Σήμερα, 9 Φεβρουαρίου ξεκινά στις ΗΠΑ μια δίκη χωρίς προηγούμενο. Για πρώτη φορά έχουμε μια δίκη ενός Προέδρου που πλέον έχει παραδώσει την εξουσία και ο οποίος κατηγορείται ότι στις 6 Ιανουαρίου προέτρεψε έναν όχλο οπαδών του να κάνουν κάτι που δεν είχε ξαναγίνει στην αμερικανική ιστορία, δηλαδή να εισβάλουν στο ίδιο το Καπιτώλιο, σε μια από τις πιο τραυματικές στιγμές της νεώτερης αμερικανικής ιστορίας που έδειξαν τα ίδια τα όρια της αμερικανικής εκδοχής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.

Την ίδια στιγμή η δίκη αυτή δεν φέρνει μόνο αντιμέτωπους τους Δημοκρατικούς και τους Ρεπουμπλικάνους, με τους Δημοκρατικούς να προσπαθούν να κεφαλαιοποιήσουν πολιτικά την αγανάκτηση που δημιούργησαν οι εικόνες από την εισβολή του όχλου των οπαδών του Τραμπ στο Καπιτώλιο, αλλά και τους Ρεπουμπλικάνους τους αντιμέτωπους με τις ίδιες τις αντιφάσεις τους με δεδομένο ότι ένα σημαντικό μέρος των ψηφοφόρων τους αισθάνθηκε αλληλέγγυο με τις πράξεις και τα ενέργειες των διαδηλωτών στην Ουάσιγκτον, σε αντίθεση με σημαντικό μέρος της ηγεσίας του κόμματος.

Μια δίκη διαφορετική από τις άλλες

Η δίκη του Ντόναλντ Τραμπ δεν θα είναι όπως μια παραδοσιακή δίκη. Και αυτό γιατί στο αμερικανικό συνταγματικό πλαίσιο η παραπομπή εκλεγμένου προέδρου γίνεται με τη διαδικασία του impeachment, που την αποφασίζει η Βουλή των Αντιπροσώπων, όμως η εκδίκαση της υπόθεσης γίνεται από τη Γερουσία.

Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που διαφέρει ριζικά από τα υπόλοιπα δικαστήρια, η Γερουσία είναι ταυτόχρονα δικαστής και σώμα ενόρκων, εφόσον η ίδια δικάζει την υπόθεση αλλά και παίρνει την απόφαση. Και δεν υπάρχουν οι περιορισμοί που υπάρχουν σε άλλα δικαστήρια ως προς το βάρος της απόδειξης, ούτε κανόνες για το πως μπορούν να κατατεθούν και να αξιολογηθούν αποδεικτικά στοιχεία. Κοινώς εάν εκτιμήσει ότι υπάρχει ενοχή, τότε καταδικάζει, σε αντίθεση με τη διαδικασία σε ένα απλό δικαστήριο. Και μάλιστα καταδικάζει σε ποινή για την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα έφεσης.

Και βέβαια ως κατεξοχήν πολιτικό δικαστήριο, η ποινή που επιβάλλει είναι πολιτική: δηλαδή η καθαίρεση του προέδρου από το αξίωμά του. Εξ ου και η συζήτηση για το εάν η αντίστοιχη ποινή για τον Τραμπ θα μπορούσε να είναι η απαγόρευση μελλοντικής εκλογής του σε ομοσπονδιακό αξίωμα.

Μόνο που για να γίνουν όλα αυτά χρειάζεται μια ειδική πλειοψηφία των δύο τρίτων της Γερουσίας. Αυτή ξέρουμε ότι δεν υπάρχει για τον Ντόναλντ Τραμπ. Και φρόντισαν να το κάνουν σαφές οι Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές που υπερψήφισαν την πρόταση να διακηρύξει η Γερουσία ότι η δίκη του Ντόναλντ Τραμπ είναι αντισυνταγματική εφόσον αυτός δεν είναι πλέον πρόεδρος. Η πρόταση μπορεί ηττήθηκε, όμως έκανε σαφές ότι δεν μπορεί να υπάρξει η ενισχυμένη πλειοψηφία που θα επέτρεπε την καταδίκη του Τραμπ.

