς τα περιοριστικά μέτρα χαλαρώνουν και όλο και περισσότεροι εμβολιασμένοι πελάτες αναζητούν ένα τραπέζι σε κάποιο εστιατόριο.

Στα χαρτιά, αυτού του είδους η αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης ακούγεται παράλογη. Η πανδημία ισοπέδωσε τη βιομηχανία της εστίασης, οδηγώντας σε απώλεια 2,5 εκατ. θέσεων εργασίας στα εστιατόρια, σύμφωνα με την Εθνική Ένωση Εστιατορίων. Και μέχρι τον Μάρτιο, τα ποσοστά ανεργίας στον τομέα της εστίασης παραμένουν σχεδόν διπλάσια σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο των ΗΠΑ, σύμφωνα με ομοσπονδιακά στοιχεία.

Αν και ορισμένοι κατηγορούν για αυτή την εξέλιξη τα υψηλότερα και πιο παρατεταμένα επιδόματα ανεργίας, οι εργαζόμενοι των εστιατορίων οι υποστηρικτές τους αλλά και ορισμένοι ιδιοκτήτες, όπως ο Γουάλεν, επισημαίνουν ότι αυτό που έχει πραγματικά συμβεί είναι ότι η πανδημία αποκάλυψε βαθύτερα συστημικά προβλήματα της βιομηχανίας – κυρίως τους ιδιαιτέρως χαμηλούς μισθούς και τις κακές συνθήκες εργασίας.

«Δεν πρόκειται για έλλειψη εργαζομένων, πρόκειται για έλλειψη μισθών», τονίζει στο CNN ο Σαρού Τζαγιαραμάν, διευθυντής του Ερευνητικού Κέντρου για την Εργασία στην Εστίαση στο Πανεπιστήμιο California-Berkeley και πρόεδρος της One Fair Wage, μιας οργάνωσης που έχει ως στόχο την αύξηση του υπο-κατώτατου μισθού που λαμβάνουν οι εργαζόμενοι σε θέσεις που περιλαμβάνουν φιλοδωρήματα.

«Τα εστιατόρια, από τη φύση του και πολύ πριν τον κοροναϊό, ήταν τοξικοί χώροι εργασίας», παραδέχεται ο Γουάλεν. «Είχες ένα τεράστιο μισθολογικό χάσμα μεταξύ των εργαζομένων που εργάζονταν στο πίσω και στο μπροστινό μέρος του καταστήματος. Εκτεταμένα προβλήματα κατάχρησης αλκοόλ και ναρκωτικών. Ζητήματα παρενόχλησης. Είχες εργαζόμενους που ζούσαν κοντά ή ακόμη και κάτω από το όριο της φτώχειας, δουλεύοντας με την ώρα και χωρίς καμιά εξασφάλιση».

Όταν η βιομηχανία κατέρρευσε, η πανδημία απλώς κατέστησε ακόμη πιο ορατά τα προϋπάρχοντα προβλήματα, υπογραμμίζει μιλώντας στο CNN.

«Πόσες φορές θα επιστρέψεις σε κάτι που σου κάνει κακό;» αναρωτιέται χαρακτηριστικά.

Η Αλίσια Μάκλιν, μητέρα ενός 11χρονου και ενός 2χρονου παιδιού, έχασε τη δουλειά της ως μπαργούμαν μετά από επτά χρόνια – και συνειδητοποίησε ότι το να βρει μια άλλη δουλειά στην εστίαση δεν θα ήταν βιώσιμη λύση.

«Σκέφτηκα ότι δεν μπορώ να παίρνω πια τον βασικό μισθό, πρέπει να βρω τρόπο να βγάλω τα διπλάσια», εξηγεί, επισημαίνοντας ότι το κόστος της φροντίδας των παιδιών της κυμαίνεται στα $900 έως $1.200 το μήνα. «Θα πρέπει να μπορώ να τα βγάλω πέρα με τον μισθό μου».

Για πολλά χρόνια, η δουλειά στο κλαμπ όπου εργαζόταν της φαινόταν ιδανική. Σε μια καλή νύχτα, μπορούσε να βγάλει από $300 έως $350 – και τα διπλά σε ειδικές περιστάσεις, όπως τα βράδια μετά το Gay Pride. Ο σύζυγός της εργαζόταν την ημέρα και αναλάμβανε τη φροντίδα των παιδιών τις νύχτες.

Στη διάρκεια της πανδημίας, όμως, όλα άλλαξαν. Τα μπαρ έκλεισαν και τα σχολεία μεταφέρθηκαν στην οθόνη του υπολογιστή, ενώ η Μάκλιν πήρε διαζύγιο.

Τώρα, προσπαθεί να στραφεί σε μια καριέρα δικηγόρου, έχοντας κάνει τα χαρτιά της για μια νομική σχολή, ενώ πριν από δυο εβδομάδες βρήκε δουλειά ως βοηθός δικηγόρου στο Σιάτλ.

«Όσοι δεν έχουν μια εναλλακτική λύση, όπως εγώ, τώρα είναι σε αδιέξοδο», τονίζει.

Τον Μάρτιο του 2020, όταν η Ντομινίκ Μπράουν έχασε τη δουλειά της από το εστιατόριο όπου εργαζόταν, αισθάνθηκε αναλώσιμη.

«Πιστεύω ότι ήταν η συνειδητοποίηση ότι εκατομμύρια εργαζόμενοι στη βιομηχανία αρνούνται να ανεχθούν πλέον τα ψίχουλα που τους δίνονται», εξηγεί η Μπράουν που εγκατέλειψε την εστίαση. «Αξίζουμε έναν αξιοπρεπή μισθό».

Η Μπράουν, που πλέον εργάζεται ως θυρωρός πλήρους απασχόλησης σε μια πολυκατοικία, έλαβε ένα μικρό επίδομα από την One Fair Wage και έκτοτε έχει μετατραπεί σε εκπρόσωπο του οργανισμού, μιλώντας για την εμπειρία της.

Οι δουλειές των εργαζομένων της εστίασης έχουν πλέον αλλάξει, όπως και ο κόσμος γύρω τους, και οι μισθοί τους θα πρέπει να ανταποκρίνονται σε αυτό, εξηγεί η Χάιντι Σίρχολτς, διευθύντρια πολιτικής του αριστερού προσανατολισμού Ινστιτούτου Οικονομικής Πολιτικής.

«Όταν τα εστιατόρια δημοσιεύουν αγγελίες, το κάνουν αυτή τη στιγμή που οι θέσεις αυτές είναι εγγενώς πιο δύσκολες, πιο αγχώδεις σε σχέση με πριν την πανδημία», τονίζει στο CNN. «Οι εργαζόμενοι είναι αναγκασμένοι να αντιμετωπίσουν τους αρνητές της μάσκας, υπάρχουν πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις απολύμανσης κι υγιεινής και οι ίδιες οι δουλειές ενέχουν πολύ μεγαλύτερο κίνδυνο από ό,τι στο παρελθόν».

Παρόλα αυτά, η Σίρχολτς δεν έχει πειστεί ακόμη ότι υπάρχουν στ’ αλήθεια ελλείψεις προσωπικού στα εστιατόρια και άλλους τομείς. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι ώρες εργασίας και η αύξηση των μισθών που έχει καταγραφεί το τελευταίο διάστημα δεν ανταποκρίνονται σε έναν τέτοιο ισχυρισμό.

Οι εταιρείες που υποστηρίζουν ότι δυσκολεύονται να βρουν τους εργαζόμενους που χρειάζονται, σημειώνει σκωπτικά, θα έπρεπε να προσθέτουν και μια διευκρίνιση στους ισχυρισμούς τους: «με τα χρήματα που θέλω να τους πληρώσω».

Όπως εξηγεί, η προσδοκία ότι οι μισθοί θα παραμείνουν στα ίδια επίπεδα με πριν, αγνοεί τις πραγματικότητες της πανδημίας, με κυριότερους παράγοντες που αλλάζουν το τοπίο να είναι η φροντίδα των παιδιών και η αγωνία των εργαζόμενων για την υγεία και την ασφάλειά τους.

Η πραγματικότητα πάντως παραμένει: Αρκετές επιχειρήσεις της εστίασης στις ΗΠΑ δεν καταφέρνουν να ανοίξουν και πάλι τις πόρτες τους παρά την άρση των μέτρων, καθώς δεν μπορούν να βρουν υπαλλήλους. Τώρα πιέζουν τους κυβερνήτες των πολιτειών τους να διακόψουν το πρόγραμμα παράτασης των επιδομάτων ανεργίας, που υιοθετήθηκε λόγω της πανδημίας, προκειμένου να αναγκάσουν τους εργαζόμενους να επιστρέψουν στις θέσεις τους.

Μέχρι στιγμής πάντως, οι μόνοι ιδιοκτήτες εστιατορίων που έχουν καταφέρει να βρουν τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη, είναι εκείνοι που, όπως ο Γουάλεν, επέλεξαν μια άλλη στρατηγική: Αύξησαν τους μισθούς που προσφέρουν και πρόσθεσαν επιπλέον θέλγητρα. Για παράδειγμα, τη δυνατότητα των εργαζομένων που απασχολούνται στην κουζίνα να λαμβάνουν μέρος από τα tips.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr