Μετά το τέλος του «ελληνικού δράματος», οι Ευρωπαϊκοί θεσμοί δεν αναμετρήθηκαν ξανά με μεγάλες και δραματικές στιγμές έντασης. Με έναν τρόπο η ΕΕ έδειξε να επιστρέφει στην πεπατημένη των τεράστιων και μακρόσυρτων διαπραγματεύσεων, που δεν επιταχύνονται παρά μόνο αφού παρέλθει η «ύστατη στιγμή», και την λογική ότι όταν δεν μπορείς να αποφασίσεις για κάτι μπορείς απλώς να πεις ότι συνεχίζεις να το συζητάς, ακόμη και εάν αυτό σημαίνει τελετουργίες διαλόγου και διαπραγμάτευσης χωρίς πραγματικό ορίζοντα.

Όμως, φαίνεται ότι πλέον το κέντρο της δραματικότητας μετατοπίστηκε από τον Ευρωπαϊκό Νότο προς τις χώρες της διεύρυνσης. Γιατί όπως και να το πει κανείς το να υπάρχει αντιπαράθεση σε έντονους τόνους ανάμεσα στην επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τον πρωθυπουργό ενός κράτους-μέλους ενώπιον του Ευρωκοινοβουλίου δεν είναι η συνηθέστερη εικόνα στην Ευρώπη.

Ιδίως από τη μια πλευρά ουσιαστικά διατυπώνονται απειλές για ενεργοποίηση των «πειθαρχικών» μηχανισμών των Ευρωπαϊκών Συνθηκών και από την άλλη τίθεται το ερώτημα εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει μια ένωση κυρίαρχων κρατών.

Κοντολογίς, μια αντιπαράθεση που φέρνει στο προσκήνιο τη δομική, «υπαρξιακή» σχεδόν, αντίφαση που εξαρχής διαπερνούσε το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης: το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με μια διαδικασία που στον πυρήνα της έχει σημαντικές απαιτήσεις εκχώρησης κυριαρχίας, την ίδια ώρα που επίσης στον πυρήνα της παραμένει ένωση κυρίαρχων κρατών.

Το επίδικο της αντιπαράθεσης Πολωνίας και ΕΕ

Η Πολωνία είναι μια χώρα που έχει βρεθεί στο στόχαστρο των ευρωπαϊκών θεσμών κυρίως σε σχέση με θέματα «κράτους δικαίου». Η χώρα κυβερνάται από μια αρκετά συντηρητική και μάλλον αυταρχική εκδοχή κεντροδεξιάς που φαίνεται ότι επιδιώκει να διαμορφώσει όρους ελέγχου κρίσιμων πλευρών του κρατικού μηχανισμού και ιδίως των δικαστηρίων. Η ίδια η Πολωνική κυβέρνηση αρνείται τέτοιες αιτιάσεις και υποστηρίζει ότι απλώς θέλει να ολοκληρώσει την «αποκομμουνιστικοποίηση» κρίσιμων θεσμών των δικαστηρίων.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να υποδείξει στα κράτη μέλη τι είδους νόμους θα ψηφίζουν. Όμως με βάση τις συνθήκες της Ένωσης απαιτεί από τα κράτη μέλη να σέβονται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, την ελευθερία, τη δημοκρατία, την ισότητα, το κράτος δικαίου και τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες.

Ταυτόχρονα υπάρχει το Ενωσιακό Δίκαιο: και ήδη από το 1964 το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πλέον Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης) είχε αποφασίσει σαφώς υπέρ της προτεραιότητας του Ευρωπαϊκού Δικαίου έναντι του Εθνικού. Αντίστοιχα, η ίδια η λειτουργία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε αυτή των προτεραιότητα έναντι του εθνικού δικαίου, ιδίως σε θέματα που αφορούν την Ένωση, στηρίζεται. Αυτό σημαίνει έναν μηχανισμό προσαρμογής διαρκούς των εθνικών νομοθεσιών στο «κοινοτικό κεκτημένο».

Στην περίπτωση της Πολωνίας η «πέτρα του σκανδάλου» αφορούσε μια σειρά από μεταρρυθμίσεις στο δικαστικό σύστημα που ουσιαστικά περιόριζαν την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και έδιναν στην εκτελεστική εξουσία δυνατότητες να διορίζει δικαστές, περιόριζαν την ελευθερία του λόγου και της έκφρασης των δικαστικών λειτουργών και ενεργοποιούσαν πειθαρχικές διαδικασίες ενάντια σε μη αρεστούς δικαστές.

Οι υποθέσεις αυτές έφτασαν τόσο στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όσο και στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που με τις αποφάσεις τους έκαναν σαφές ότι υπάρχει ζήτημα παραβίασης θεμελιωδών αρχών της ίδιας της Ένωσης. Και αυτό γιατί το να περιορίζονται οι δυνατότητες δικαστικής επερώτησης και κρίσης αποφάσεων συγκρούεται με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Με αυτή την έννοια δεν αφορά τις εθνικές αποφάσεις για το δικαστικό σύστημα, αλλά την υποχρέωση αποδοχής του πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι αποφάσεις αυτές προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις από τη μεριά της πολωνικής κυβέρνησης. Η απάντηση ήρθε με τη μορφή μιας απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας που με αφορμή αυτές τις υποθέσεις έκρινε ότι το εθνικό Σύνταγμα έχει προτεραιότητα έναντι του Ευρωπαϊκού Δικαίου.

Μια αμφισβήτηση του τρόπου που συγκροτείται η Ένωση

Σύμφωνα με την απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας – που θεωρείται προσκείμενο στην κυβέρνηση της χώρας – τέσσερις προβλέψεις της Συνθήκης της Ένωσης συγκρούονται με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και δεν μπορούν να υπερισχύουν του εθνικού δικαίου. Αυτές είναι οι ακόλουθες:

– Η πρόβλεψη στο άρθρο 1 για την ακόμη στενότερη ένωση ανάμεσα στους λαούς της Ευρώπης.

– Η παράθεση των βασικών αρχών της Ένωση στο άρθρο 2 που αφορά την υποχρέωση σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτος δικαίου και τον σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων των προσώπων που ανήκουν σε μειονότητες.

–  Η αρχή της «ειλικρινούς συνεργασίας» στο άρθρο 4.3

– Το άρθρο 19 για την καθιέρωση των Ευρωπαϊκών Δικαστηρίω.

Κατά τη γνώμη των συγκεκριμένων Πολωνών δικαστών τα άρθρα 1 και 4 επιτρέπουν στην Ένωση να δρα πέρα από τα όρια των αρμοδιοτήτων που εκχώρησε η Πολωνία υπογράφοντας τις συνθήκες της Ένωσης, ενώ μέσα από την επίκληση των άρθρων 19 και 2 τα ευρωπαϊκά δικαστήρια παρανόμως θεώρησαν ότι μπορούν να είναι υπέρτερα του Πολωνικού Συντάγματος.

Τη θέση της πολωνικής κυβέρνησης αποτύπωσε τη Δευτέρα 18 Οκτωβρίου ο Πολωνός Πρωθυπουργός Ματέους Μοραβιέτσκι  που υποστήριξε ότι « σήμερα αντιμετωπίζουμε ένα πολύ επικίνδυνο φαινόμενο όπου διάφοροι ευρωπαϊκοί θεσμοί σφετερίζονται εξουσίες τις οποίες δεν έχουν από τις συνθήκες και επιβάλλουν τη θέλησή τους στα κράτη-μέλη».

Η απάντηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: το ερώτημα των κυρώσεων

Απέναντι σε αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και η επικεφαλής της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν έχουν υιοθετήσει μια σκληρή γλώσσα κατηγορώντας την Πολωνία ότι αμφισβητεί τα θεμέλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Γι’ αυτό και ανέφερε ότι οι Βρυξέλλες έχουν τρία εργαλεία στα χέρια τους: τη δικαστική προσφυγή, την παρακράτηση δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων Ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων (γιατί το Ταμείο Ανάκαμψης έχει και μια εκδοχή «ρήτρας τήρησης του κράτους δικαίου») και τη διαδικασία που στερεί βασικά δικαιώματα από ένα κράτος μέλος (τη διαδικασία του άρθρου 7 της Συνθήκης της Ένωσης).

Μάλιστα, ήδη ο Ολλανδός πρωθυπουργός Μαρκ Ρούτε δήλωσε ότι η κυβέρνησή του είναι αντίθετη στην εκταμίευση των 36 δισεκατομμυρίων ευρώ που αναλογούν στην Πολωνία από το Ταμείο Ανάκαμψης. Άλλωστε, ο Ρούτε αυτή την περίοδο λειτουργεί εν πολλοίς ως αιχμή του δόρατος ενάντια σε όσες κυβερνήσεις εκτιμά ότι δεν είναι αρκούντως φιλελεύθερες.

Βεβαίως, το εάν και σε ποιο βαθμό θα επιλεγούν συγκεκριμένες κυρώσεις είναι τελικά μια πολιτική απόφαση που θα εξαρτηθεί από το εάν διαμορφωθεί ανάλογος συσχετισμός στο εσωτερικό της ΕΕ. Παρότι υπάρχουν χώρες και «πολιτικές οικογένειες» που θα ήθελαν να «σταλεί ένα μήνυμα» και άλλες που θα προτιμούσαν μια πιο ρεαλιστική και κατευναστική προσέγγιση στο όνομα της διατήρησης της συνοχής της ένωσης σε μια κρίσιμη και μεταβατική στιγμή.

Το ευρωπαϊκό δίλημμα

Παρότι δείχνει να διαμορφώνεται μια ευρύτερη συναίνεση για την αρνητική αντιμετώπιση της Πολωνίας, όπως και άλλων χωρών που θεωρείται ότι δεν συμμορφώνονται με τους κανόνες κράτους δικαίου της ΕΕ, εντούτοις στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με μια αντίφαση που διαπερνά την ίδια την ΕΕ.

Αρκεί να αναλογιστούμε ότι το 2020 ήταν το ίδιο το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας που έκρινε πως όταν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης θεώρησε ότι ήταν νόμιμη η αγορά ομολόγων από την ΕΚΤ, στην πραγματικότητα αποδέχτηκε κάτι που υπερέβαινε την εντολή της ΕΚΤ.

Γι’ αυτό τον λόγο και θεωρήθηκε μια απόφαση που αμφισβητούσε ταυτόχρονα και την ανεξαρτησία της ΕΚΤ και την αρμοδιότητα του Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακολουθώντας μια παγιωμένη αντίληψη στη Γερμανία ότι υπάρχουν όρια στην εκχώρηση αρμοδιοτήτων προς την ΕΕ.

Και βέβαια ανάμεσα στο απορριφθέν Ευρωσύνταγμα και την τελικώς υιοθετηθείσα Συνθήκη της Λισαβόνας αφαιρέθηκε και η αρχική ρητή αναφορά στην προτεραιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαίου, δημιουργώντας ένα πεδίο πραγματικών αμφισημιών και περιθωρίων για διαφορετικές ερμηνείες.

Άλλωστε, όπως φάνηκε και από τις έντονες αντιπαραθέσεις γύρω από το Ταμείο Ανάκαμψης και τη δυνατότητα να δανείζεται η ΕΕ και όχι απλώς τα κράτη-μέλη, υπάρχει πάντα μια μεγάλη καχυποψία απέναντι στο βάθεμα της ενοποίησης ακόμη και από χώρες του πυρήνα.

Ας μην ξεχνάμε ότι ενώ στην ΕΕ θεωρείται υποχρεωτική η δημοσιονομική πειθαρχία και η προτεραιότητα μιας ορισμένης εκδοχής δημοσιονομικής πολιτικής (που με το πλέγμα πρακτικών του Συμφώνου Σταθερότητας καθίσταται γίνεται αναπόδραστη), έννοιες όπως η «μεταβιβαστική ένωση» (δηλαδή η αναδιανομή σε επίπεδο ένωσης για την πραγματική σύγκλιση) ή η «αμοιβαιοποίηση του χρέους», εξακολουθούν να αποτελούν αναθέματα.

Ούτε ήταν τυχαία η δυσκολία στην πραγματική έκφραση «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης» σε διάφορες στιγμές ή το γεγονός ότι μιλάμε για δημοσιονομική ενοποίηση αλλά κανείς δεν συζητά ένα ευρωπαϊκό «κοινωνικό κράτος.

Όλα αυτά δείχνουν μια διαδικασία ενοποίησης εξαιρετικά άνιση, με διαφορετικούς ρυθμούς θεσμικής και οικονομικής σύγκλισης και με αντικρουόμενους κανόνες ως προς τα ζητήματα της κυριαρχίας, με άλλες πλευρές της ενοποίησης να προϋποθέτουν μεγάλες εκχωρήσεις κυριαρχίας και άλλες να επιτρέπουν πλήρη αναδίπλωση στον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας, με αποτέλεσμα η Ευρωπαϊκή Ένωση να μπορεί να απαιτεί κοινές φορολογικές πρακτικές αλλά όχι για παράδειγμα αναγνώριση του δικαιώματος στην άμβλωση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο (εξ ου και ότι η ΕΕ δεν έκανε επί της ουσία κάτι για να αποτρέψει την επιβολή απαγόρευσης των αμβλώσεων στην Πολωνία).

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr