Η Οριάνα Φαλάτσι ήταν Ιταλίδα δημοσιογράφος, ανταποκρίτρια πολέμου και συγγραφέας. Είχε πάρει συνεντεύξεις από τις πιο πολυσυζητημένες προσωπικότητες της εποχής της, μεταξύ των οποίων ο Αγιατολάχ Χομεϊνί, Χένρι Κίσινγκερ ,Φεντερίκο Φελίνιι η λίστα συνεχίζεται. Ευφυέστατη, ετοιμόλογη, επιθετική στην δουλειά της, αλλά τρυφερή και στοργική στο γράψιμό της, στην πένα της.

To 1975, εξέδωσε ένα κείμενο-σταθμό στην καριέρα της και στις βιβλιοθήκες γυναικών από όλον τον κόσμο.

Το “Γράμμα σε ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ” σημείωσε χιλιάδες πωλήσεις και δεκάδες μεταφράσεις παγκοσμίως.

Ήταν μόλις δύο χρόνια πριν, το πολύ σημαντικό για την Ελλάδα έτος 1973, όταν η Φαλάτσι κλείνει μία συνέντευξη με τον Αλέξανδρο Παναγούλη.

Ο Παναγούλης μόλις αποφυλακίστηκε τότε- βρισκόταν υπό κράτηση με πρωτοφανή βαρβαρότητα από τον Αύγουστο του 1968 όταν οργάνωσε την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου στο 31ο χιλιόμετρο της παραλιακής οδού Αθήνας – Σουνίου.

Φαλάτσι και Παναγούλης ερωτεύονται κεραυνοβόλα και μένουν  μαζί μέχρι τον θάνατο του Παναγούλη το 1976.

Φημολογείται πως το έργο “Γράμμα σ’ένα παιδί που δεν γεννήθηκε ποτέ”, είναι αυτοβιογραφικό. Συγκεκριμένα, το βιβλίο είναι ο άτυπος διάλογος μιας νέας,εργαζόμενης, επιτυχημένης και ανεξάρτητης γυναίκας, η οποία μένει έγκυος και αναμετράται με τις δυνάμεις της σχετικά με το αν είναι άξια να γίνει μητέρα ή όχι.

Σύμφωνα με τους περισσότερους αναλυτές, πρόκειται για το παιδί που θα μπορούσε να έχει η Φαλάτσι με τον Παναγούλη, μιας και η αφήγηση μοιάζει  να “φωτογραφίζει” το ζευγάρι.

Εκτός από την αγάπη, τους ένωναν οι κοινές τους πολιτικές πεποιθήσεις και ο ατελείωτος έρωτας για την ζωή-δεν απέκτησαν ποτέ παιδί

Δείτε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

Σου είπα ήδη ότι δεν σε χρειάζομαι. Αλλά θα σε μεγαλώσω, είτε σ’ αρέσει, είτε όχι. Θα σου επιβάλω την ίδια υπεροψία που επιβλήθηκε και σ` εμένα, στους γονείς μου, στους παππούδες μου, στους παππούδες των παππούδων μου· μέχρι το πρώτο ανθρώπινο πλάσμα που γεννήθηκε από ανθρώπινο πλάσμα, είτε του άρεσε, είτε όχι. Ίσως αν του ή της ζητούσαν να επιλέξει, να φοβόταν και να έλεγε “Όχι, δεν θέλω να γεννηθώ”.

Μα κανείς δεν ζήτησε τη γνώμη του και έτσι γεννήθηκε και έζησε και πέθανε, αφού έφερε στον κόσμο ένα ακόμα ανθρώπινο πλάσμα από το οποίο δεν ζήτησε να επιλέξει, και αυτό με τη σειρά του έκανε το ίδιο, επί εκατομμύρια χρόνια μέχρι εμάς, και κάθε φορά ήταν η ίδια υπεροψία, χωρίς την οποία δεν θα υπήρχαμε. Κουράγιο, μικρό μου. Νομίζεις ότι ο σπόρος ενός δέντρου δεν χρειάζεται κουράγιο, όταν τρυπάει τη γη και φυτρώνει; Αρκεί μια ριπή του ανέμου για να τον ξεριζώσει, το ποδαράκι ενός ποντικού για να τον τσακίσει.

Κι όμως, φυτρώνει και αντιστέκεται και μεγαλώνει ρίχνοντας κι άλλους σπόρους.Και γίνεται ένα δάσος. Αν μια μέρα φωνάξεις “Γιατί με έφερες στον κόσμο, γιατί;”, θα σου απαντήσω: “Έκανα αυτό που κάνουν και έκαναν τα δέντρα για εκατομμύρια εκατομμυρίων χρόνων πριν από μένα, και πίστευα ότι έκανα καλά”.

“…Εδώ έξω, αντίθετα θα έχεις χίλια αφεντικά. Κι εγώ θα είμαι το πρώτο αφεντικό σου, μια και θα σου επιβάλω, άθελά μου και δίχως καν να το συνειδητοποιώ, εκείνα που για μένα είναι σωστά, αλλά όχι και για σένα. Να, ας πούμε, αυτά τα όμορφα παπουτσάκια. Εγώ τα βρίσκω ωραία, εσύ όμως; Θα φωνάξεις, θα ουρλιάξεις, όταν θα σου τα φορέσω. Θα σου φέρουν απόγνωση, είμαι βέβαιη.

Μα εγώ, έτσι κι αλλιώς, θα στα φορέσω, επιμένοντας ότι δίχως αυτά θα κρυολογήσεις. Κι εσύ σιγά-σιγά, θα συνηθίσεις. Δαμασμένο θα φτάσεις στο σημείο να υποφέρεις όταν δεν θα τα φοράς. Και αυτή θά’ναι η αρχή μιας ατέλειωτης αλυσίδας καταναγκασμών. Κι εμένα θα με θεωρείς τον πρώτο κρίκο της, μια που δε θα μπορείς να ζήσεις χωρίς τη βοήθειά μου. Εμένα που θα σε θρέφω, εμένα που θα σε ντύνω, εμένα που θα σε πλένω, εμένα που θα σε παίρνω στην αγκαλιά μου.

Έπειτα θ’ αρχίσεις να περπατάς μόνο σου, να τρως μόνο σου, ν’ αποφασίζεις μόνο σου που θα πας και πότε θα πλυθείς. Τότε θα ξεπηδήσουν νέοι καταναγκασμοί. Οι συμβουλές μου. Οι διδασκαλίες μου. Οι παραινέσεις μου. Ο ίδιος σου ο φόβος μήπως με κάνεις να πονέσω, αν πράξεις διαφορετικά από ό,τι σε δίδαξα. Και θα σου φανεί ατέλειωτος ο καιρός, ώσπου να σ’ αφήσω να φύγεις, σαν τα πουλιά που τα διώχνουν από τη φωλιά οι γονείς τους μόλις μάθουν να πετάνε.

Μα θα έρθει επιτέλους η στιγμή που θα σ’ αφήσω να φύγεις, να διασχίσεις μόνο σου το δρόμο, με κόκκινο φως. Και μάλιστα θα σε σπρώξω. Χωρίς η πράξη μου ν’ αυξήσει την ελευθερία σου, μια και θα σε δένει μαζί μου η σκλαβιά της τρυφερότητάς μου, η σκλαβιά της μεταμέλειάς σου. Είναι αυτό που ονομάζεται καμιά φορά σκλαβιά της οικογένειας.”

Από πάνω μου υπάρχει ένα λευκό ταβάνι και δίπλα μου, μέσα σ’ένα ποτήρι, είσαι εσύ. Δεν ήθελαν να σε δώ, μα κατάφερα να τους πείσω, λέγοντάς τους πως ήταν δικαίωμά μου. Κι έτσι σε τοποθέτησαν εκεί, μ` έναν μορφασμό αποδοκιμασίας. Επιτέλους σε βλέπω. Κι αισθάνομαι ότι με εξαπάτησαν, δεν έχεις τίποτα κοινό με το παιδάκι της φωτογραφίας.

Δεν είσαι παιδάκι: είσαι ένα αυγό. Ένα γκρίζο αυγό, που πλέει σ`ένα ροζ οινόπνευμα, και που μέσα του δεν διακρίνεται τίποτα. Η ανάπτυξή σου σταμάτησε πολύ πριν το πάρουν είδηση οι γιατροί: δεν έφτασες ποτέ στο σημείο να αποκτήσεις τα νύχια και το δέρμα και τα τόσα αγαθά που πίστευα πως είχες.

Στις περισσότερες ελληνικές βιβλιοθήκες γυναικών και αντρών που σήμερα βρίσκονται στην πέμπτη ή την έκτη δεκαετία της ζωής τους βρίσκεται αυτό το βιβλίο

Πλάσμα της φαντασίας μου, μόλις που κατόρθωσες να πραγματοποιήσεις την επιθυμία για δυό χέρια και δυό πόδια , για κάτι που μοιάζει κάπως με σώμα, για ένα ακαθόριστο περίγραμμα προσώπου, με μια μυτούλα και δυό μικροσκοπικά μάτια. Τελικά, αγάπησα ένα ψαράκι.

Κι από αγάπη για ένα ψαράκι, επινόησα ένα Γολγοθά, που η συνέπειά του είναι ότι κινδυνεύω τώρα να τελειώσω κι εγώ.Τώρα είναι νύχτα: το λευκό ταβάνι άρχισε να γίνεται μαύρο. Και κάνει κρύο. Καλύτερα να φορέσεις το πανωφόρι σου, για να κατέβουμε στο ισόγειο. Εμπρός λοιπόν, φεύγουμε. Πάμε σπίτι μας. Θα ήθελα να σε κρατήσω στην αγκαλιά μου, παιδάκι.

Μα είσαι τόσο μικροσκοπικό: δεν γίνεται να σε πάρω στην αγκαλιά μου. Μπορώ μονάχα να σε αποθέσω στην παλάμη τού ενός μου χεριού. Φτάνει να μην σε αρπάξει κανένα φύσημα του αέρα. Να κάτι που μες κάνει να σαστίζω: το φύσημα του ανέμου μπορεί να σε κλέψει από μένα, κι όμως είσαι τόσο βαρύ, που τρεκλίζω. Δώσε μου το χέρι σου σε παρακαλώ: να, έτσι. Τώρα εσύ με πηγαίνεις, με οδηγείς. Λοιπόν, δεν είσαι αυγό, ούτε ψαράκι είσαι: είσαι αληθινό παιδί! Το μπόι σου έφτασε κιόλας ως τα γόνατά μου.

Όχι, ως την καρδιά. Όχι, ως τον ώμο. Όχι, πάνω απ’ τον ώμο. Δεν είσαι παιδάκι, είσαι άντρας! Ένας άντρας με δάχτυλα γερά και τρυφερά. Τα έχω τώρα πιά τόσο ανάγκη: γιατί γέρασα. Δεν καταφέρνω ούτε τα σκαλιά να κατέβω, αν εσύ δεν με στηρίξεις. Θυμάσαι όταν ανεβοκατεβαίναμε τούτην εδώ τη σκάλα, προσέχοντας να μην σκοντάψουμε, σφιχτοδεμένοι οι δυό μας σ`ένα αγκάλιασμα συνενοχής;

Θυμάσαι τότε που σε μάθαινα να την ανεβαίνεις μονάχο – δεν πήγαινε πολύς καιρός που είχες αρχίσει να περπατάς – και μετρούσαμε γελώντας τα σκαλοπάτια; Θυμάσαι στην αρχή πώς αρπαζόσουνα από κάθε προεξοχή, λοχανιάζοντας, καθώς εγώ σε παρακολουθούσα με απλωμένα τα χέρια; Θυμάσαι και τότε που τσακωθήκαμε, γιατί δεν ήθελες ν` ακούσεις τις οδηγίες μου; Στεναχωρέθηκα ύστερα.

Ήθελα να σού ζητήσω συγγνώμη, μα δεν μού ήταν εύκολο. Σε κρυφοκοίταζα κάτω από τα ματόκλαδά μου κι εσύ με αναζητούσες κάτω από τα δικά σου ματόκλαδα, ώσπου άνθισε στα χείλη σου ένα χαμόγελο, και κατάλαβα ότι είχες καταλάβει. Τι έγινε αλήθεια μετά;

Η σκέψη μου θολώνει, τα βλέφαρά μου μοιάζουν πιό βαριά κι από μολύβι. Τάχα να είναι ύπνος, ή το τέλος; Πρέπει ν’αντισταθώ στον ύπνο, στο τέλος.

Βοήθησέ με να κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά, απάντησέ μου: δυσκολεύτηκες πολύ να χρησιμοποιήσεις τα φτερά σου; Ήταν πολλοί εκείνοι που σε πυροβολούσαν; Τους αντιπυροβόλησες κι εσύ; Σε καταπίεσαν στην μυρμηγκοφωλιά; Σε νίκησαν οι απογοητεύσεις, οι πίκρες, οι θυμοί, ή στάθηκες όρθιος σαν δυνατό δέντρο; Ανακάλυψες αν υπάρχει ευτυχία, ελευθερία, καλοσύνη, αγάπη; Ελπίζω να σε ωφέλησαν οι συμβουλές μου. Ελπίζω να μην ούρλιαξες ποτέ τη φριχτή βλαστήμια “γιατί να γεννηθώ;” Ελπίζω να κατέληξες στο συμπέρασμα πως άξιζε τον κόπο. Έστω κι αν το τίμημα είναι ο πόνος, ο θάνατος.

Είμαι τόσο περήφανη που κατόρθωσα να σε τραβήξω από το τίποτα, έστω κι αν το τίμημα είναι ο πόνος, ο θάνατος. Αλήθεια, κάνει κρύο τώρα, και το λευκό ταβάνι είναι κατάμαυρο. Αλλά εμείς φτάσαμε πιά: να η μανόλια. Κόψε ένα λουλούδι. Εγώ δεν το κατάφερα ποτέ, εσύ όμως θα μπορέσεις. Σήκω στις μύτες των ποδιών, τέντωσε το χέρι σου, έτσι μπράβο.

Μα πού πήγες; Ήσουνα εδώ, με στήριζες, ήσουνα μεγάλο, ήσουνα άντρας. Και τώρα χάθηκες. Υπάρχει μόνο ένα ποτήρι με οινόπνευμα, που μέσα του πλέει κάτι που δεν θέλησε να γίνει άντρας, γυναίκα, κάτι που δεν το βοήθησα να γίνει άντρας, γυναίκα.

Για ποιό λόγο έπρεπε να το κάνω, με ρωτάς, για ποιόν λόγο έπρεπε κι εσύ να το θελήσεις; Μα γιατί η ζωή υπάρχει, παιδάκι!

Και λέγοντας πως η ζωή υπάρχει, έπαψα να κρυώνω, έφυγε ο ύπνος.. νιώθω πως η ζωή είμαι εγώ. Κοίτα, ανάβει κάποιο φως. Ακούγονται φωνές.

Κάποιος τρέχει, φωνάζει, απελπίζεται. Μα κάπου αλλού γεννιούνται χίλια, εκατό χιλιάδες παιδάκια, μανάδες και πατεράδες των μελλοντικών παιδιών: η ζωή δεν έχει ανάγκη εσένα ή εμένα. Εσύ είσαι νεκρό. Ίσως να πεθάνω κι εγώ. Αλλά δεν έχει σημασία. Γιατί η ζωή δεν πεθαίνει.

Αναζητήστε το βιβλίο εδώ, νεότερες εκδόσεις του είναι εξαντλημένες.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr