Γράφει η Λυδία Κρίκη*

Με λιγότερο από έναν μήνα να απομένει για τη διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών στην Αμερική, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην είδηση ότι ο Πρόεδρος Τραμπ προσβλήθηκε από κορωνοιό. Αν όμως δεν είχε υπάρξει η αιφνίδια αυτή εξέλιξη, το πραγματικό νέο της προηγούμενης εβδομάδας θα ήταν ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών βρήκε το προεδρικό debate περισσότερο αποπροσανατολιστικό, παρά διαφωτιστικό. Και πρόκειται για μία διαπίστωση η οποία καλά κρατεί εδώ και αρκετά χρόνια στην Αμερική της υπεραπλούστευσης, του συνθηματικού λόγου και της πολιτικής ευκολίας.

Οι δύο αντίπαλοι για την Προεδρία εξάντλησαν τον τηλεοπτικό τους χρόνο σε μία θορυβώδη φιλονικία δίχως επιχειρήματα και προτάσεις για μία Αμερική που πνίγεται στην ανεργία και τη φτώχεια – μία φιλονικία χαοτική, παιδιάστικη κι εξαντλητική, όπως έγραψε η Libération. Αντί να δώσει το στίγμα του για την επόμενη ημέρα, ο Τραμπ αναλώθηκε σε έναν πόλεμο νεύρων απέναντι στον Μπάιντεν, διακόπτοντάς τον και κοροϊδεύοντας τις απαντήσεις που έδινε, νομίζοντας πως το εριστικό του στιλ υπηρετεί κάποιο λαϊκό θέαμα. Δεν είναι η πρώτη φορά – μόλις πριν από λίγους μήνες ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου δήλωνε πως ο Πρόεδρος Τραμπ έχει μία εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ «η οποία δεν του αναγνωρίζεται από τους δημοσιογράφους».

Ψήγματα αλήθειας

Και, παρ’ όλη την προκλητικότητα μίας δήλωσης που αγνοεί τη βαρύτητα των γεγονότων που πλήττουν μία χώρα στο χείλος της οικονομικής κατάρρευσης, η φράση ίσως περιέχει ψήγματα αλήθειας. Όπως διαπίστωσαν οι ψηφοφόροι για μία ακόμη φορά στο debate, κάθε φορά που καλούνται να παρακολουθήσουν μία ομιλία του Προέδρου, συμμετέχουν μάλλον σε διαδραστική παράσταση stand-up κωμωδίας, παρά σε έναν λόγο πολιτικού με την παραδοσιακή έννοια του όρου.

Ο Πρόεδρος στο μεγαλύτερο μέρος των ομιλιών του καταφεύγει σε ένα δήθεν αυθόρμητο τσίρκο από αστεία, λογοπαίγνια, συνθήματα, παραλογισμούς και μιμήσεις που, παρ’ ότι προκαλούν εντύπωση και ξεσηκώνουν αντιδράσεις, εξαντλούν το πολιτικό διάλογο στο επίπεδο των χαρακτηρισμών και των χοντροκομμένων λεκτικών επιθέσεων. Μόλις πρόσφατα εντοπίστηκε να αποκαλεί δημόσια την Ελίζαμπεθ Γουώρεν, πρώην υποψήφια για την Προεδρία, «Ποκαχόντας» λόγω της επιλογής της να τονίσει την ινδιάνικη καταγωγή της, και τον τωρινό αντίπαλό του Τζο Μπάιντεν ως ο «ένα τοις εκατό», αναφερόμενος υποτίθεται στα ποσοστά του στις κάλπες. Άκομψες και αποπροσανατολιστικές τοποθετήσεις, που φαίνεται να δικαιώνουν το στερεότυπο που θέλει το αμερικανικό χιούμορ απλουστευτικό, χοντροκομμένο και προσβλητικό. Και αν για τον Πρόεδρο Τραμπ το χιούμορ αποτελεί έναν ακόμη λόγο ώστε όλοι να λατρεύουν να τον μισούν, δεν ισχύει το ίδιο για μία άλλη, πιο αγαπητή φιγούρα της αμερικανικής πολιτικής σκηνής, τον Μπαράκ Ομπάμα.

Το όπλο του Ομπάμα

Ο Ομπάμα επίσης χρησιμοποιούσε το χιούμορ σαν όπλο στην πολιτική του φαρέτρα, ωστόσο αυτό ερμηνευόταν τελείως διαφορετικά. Τα αστεία του χρησίμευαν σαν εργαλεία γοητείας και επίδειξης ευφυίας, καθώς και σαν έμμεσος τρόπος προώθησης της ατζέντας του. Και παρά το γεγονός πως στον πρώην Πρόεδρο όλοι είναι πρόθυμοι να συγχωρήσουν πολλά, είναι αλήθεια πως κι εκείνος πολλές φορές έχανε το στόχο και λειτουργούσε περισσότερο σαν πρόθυμος σόουμαν, παρά σαν πολιτικός στον πιο υπεύθυνο θώκο του πλανήτη. Τα αμερικανικά μέσα τον είχαν χαρακτηρίσει «comedian-in-chief» (σε ελεύθερη μετάφραση κάτι σαν «ο επικεφαλής κωμικός»), και ήταν ο πρώτος Πρόεδρος που πέρασε από εκπομπή late night ζώνης.

Κι εδώ ερχόμαστε στο έτερο σκέλος της μεγάλης παρεξήγησης που εμπλέκει πολιτική και κωμωδία στις ΗΠΑ: στις εκπομπές late night, οι οποίες λειτουργούν ως κάτι μεταξύ πεδίου δημοκρατικού ελέγχου και βήματος έκφρασης ιδεών. Στην Αμερική, από όπου και προήλθε το είδος, οι εκπομπές που προβάλλονται μετά τα μεσάνυχτα λειτουργούν προσωποπαγώς, εστιάζοντας στην ιδιοσυγκρασία του οικοδεσπότη κωμικού, ο οποίος σχολιάζει την επικαιρότητα με κωμικούς μονολόγους, βινιέτες, ακόμη και τραγούδια.

Στην πάροδο των χρόνων ο σχολιασμός των ειδήσεων της ημέρας άρχισε να γίνεται το πιο κεντρικό κι ενδιαφέρον κομμάτι της εκπομπής, και για κάποιους παρουσιαστές αυτό έφτασε να είναι το σήμα κατατεθέν τους.

Ο ευρείας αποδοχής John Oliver αφιερώνει όλη του την εκπομπή στην ανάδειξη διαφόρων πολιτικών θεμάτων αναμειγνύοντας στη σατιρική του ανάλυση ιστορία, οικονομία και διεθνείς σχέσεις, μαζί με δηκτικά αστεία και ακατάλληλη φρασεολογία. Ωστόσο, όταν το Vanity Fair κατέληξε στη διαπίστωση ότι ο Oliver απολαμβάνει μεγαλύτερης εμπιστοσύνης από πολιτικούς αναλυτές και δημοσιογράφους στις ΗΠΑ ή και αλλού, ο ίδιος αρνήθηκε το ρόλο του δημοσιογράφου, δηλώνοντας απλώς ένας κωμικός.

Ποιον εμπιστεύονται

Παρ’ όλα αυτά οι Αμερικανοί (και κυρίως ο υπόλοιπος πλανήτης) επιλέγουν κυρίως τέτοιου είδους εκπομπές για να ενημερωθούν για κυβερνητικά μέτρα, οικονομικές επιπτώσεις και διεθνείς εξελίξεις, και κυρίως, για να ακούσουν την κριτική απέναντι σε αυτές τις πολιτικές επιλογές. Με λίγα λόγια, μεγάλο μέρος των πολιτών έχει καταλήξει να εμπιστεύεται έναν τηλεοπτικό θεσμό ως μηχανισμό ελέγχου της εξουσίας, ή ως τον κατεξοχήν αρμόδιο για αποκάλυψη σκανδάλων, υπόδειξη λαθών και στηλίτευση κατάχρησης εξουσίας. Το αμερικανικό σύνταγμα προβλέπει ένα σύστημα από ασφαλιστικές δικλείδες («checks and balances»), σχεδιασμένο έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι κανένας από τους τρείς βραχίονες εξουσίας (εκτελεστική, νομοθετική ή δικαστική) δε θα γίνει υπερβολικά ισχυρός· η καθεμία εξουσία ελέγχει συγκεκριμένο τμήμα των αρμοδιοτήτων, ώστε καμία να μην μπορεί να ρέπει στην εκμετάλλευση δύναμης, το ίδιο το σύστημα, δε, περιλαμβάνει διαφόρων τύπων περιορισμούς και ελέγχους, ώστε να αποφευχθούν μορφές τυραννίας ή δεσποτισμού.

Σε μία δημοκρατία που ο έλεγχος της εξουσίας έχει γίνει εν πολλοίς προσχηματικός (η δίκη για την καθαίρεση του Τραμπ με την κατηγορία της παρεμπόδισης του έργου του Κογκρέσου κατέληξε σε φιάσκο), οι εκπομπές λόγου τείνουν να πάρουν τη θέση του δημόσιου κατήγορου. Και τι διαφορά έχει αυτό από μία πολιτική εκτροπή; Τα ΜΜΕ είναι υποχρεωμένα να ψέγουν την εξουσία. Αν όμως φτάσουν να υποκαθιστούν τα συνταγματικά όργανα ελέγχου της, τότε η εποχή της μιντιοκρατίας έχει χειρότερα αποτελέσματα από αυτά που πιστεύουμε.

*Δικηγόρος, ΜΔΕ Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου

Γράψτε το σχόλιό σας

Πηγή: in.gr