Οι κατηγορίες των Δημοκρατικών

Ως κατήγοροι οι Δημοκρατικοί έχουν επικεντρώσει στο να καταστήσουν υπεύθυνο τον Τραμπ για τα όσα έγιναν στην Ουάσιγκτον στις 6 Ιανουαρίου 2021. Δηλαδή, κατηγορούν τον Τραμπ ότι με τον τρόπο που από την πρώτη στιγμή αμφισβήτησε το αποτέλεσμα των εκλογών του Νοεμβρίου, μίλησε για «κλεμμένη» εκλογή, αρνήθηκε να παραδεχτεί ήττα και να συγχαρεί τον Τζο Μπάιντεν και στήριξε τις κινητοποιήσεις που οργανώθηκαν στην Ουάσιγκτον είναι ο υποκινητής των εκτρόπων και άρα έχει άμεση ευθύνη.

Για να αποδείξουν αυτές τις κατηγορίες οι Δημοκρατικοί στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό στα στοιχεία που έχουν προκύψει από τις παραπομπές των οπαδών του Τραμπ. Έχουν συγκεντρώσει ένα μεγάλο αριθμό μηνυμάτων που αντάλλαξαν μεταξύ τους οι διαδηλωτές που συνελήφθησαν ή παραπέμφθηκαν για τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου που κατά τη γνώμη τους αποδεικνύουν ότι αυτός που υποκίνησε τους οπαδούς του για να επιτεθούν ήταν ο ίδιος ο τότε Πρόεδρος και σκοπεύουν να εκμεταλλευτούν στη δίκη αυτό το υλικό που διαθέτουν, που μέρος του είναι και οπτικοακουστικό.

Σημείο κλειδί στο κατηγορητήριο η ομιλία που έδωσε ο ίδιος ο Τραμπ στη διαδήλωση στις 6 Ιανουαρίου όταν δήλωσε ότι θα «πολεμήσουν διαολεμένα» (fight like hell). Παρότι ο ίδιος ο Τραμπ δεν κάλεσε ρητά τους οπαδούς του να επιτεθούν στο Καπιτώλιο ή να κάνουν χρήση βίας και η ομιλία του παρέπεμπε περισσότερο στην εκκίνηση της προσπάθειας για να επιστρέψει στο μέλλον στον Λευκό Οίκο, οι Δημοκρατικοί θεωρούν ότι αυτό τεκμηριώνει την ενοχή του.

Πίεση με το βλέμμα στο μέλλον

Ούτως ή άλλως για τους Δημοκρατικούς η όλη διαδικασία έχει και σκοπό την άσκηση της μεγαλύτερης πολιτικής πίεσης προς του Ρεπουμπλικάνους, γνωρίζοντα την αντίφαση που αυτοί καλούνται να διαχειριστούν ανάμεσα σε μια εκλογική βάση που σε σημαντικό βαθμό στηρίζει τον Τραμπ και τις απαιτήσεις της επιστροφής τους σε μια πιο mainstream εκδοχή πολιτικής.

Η πίεση αυτή έχει να κάνει και με τα επόμενα βήματα της διακυβέρνησης Μπάιντεν, όταν πιο δεν θα μπορεί απλώς να υπογράφει διατάγματα αλλά θα πρέπει και να περάσει μεγάλες και κρίσιμες αποφάσεις από τα νομοθετικά σώματα, με τους Ρεπουμπλικάνουν να έχουν ακόμη τη δυνατότητα να κωλυσιεργήσουν μέσω filibuster στη Γερουσία, ακόμη και εάν έχασαν οριακά την πλειοψηφία. Και η πρώτη μεγάλη μάχη θα είναι αυτή που θα αφορά το νομοσχέδιο για το πακέτο των 1,9 τρισεκατομμυρίων δολαρίων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας.

Τα διλήμματα των Ρεπουμπλικάνων

Το Ρεπουμπλικανικό κόμμα βρίσκεται σε μια μεταβατική περίοδο και προσπαθεί να χειριστεί τις ίδιες του τις αντιφάσεις. Αυτό ακριβώς αποτύπωσε και η στάση του πρώην επικεφαλής της Γερουσίας (και νυν επικεφαλής της μειοψηφίας της Γερουσίας) Μιτς ΜακΚόνελ.

Ο ΜακΚόνελ ενώ την τελευταία μέρα πριν την ορκωμοσία του Μπαίντεν έκανε ευθεία επίθεση στον Τραμπ μιλώντας για «όχλο που τον τάισαν ψέμματα» και υποστήριξε ότι «προκλήθηκαν από τον Πρόεδρο και άλλους ισχυρούς ανθρώπους», μία εβδομάδα μετά ψήφισε μαζί με άλλους 44 Ρεπουμπλικάνους γερουσιαστές υπέρ της πρότασης ότι η Γερουσία δεν μπορεί να δικάσει τον Τραμπ γιατί δεν κατέχει πλέον το αξίωμα, ψηφοφορία που έκανε σαφές ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ρεπουμπλικάνων γερουσιαστών θα αποτρέψει την καταδίκη.

Η επιλογή αυτή αντανακλά και τη μεγάλη διαίρεση της αμερικανικής κοινωνίας ως προς την ενοχή του Τραμπ. Το ποσοστό αυτών που θεωρούν ένοχο τον Τραμπ έχει αυξηθεί ελαφρά, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Monmouth, φτάνοντας το 52%, ενώ 44% είναι το ποσοστό όσων θεωρούν ότι δεν πρέπει να καταδικαστεί. Και παρότι πλέον το θετικό ποσοστό γνωμών για την προεδρία του Τραμπ έχει υποχωρήσει από το 46% το Νοέμβριο στο 41% δεν παύει να είναι υψηλό.

Για να κατανοήσουμε τη στάση των Ρεπουμπλικάνων σημαντικό είναι και το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα το 32% των αμερικανών πιστεύουν ότι ο Μπάιντεν κέρδισε τις εκλογές με νοθεία, ποσοστό λίγο κάτω από το 34% που καταγράφηκε τον Νοέμβριο. Εάν το δούμε αυτό σε σχέση με τους ψηφοφόρους των Ρεπουμπλικάνων, τότε θα διαπιστώσουμε ότι το 72% των Ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων θεωρεί ότι ο Μπάιντεν κέρδισε τις εκλογές με νοθεία.

Αντίστοιχα αποτελέσματα έβγαλε και έρευνα της Gallup που έδειξε ότι το 52% υποστηρίζει την καταδίκη και το 45% αντιτίθεται, με το 89% των Δημοκρατικών ψηφοφόρων να είναι υπέρ της καταδίκης και το 88% των Ρεπουμπλικάνων ψηφοφόρων να είναι αντίθετο.

Αυτό σημαίνει ότι ο Τραμπ και η λογική του διατηρούν μια σημαντική απήχηση στον μεγάλο όγκο της εκλογικής βάσης των Ρεπουμπλικάνων. Αυτό βάζει συγκεκριμένους περιορισμούς στο πώς θα κινηθούν τα ηγετικά στελέχη του κόμματος. Γιατί από τη μια θα ήθελαν να δείξουν ότι υπάρχει μια τομή με την εποχή Τραμπ (ας μην ξεχνάμε ότι και ο ίδιος ο πρώην πρόεδρος το τελευταίο διάστημα είχε εξετάσει, σύμφωνα με πληροφορίες, και το ενδεχόμενο νέου κόμματος, διστάζοντας όμως με δεδομένη την παραδοσιακά αδυναμία στις ΗΠΑ να ευδοκιμήσει «τρίτο κόμμα»). Αυτό, εκτός όλων των άλλων, θα τους επιτρέψει να αποκτήσουν ξανά καλές σχέσεις με τις μεγάλες επιχειρήσεις που μετά τα έκτροπα στην Ουάσιγκτον επανεξέτασαν τις δωρεές που έκαναν προς τους Ρεπουμπλικάνους. Όμως, την ίδια στιγμή πρέπει να αναμετρηθούν με την επιρροή του στη βάση. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτή η βάση είναι που θα κρίνει το ποιοι θα εκλεγούν στις επερχόμενες mid-term elections του 2022.

Δεν είναι ο τυχαίο ο επικεφαλής των Ρεπουμπλικάνων στη Βουλή των Αντιπροσώπων (στην οποία το κόμμα του είναι μειοψηφία αλλά βελτίωσε το συσχετισμό), Μιτς ΜακΚάρθι, που είχε υποστηρίξει ότι ο πρώην πρόεδρος έχει ευθύνη για όσα έγιναν στις 6 Ιανουαρίου, έχει κρατήσει μια λιγότερο επικριτική στάση απέναντι στον Τραμπ, υπερασπίζεται την κληρονομιά της προεδρίας του και μετά από μια συνάντησή του με τον Τραμπ στις 28 Ιανουαρίου υποστήριξε την ανάγκη για ένα «ενιαίο συντηρητικό κίνημα».

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr