Ένα εναλλακτικό «δρόμο» αναζητάει το υπουργείο Παιδείας για τους υποψηφίους που δεν μπαίνουν στα πανεπιστήμια μετά την κατάργηση των ΤΕΙ και την …εξαφάνιση της ανώτατης τεχνολογικής εκπαίδευσης της χώρας.

Τα δημόσια ΙΕΚ (παρά την τεράστια επικοινωνιακή προσπάθεια να προβληθούν ως οι «διάδοχοι» των δομών επαγγελματικής εκπαίδευσης στη χώρα), δεν φαίνεται ότι μπορούν να καλύψουν το κενό, με τις Σχολές Εφαρμοσμένων Επιστημών και Τεχνών που είχαν σχεδιαστεί από το υπουργείο Παιδείας ως μια εναλλακτική μορφή των TEI μέσα στα πανεπιστήμια, να μένουν πίσω.

Πάντως, οι πολιτικές τεχνικής εκπαίδευσης και Δια Βίου Μάθησης αποκτούν όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα στο εσωτερικό των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπου έχει τεθεί ως στόχος έως το 2025, 120 εκατομμύρια ενήλικοι στην Ε.Ε. θα πρέπει να συμμετέχουν ετησίως σε νέες μαθησιακές διαδικασίες. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 50% του ενήλικου πληθυσμού και σε περίπου 540 εκατομμύρια δραστηριότητες κατάρτισης για την εν λόγω ομάδα, κατά την πενταετή περίοδο.

Ωστόσο από τις ειδικές κατηγορίες του πληθυσμού, ως το 2025, 14 εκατομμύρια ενήλικοι με χαμηλά προσόντα στην Ε.Ε. θα πρέπει να συμμετέχουν κάθε χρόνο σε μαθησιακές διαδικασίες. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί στο 30% αυτής της ομάδας και σε περίπου 60 εκατομμύρια δραστηριότητες κατάρτισης για την εν λόγω ομάδα, κατά την πενταετή περίοδο.

Την ίδια περίοδο, στόχος είναι 2 εκατομμύρια άτομα που αναζητούν εργασία, ή ένας στους πέντε, να έχουν πρόσφατη μαθησιακή εμπειρία για να την βρουν. Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε περίπου 40 εκατομμύρια μαθησιακές δραστηριότητες για την εν λόγω ομάδα, τα πέντε επόμενα χρόνια.

Παράλληλα και στο «πνεύμα της εποχής», ως το 2025, 230 εκατομμύρια ενήλικοι της Γηραιάς Ηπείρου θα πρέπει να διαθέτουν τουλάχιστον τις βασικές ψηφιακές δεξιότητες, αριθμός που καλύπτει το 70 % του ενήλικου πληθυσμού της.

Πάντως,  ακριβώς λόγω των ταχύτατων αλλαγών στην αγορά εργασίας, όλο και περισσότερο, οι πολίτες των σύγχρονων κοινωνιών θα πρέπει να βασίζονται στη συνεχή επαγγελματική τους εξέλιξη. Όπως αναφέρει το υπουργείο Παιδείας σε ειδική μελέτη του για τις πολιτικές επαγγελματικής κατάρτισης και Δια Βίου μάθησης, εάν η Ευρώπη θέλει να ανταπεξέλθει στις οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα, θα πρέπει να επενδύσει στην αναζήτηση νέων δεξιοτήτων και ομάδων του πληθυσμού που επικαιροποιούν διαρκώς τα προσόντα τους σε μια  ολοένα και περισσότερο ψηφιοποιημένη παγκόσμια οικονομία.

Σήμερα λειτουργούν στην χώρα μας 405 Ημερήσια και Εσπερινά Επαγγελματικά Λύκεια (ΕΠΑ.Λ.) με σύνολο μαθητών που αγγίζει τις 104.000 έναντι 210.000 μαθητών των Γενικών Λυκείων. Επίσης στην τυπική μεταγυμνασιακή επαγγελματική εκπαίδευση λειτουργούν 50 Επαγγελματικές Σχολές Μαθητείας του Ο.Α.Ε.Δ. επιπέδου 3 στο Εθνικό Πλαίσιο Προσόντων (με το επίπεδο 6 το πτυχίο ΑΕΙ και το 8 κατοχή διδακτορικού τίτλου), στις οποίες κατά το σχολικό έτος 2021- 22 φοιτούν 7.645 μαθητές. Ακολουθούν τα δημόσια και ιδιωτικά ΙΕΚ.

Όπως αναφέρεται στην ίδια έρευνα, στην Ελλάδα, το ποσοστό συμμετοχής των ενηλίκων σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες εκτός του τυπικού συστήματος παραμένει καθηλωμένο σε μικρά νούμερα, και παράλληλα, το ποσοστό αυτό αποτελεί διαχρονικά ένα μεγάλο ερευνητικό πρόβλημα. Κι αυτό γιατί υπάρχουν ζητήματα που καθιστούν δύσκολη τη συλλογή αξιόπιστων στατιστικών στοιχείων, όπως π.χ. η ασάφεια ως προς το ποιες δραστηριότητες καλύπτει ο όρος Εκπαίδευση Ενηλίκων, αλλά και ως προς την έννοια της συμμετοχής και τι ακριβώς μετράμε με αυτήν, ο μεγάλος αριθμός φορέων που παρέχουν εκπαίδευση σε ενηλίκους, η αναξιοπιστία των μεθόδων που αξιοποιούνται για τα στατιστικά στοιχεία, η παράλληλη συμμετοχή των ενηλίκων σε περισσότερα του ενός προγράμματα κλπ.

Τυπικά προσόντα και δεξιότητες

Συγχρόνως, το μεγαλύτερο ποσοστό όσων συμμετέχουν σε εκπαιδευτικές δραστηριότητες για ενηλίκους είναι άτομα με αυξημένα τυπικά προσόντα που θέλουν απλά πρόσθετες δεξιότητες (δηλαδή κυρίως πτυχιούχοι τριτοβάθμιας εκπαίδευσης), ενώ αντίθετα, εκείνοι που έχουν χαμηλά προσόντα και συγχρόνως μεγαλύτερη ανάγκη δεν αποτελούν την ομάδα-στόχο των προγραμμάτων αυτών, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλονται.

Βέβαια αυτό δεν είναι ένα ελληνικο φαινόμενο, καθώς όπως συχνά έχει αναφέρθεί σε διεθνείς επιστημονικές μελέτες «όσο περισσότερη εκπαίδευση έχουν οι άνθρωποι, τόσο περισσότερο ενδιαφέρονται για περαιτέρω εκπαίδευση».

Η μάθηση λοιπόν είναι εθιστική. Και βέβαια αποτελεί το «εργαλείο» για την εξάλειψη των ανισοτήτων ή έστω για την άμβλυνσή τους.

Με βάση την έρευνα γνώμης του CEDEFOP που δημοσιεύτηκε το 2020, σχετικά με τις αντιλήψεις των πολιτών για τη Μάθηση Ενηλίκων και τη Συνεχιζόμενη επαγγελματική εκπαίδευση στην Ευρώπη, τουλάχιστον τα δύο τρίτα των ενηλίκων σε κάθε κράτος μέλος της Ε.Ε. συμφωνούν ότι η κυβέρνησή τους πρέπει να επενδύσει κατά προτεραιότητα στην εκπαίδευση των ενηλίκων.

Στην Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του CEDEFOP, το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 92% και είναι μεταξύ των υψηλότερων της Ε.Ε. Το επιχείρημα υπέρ του καθορισμού της εκπαίδευσης και της κατάρτισης των ενηλίκων ως προτεραιοτήτων, αναφέρει η έκθεση του υπουργείου Παιδείας, ενισχύεται από το ότι το 47 % του ενήλικου ελληνικού πληθυσμού δήλωσε πως δεν διαθέτει ορισμένες τεχνικές δεξιότητες και το 38% πως δεν διαθέτει ορισμένες βασικές δεξιότητες τις οποίες χρειάζεται για να μπορεί να εκτελεί τα εργασιακά του καθήκοντα στο απαιτούμενο επίπεδο, σε σύγκριση με το 28% και το 22% αντίστοιχα κατά μέσο όρο στην Ε.Ε. Οι ενήλικες στην Ελλάδα έχουν θετική άποψη για την εκπαίδευση και την κατάρτιση.

Πάνω από το 85% των ερωτηθέντων δηλώνουν πως αποφέρουν πραγματικά οφέλη και βοηθούν τα άτομα να βρουν εργασία, να εξελιχθούν επαγγελματικά και να αυξήσουν τις αποδοχές τους. Το 79% πιστεύει επίσης πως η εκπαίδευση και η κατάρτιση των ενηλίκων μπορούν να μειώσουν την ανεργία. Οι απόψεις διαφέρουν όσον αφορά την ποιότητα των επιλογών που προσφέρονται, με μόνο το 5% των συμμετεχόντων να θεωρεί πολύ καλή την ποιότητα αντίστοιχων προγραμμάτων στην Ελλάδα και αρκετά καλή το 48%. Αν και το ποσοστό των Ελλήνων που αναζήτησαν πληροφορίες για ευκαιρίες εκπαίδευσης και κατάρτισης (41%) είναι κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (44%) αξίζει να αναφερθεί η αντίστοιχη πραγματικότητα για τους όσους έχουν χαμηλά εκπαιδευτικά προσόντα.

Σύμφωνα με την πρόσφατα δημοσιευμένη έκθεση του δικτύου Ευρυδίκη σχετικά με την Εκπαίδευση και Κατάρτιση Ενηλίκων οι Έλληνες ενήλικοι που δεν αναζήτησαν πληροφορίες για εκπαιδευτικές ευκαιρίες είναι γύρω στο 90% και 98,1% στην κατηγορία εκείνων που είχαν χαμηλά εκπαιδευτικά προσόντα.

Πάντως πράγματι ένα από τα σημαντικότερα χρόνια προβλήματα της τυπικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης στη χώρα μας υπήρξε η αδυναμία της κοινωνικής της καταξίωσης.

Με βασικιούς λόγους εδώ  την απουσία απουσία προγραμμάτων επιμόρφωσης του εκπαιδευτικού προσωπικού, αξιολόγησης των σχετικών δομών, αλλά και αξιόπιστης διακυβέρνησης τους.

Βρήκαν δουλειά

Πάντως, σε άλλη έρευνα κοινής γνώμης που διεξήγαγε το CEDEFOP σχετικά με την Επαγγελματική εκπαίδευση, περίπου το 64% των ερωτηθέντων που ακολούθησαν την αντίστοιχες σπουδές βρήκαν την πρώτη τους μακροχρόνια θέση εργασίας εντός ενός έτους σε σύγκριση με το 49% εκείνων που ακολούθησαν τη γενική εκπαίδευση.

Ωστόσο, παρά την αρνητική εικόνα των Κέντρων Επαγγελματικής Εκπαίδευσης σε σύγκριση με τη γενική εκπαίδευση, πάνω από το ήμισυ (53 %) των Ελλήνων που συμμετείχαν στην έρευνα εκτιμούν ότι οι απόφοιτοι τους έχουν περισσότερες πιθανότητες να ενταχθούν στην αγορά εργασίας μετά το τέλος της φοίτησής τους από ό,τι οι απόφοιτοι της ανώτερης δευτεροβάθμιας γενικής εκπαίδευσης. Έξι στους δέκα Έλληνες ερωτηθέντες δε, πιστεύουν ότι μπορεί να οδηγήσει σε καλές θέσεις εργασίας.

Από την πλευρά του το υπουργείο Παιδείας φιλοδοξεί τώρα να αναβαθμίσει και να υποστηρίξει αυτές τις δομές, ενώ προχωράει και στην ίδρυση Θεματικών και Πειραματικών Ι.Ε.Κ. σε συγκεκριμένα θεματικά πεδία όπως η Ενέργεια, η Υγεία, η Πρωτοβάθμια παραγωγή, ο Τουρισμός και τα STEM, αλλά και Πρότυπων Επαγγελματικών Λυκείων με αντικείμενα σπουδών όπως η ανακαίνιση και τη κατασκευή κτιρίων με το μικρότερο δυνατό περιβαλλοντικό αποτύπωμα (πράσινα κτίρια), τη προμήθεια εξοπλισμού και υλικών, κ.α.

Πηγή: in.gr