Kόπωση, αναπνευστικά προβλήματα, αδυναμία συγκέντρωσης, «θολή» σκέψη.

Είναι μόνο μερικά από τα αναφερόμενα επίμονα συμπτώματα που μπορεί να συνεχίσουν να ταλαιπωρούν νοσήσαντες από κοροναϊό, ακόμη και μήνες μετά την ανάρρωσή τους.

Πρόκειται για το λεγόμενο σύνδρομο «long Covid», από το οποίο πάσχουν ένας στους τρεις ασθενείς που νοσηλεύτηκαν με κοροναϊό, έως και ένα χρόνο αργότερα, σύμφωνα με πρόσφατη βρετανική μελέτη.

Πρόκειται πρακτικά για μια δεύτερη πτυχή της πανδημίας, η οποία δεν έχει ακόμη επαρκώς μελετηθεί.

Όχι μόνο από ιατρικής, αλλά και από οικονομικής πλευράς.

Την τελευταία αυτή παράμετρο επιχειρεί να φωτίσει ανάλυση του Ινστιτούτου Brookings, συμπεριλαμβάνοντας την long Covid στη δυσεπίλυτη «εξίσωση» της τρέχουσας έλλειψης εργατικού δυναμικού στις ΗΠΑ.

«Γνωρίζουμε ελάχιστα για αυτούς τους ανθρώπους: πόσοι είναι, γιατί παραμένουν άρρωστοι ή ποιος είναι ο αντίκτυπος στη ζωή τους», γράφει για τους πάσχοντες από το σύνδρομο η Κέτι Μπαχ, ανώτερη συνεργάτιδα στο Brookings Metro.

Λόγω αυτών των γνωστικών κενών, τονίζει, υπάρχει επίσης ελλιπής ακόμη αποτίμηση της οικονομικής επιβάρυνσης από την long Covid και τον βαθμό, στον οποίο αυτή επιτείνει την έλλειψη προσωπικού.

Εμπόδιο στην εργασία

Σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC) των ΗΠΑ, έως τον Οκτώβριο του 2021 περισσότεροι από 100 εκατομμύρια Αμερικανοί ηλικίας μεταξύ 18 και 64 ετών είχαν COVID-19.

Μελέτες υποδηλώνουν ότι έως και το 33% εξ αυτών συνέχισαν να παρουσιάζουν συμπτώματα μήνες μετά την ανάρρωσή τους. Κοντολογίς, περίπου 31 εκατομμύρια Αμερικανοί σε παραγωγική ηλικία -ένας στους επτά επί του συνόλου των εργαζομένων στις ΗΠΑ- μπορεί να έχουν αντιμετωπίσει ή να αντιμετωπίζουν τώρα long Covid.

Με αυτά τα δεδομένα και λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα δύο ερευνών σε ασθενείς με το σύνδρομο -οι οποίες κατέδειξαν αντίστοιχα ότι το 23% και το 28% ήταν εργασιακά ανενεργοί εξαιτίας των συμπτωμάτων-, η Μπαχ επισημαίνει ότι περίπου 1,1 εκατομμύρια Αμερικανοί μπορεί να βρίσκονταν ανά πάσα στιγμή εκτός εργασίας.

«Επιπλέον, ορισμένοι ασθενείς με COVID-19 μείωσαν τις ώρες εργασίας, αντί να πάρουν άδεια», αναφέρει: περίπου το 46%, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Lancet.

Πρακτικά, πρόκειται για επιπλέον 2,1 εκατομμύρια εργαζόμενους.

Ακόμη κι εάν αυτοί μείωναν το ωράριο μόνο κατά ένα τέταρτο, «αυτό θα αύξανε τον αντίκτυπο στην αγορά εργασίας σε ισοδύναμο 1,6 εκατομμυρίων εργαζομένων πλήρους απασχόλησης», παρατηρεί η Μπαχ.

«Με άλλα λόγια, σύμφωνα με λογικές υποθέσεις και βάσει των διαθέσιμων δεδομένων, η lond Covid θα μπορούσε να αριθμεί το 15% των 10,6 εκατομμυρίων κενών θέσεων εργασίας» που καταγράφονται σήμερα στις ΗΠΑ.

Προς το παρόν, ωστόσο, είναι μόνο υπόθεσεις, καθώς δεν υπάρχουν επίσημες λεπτομερείς καταγραφές.

«Μέχρι να έχουμε δεδομένα από ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα, που να αποτυπώνει με ακρίβεια τον βαθμό των επιπτώσεων στο εργατικό δυναμικό», προειδοποιεί η Λίζα Μακόρκελ, συνιδρύτρια του Patient-Led Research Collaborative, «οι οικονομολόγοι και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής είναι πιθανό να μην θεωρήσουν την long Covid ως οικονομικό ζήτημα ή να αναγνωρίσουν τη σοβαρότητά του».

Η συντάκτρια της ανάλυσης συμφωνεί. Τα καλύτερα δεδομένα μπορούν να οδηγήσουν σε καλύτερες προβλέψεις για την εξέλιξη της αγοράς εργασίας, τονίζει η Μπαχ.

Μπορεί επίσης να ωθήσει την κυβέρνηση να βελτιώσει τις παραμέτρους, ώστε τα άτομα με long Covid να μπορούν εξασφαλίσουν επιδόματα -αναφέρει- και να διαθέσει περισσότερα κονδύλια στην έρευνα για την long Covid και την ιατρική περίθαλψη των πασχόντων.

Πηγή: in.gr