Ο σύζυγός της την πείραζε – «μα πού θα περιμένεις στις ουρές;». Η Δήμητρα δεν απαντούσε, φοβούμενη πως, κατά βάθος, μπορεί να έχει και δίκιο. Τι γύρευε αυτή στην εκλογική διαδικασία ενός κόμματος που δεν ψηφίζει; Για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε ακόμα να προσδιορίσει, ήξερε πως δεν θα άλλαζε γνώμη όση καζούρα και να έτρωγε: είχε τυπώσει την αίτηση εγγραφής μέλους ή φίλου, την είχε συμπληρώσει προσεκτικά και είχε ξεχωρίσει τα 3 ευρώ του τιμήματος. Την περίμεναν εκεί, στο τραπεζάκι της εξώπορτας, πλάι σε μια μάσκα KN95, χρώματος πράσινου, που είχε αγοράσει ειδικά για την περίσταση. Ο τυπωμένος ήλιος τής ήταν πολύ πιο γνώριμος από το συμπαθητικό λουλουδάκι. Δεν ήταν αυτός ο λόγος, όμως, που σηκώθηκε από νωρίς στο πόδι, μπας και προλάβει πριν πλακώσει κόσμος.

Για πολλά χρόνια ψήφιζε ΠΑΣΟΚ η Δήμητρα, από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Είχε να το λέει πως με το κόμμα αυτό τα έζησε όλα. Φοιτήτρια ακόμα, κολλούσε αφίσες της Αλλαγής έξω από το κτίριο του πανεπιστημίου. Με την κοιλιά στο στόμα, εννιά μηνών έγκυος, έτρεξε στην κάλπη να στηρίξει τον Ανδρέα το «βρώμικο ’89». Ηταν σύνεδρος στο τρομερό συνέδριο του ’96 – μόνο η ίδια μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό της όταν τον βλέπει στα βιντεάκια που κυκλοφορούν στο YouTube, ανάμεσα στο πλήθος, να χειροκροτά με ενθουσιασμό τον Κώστα Σημίτη. Η νέα χιλιετία την είχε βρει με δικό της σπίτι, αυτοκίνητο, εξασφαλισμένη δουλειά στο Δημόσιο και την προοπτική να αγοράσει όσα εισιτήρια για τους Ολυμπιακούς Αγώνες ήθελε. Η ανακοίνωση στο Καστελλόριζο ήταν το πρώτο πραγματικό πολιτικό σοκ της ζωής της, όμως μέχρι το 2015 δεν ψήφισε ποτέ ενάντια στο ΠΑΣΟΚ. «Ούτε για εκλογές αθλητικού σωματείου», που έλεγε ένας εκ των υποψηφίων – κι ας έφτανε καμιά φορά στην κάλπη κλείνοντας τη μύτη της. Δεν είχε καν διανοηθεί να κοιτάξει προς άλλη κατεύθυνση, τα ψηφοδέλτια πετιούνταν στη σακούλα με το που έμπαινε στο παραβάν.

Στην αρχή καθόλου δεν της άρεσε εκείνος ο νεαρός πολιτικός από τον ΣΥΡΙΖΑ. Λίγο, όμως, που το όνομά του ξεκινούσε από Α και λίγο που οι κινήσεις του της έμοιαζαν ασυνήθιστα οικείες, σιγά σιγά άρχισε να τον ακούει πιο πολύ. Οσο πιο πολύ τον άκουγε, τόσο πιο πολύ θύμωνε: με το κράτος, για τη σωτηρία του οποίου οι δικές της ανάγκες μπήκαν στην άκρη, αλλά και με το κόμμα της, που την ανάγκασε να πληρώνει σε φόρους και χαράτσια παραπάνω από όσα άντεχε ο οικογενειακός προϋπολογισμός.

Η κόρη της είχε μόλις τελειώσει τις σπουδές της και δούλευε προσωρινά ως σερβιτόρα. Μαζί είχαν κατέβει για πρώτη φορά στην πλατεία των Αγανακτισμένων – όμως, όταν το 2012 η μικρή ανακοίνωσε πως θα ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ, ο κομματικός της πατριωτισμός δεν την άφησε να κάνει το ίδιο. Τρία χρόνια μετά, το παιδί της βρισκόταν μόνιμα εγκατεστημένο στο εξωτερικό και εκείνη – για χάρη της, είπε – άλλαξε για πρώτη φορά συνήθειες.

Οσα ακολούθησαν ήταν σχεδόν φυσικά, ορμώμενα πάντα από τον ίδιο θυμό. Κι αν καμιά φορά μετάνιωνε, αν έβλεπε πράγματα που την απογοήτευσαν στο νέο της πολιτικό σπίτι, παρηγοριόταν με την ιδέα πως το κόμμα της δεν είναι πια αυτό που ήταν. Αρα και εκείνη δεν το πρόδωσε ποτέ. Τόσα στελέχη μετακόμισαν μαζί της, άλλωστε, για να είναι ισχυρός ο βασικός αντίπαλος της ΝΔ. Και στον ΣΥΡΙΖΑ ο αρχηγός από Α ξεκινάει, έτσι δεν είναι;

Οχι πως δεν έριχνε κλεφτές ματιές προς τη Χαριλάου Τρικούπη. Κάθε φορά που πετύχαινε τη Φώφη Γεννηματά στην τηλεόραση, στεκόταν να τη χαζέψει – ο Παύλος Πολάκης, από την άλλη, της έγινε εντελώς ανυπόφορος και οι καβγάδες στον ΣΥΡΙΖΑ πριν και μετά τις καραντίνες της πανδημίας δεν την αφορούσαν ιδιαίτερα.

Η ασθένεια της Γεννηματά ταρακούνησε τη λιμνάζουσα πολιτική της ταυτότητα, εκείνο το «ΠΑΣΟΚ» που συνέχιζε να λέει στους φίλους και στις εταιρείες δημοσκοπήσεων χωρίς να το εννοεί πραγματικά. Τα πόδια της την οδήγησαν σχεδόν από μόνα τους στο Πρώτο Νεκροταφείο, τη μέρα της κηδείας της.

Αφησε ένα λουλούδι ανάμεσα στα άλλα, έριξε μια τελευταία ματιά στο μνήμα του ηγέτη από Α και έφυγε πιο μπερδεμένη από ποτέ. Στην πραγματικότητα, είχε ήδη αποφασίσει, κι ας μην υπήρχε λόγος. Σε εκείνο το «έμεινες, όταν άλλοι έφευγαν» που ακούστηκε για τη Φώφη βρήκε, υποσυνείδητα, ένα παλιό χρωστούμενο. Κανέναν δεν έβλαψε ποτέ μία ακόμα ευκαιρία. Δώσ’ την κι ας πέσει κάτω.

Να την τώρα η Δήμητρα, έτοιμη να κάνει το μεγάλο βήμα. «Θα έρθεις κι εσύ;» ρώτησε τον σύζυγό της. Εκείνος την κοίταξε χαμογελώντας. «Μόνο αν κεράσεις τα 3 ευρώ».

Πηγή: in.gr