Στην Ελλάδα, στην Αθήνα ιδίως, έχουμε να αναμετρηθούμε με αμέτρητες κουλτούρες, όμως παραμένουμε βλάχοι (γενικούρα νούμερο 1) και γοητευόμαστε ακόμα υπερβολικά από οτιδήποτε ευρωπαϊκό (γενικούρα νούμερο 2).

Ο Ρεμί, φυσικά, δεν διαθέτει τίποτε αρχετυπικά ευρωπαϊκό στην θωριά του-εντάξει, ίσως την αστερόσκονη που επεφύλαξε η γενιά του Μπελμοντό στα αγόρια της Γαλλίας που καίνε καρδιές.

Είναι νομάς, είναι άπατρις, είναι αναρχικός, είναι αυθεντικός, είναι μουσικός. Δεν ανήκει στην καταγωγή που του επεφύλαξε η Ιταλίδα μητέρα και ο Γάλλος πατέρας του, παρά βρήκε στέγη και ουρανό στην μουσική και το ευ ζην, όπως ο ίδιος το ορίζει.

Συναντήθηκα μαζί του στην Φωκίωνος Νέγρη και με σπαστά ελληνικά δικά του και σπαστά γαλλικά δικά μου καταφέραμε να κλείσουμε αρκετές ώρες συζήτησης. Η αφορμή της συνάντησης ήταν το τελευταίο του τραγούδι, η Σερενάτα.
Σας θυμίζει κάτι;

Τριανταέξι χρόνια μετά την κυκλοφορία του τραγουδιού «Σερενάτα», σε στίχους του Λάκη Παπαδόπουλου και της Μαριανίνας Κριεζή και ερμηνευμένο από την Αρλέτα, ο Ρεμί προτείνει την δική του, γαλλική εκδοχή.

Σε αυτήν, μας μιλάει για την ίδια ιστορία, αλλά αυτή τη φορά απ’ την οπτική γωνία του άνδρα, του «Παναγιώτη», όπως τον είχε ονομάσει η Μαριανίνα στην αρχική βερσιόν-ένα όνομα που έδωσε σε ένα από τα γατάκια που γέννησε η περίφημη Σερενάτα.

Ποιος έφυγε και ποιος άφησε το κάθε αντικείμενο στο σπίτι που, λίγο πριν, ήταν η φωλίτσα του ζευγαριού; Το πικ απ; Το ψυγείο κι η μπιγκόνια τι απέγιναν; Και κυρίως τι έγινε με τη γέννα της γάτας, της μικρής «Σερενάτας» που έμεινε στο σπίτι της γυναίκας, αλλά που προφανώς είχε μία ιδιαίτερη σχέση με τον «Παναγιώτη» μας;
Το τραγούδι δεν είχε ανάγκη να γίνει «σημερινό», αλλά ο Ρεμί του έδωσε μια ντίσκο, ανεβαστική ατομόσφαιρα.

Ακούστε το εδώ:

Ο Ρεμί μοιράζεται κάποιες σκέψεις σχετικά:

«Το τραγούδι το άκουσα πρώτη φορά σε κάποιο μπαρ και με εντυπωσίασε που ο κόσμος ήξερε τους στίχους. Έψαχνα ένα τραγούδι να διασκευάσω με ποιότητα, αλλά και ταιριαστό σε ένα περιβάλλον τύπου μπαράκι. Θεωρώ πως είχε και έχει τόση επιτυχία αυτό το τραγούδι που είπε η Αρλέτα, γιατί κατάφερε να γίνει ψίθυρος και σφύργιμα. Τα τραγούδια αυτό πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να πετυχαίνουν: να τα σιγοτραγουδάμε το πρωί στο ντους».

Εννιά σημειώσεις στο τετράδιό μου για τον Remi Cavat (Ρεμί Καβά)

1.Γεννήθηκε το 1985 και μεγάλωσε στην Γκρενόμπλ. Ζει στην Ελλάδα από το 2008, γοητευμένος από τον έρωτα μιας Θεσσαλονικιάς, στην διάρκεια του Erasmus του-ήταν φοιτητής μουσικολογίας στο Universite Lumiere Lyon 2 της Lyon . Δεν έκανε και πολλή παρέα με τους ερασμίτες, γνώρισε Έλληνες. «Μετά από ένα μάθημα στο πανεπιστήμιο, βγήκα με έναν Έλληνα, η παρέα μεγάλωσε και από τότε δεν έμεινα μόνος ποτέ.»

2. Έχει κάνει delivery πίτσα, σούσι, έχει δουλέψει σε σούπερ μάρκετ, στις γαλλικές Άλπεις με τα μοσχάρια (στην βοσκή), στα 2.500 μέτρα. Τα καλοκαίρια μεταμορφώνεται σε skipper και σελαγάει τις ελληνικές θάλασσες. «Όμως, δεν παίζω κιθάρα. Μαζεύω υλικό για τις μουσικές του χειμώνα. Περισσότερο καλλιτέχνης είμαι όταν δεν κρατάω κιθάρα στα χέρια. Καμιά φορά, το όργανο σε περιορίζει».

3.Η πρώτη μουσική που γνώρισε στην Ελλάδα είναι τα ρεμπέτικα και τα παραδοσιακά. Γουστάρει πολύ Φοίβο Δεληβοριά, Κωστή Μαραβέγια, Σωκράτη Μάλαμα, Θανάση Παπακωνσταντίνου (έχει ανοίξει συναυλία Ματούλας Ζαμάνη σε κάποια επαρχία). Έβγαινε στις ταβέρνες της Θεσσαλονίκης και της Αθήνας, στις συναυλίες, στα μπαρ της πόλης και γνώριζε μουσικές και ανθρώπους.

Από το videoclip για την Σερενάτα του

4. Ο Ρεμί λέει: «Η άσχημη αρχιτεκτούρα της Αθήνας την κάνει όμορφη, αν και είναι κρίμα που δεν κρατήσατε κάποια κτίρια παλιά και πανέμορφα.» Ο Ρεμί λέει επίσης: «Λατρεύω την χώρα μου και λατρεύω την αντίδραση των ανθρώπων όταν ακούν πως είμαι Γάλλος. Κάποια πράγματα, όμως, τα νομίζετε κάπως λάθος. Εμείς δεν ακούμε, ας πούμε, Εντίθ Πιάφ και Αζναβούρ, ούτε τρώμε κρουασάν κάθε μέρα!» Εγώ λέω: «Ρεμί, και τα κλισέ έχουν την θέση τους στην κοινωνική φαντασία που υφαίνει την πραγματικότητά μας». Ο Ρεμί γελά γάργαρα και παιδικά. Δυνατά.

5. Του αρέσει πολύ η φύση, οι εκδρομές, τα ηφαίστεια. Έχει βρεθεί να περπατά και να σκαρφαλώνει βουνά, να παίζει σε καφενεία στο Αγρίνιο, να πίνει κρασί στην Αμοργό (ή να παντρεύεται εκεί, σε ένα παράλληλο σύμπαν), να μαζεύει λεμόνια από την Πελοπόννησο, να σχεδιάζει τα επόμενα ταξίδια. Αγαπά και την πόλη. Μένει στο Μεταξουργείο εδώ και δέκα χρόνια. Το νιώθει γειτονιά του και ο ίδιος έχει γίνει ενεργό μέρος της εκεί κοινότητας. Φίλοι και γνωστοί παντού. Και μποέμικη ζωή με μπίρες, ταράτσες, ξενύχτια και πολλή μουσική. «Εκεί νιώθω πως έχω την οικογένειά μου», λέει.

6. Παραθέτω από παλιότερη συνέντευξή του: «Όπως οι περισσότεροι πιτσιρικάδες της εποχής μου, είχα τρελαθεί με τους Nirvana και τον Kurt Cobain! Ένα βράδυ έπαιξαν σε έναν ραδιοφωνικό σταθμό όλο το άλμπουμ “From the Muddy Banks of the Wishkah“, και περιμέναμε με τον αδελφό μου κυριολεκτικά με το δάκτυλο επάνω στο κουμπί του κασετοφώνου να το γράψουμε όλο! Εκείνο το βράδυ άλλαξαν πολλά. Ακολούθησαν 4 χρόνια που άκουγα μόνο Nirvana.
Η μητέρα μου δεν ήθελε να πάρω κιθάρα, γιατί θεωρούσε πως κάτι τέτοιο θα με αποσπούσε από την μελέτη των μαθημάτων μου. Οπότε αγόρασα κρυφά μια φθηνή ηλεκτρική κιθάρα από αυτές που πουλάνε σε πολυκαταστήματα τις ημέρες των Χριστουγέννων.

Ακολουθεί η πρώτη μου μπάντα με την οποία παίζαμε μόνο Nirvana. Η παρέα μουσικών που γνώρισα στο Λύκειο είχε βαρεθεί με τους Nirvana, οπότε για να παίζω μαζί τους έπρεπε να αλλάξω ρεπερτόριο. Πήγα σε ένα μουσικό βιβλιοπωλείο κι αγόρασα ένα περιοδικό για κιθαρίστες. Έλεγε πως ο καλύτερος κιθαρίστας όλων των εποχών ήταν ο Jimi Hendrix. Ερωτεύτηκα για ακόμα μία φορά…
Το album “L’ homme a la tete de choux” του Serge Gainsbourg είναι επίσης για εμένα πολύ σημαντικό.»

7. Λίγο παρακινδυνευμένη πληροφορία, αλλά την σημειώνω: ο Ρεμί έχει κάνει και το Batida de Coco στα γαλλικά, ενώ συζητά και για τα δικαιώματα ενός πολύ γνωστού ελληνικού τραγουδιού, στο οποίο πρωταγωνιστεί επίσης ένας γάτος. Έχει στα χέρια του τους στίχους ενός τεράστιου Έλληνα στιχουργού, που δεν βρίσκεται στην ζωή, και αρνείται να πει κάτι περισσότερο.

8. Φοράει πουκάμισο, τζιν, απλά παπούτσια. Χαμογελάει, καπνίζει λιγάκι, είναι πάρα πολύ ψηλός. Μερικές μέρες μετά την πρώτη μας συνάντηση, τον παρατηρώ να παίζει ακορντεόν. «Είμαι συνθέτης, αλλά μου φαίνεται κάπως βαρύ να το λέω. Δεν είμαι και ο Μότσαρτ». Θέλει να συνθέσει πρωτότυπη μουσική, πάνω σε στίχους φρέσκους που να του λένε κάτι. Δουλεύει συνεχώς και τρέχει διάφορα πρότζεκτ παράλληλα. Δεν του αρέσουν τα νέο-σκυλάδικα ελληνικά τραγούδια που όλο έχουν ματωμένες καρδιές, μαχαίρια και αστέρια. (λόγια του Ρεμί αυτά)

Με τον Μάριο Στρόφαλη

9. Ο Ρεμί ίδρυσε μια μπάντα πριν από χρόνια, με την οποία (το όνομα αυτής: Les enfants de Pigalle) έχει συμμετάσχει επανειλημμένως στο αγαπημένο μου φεστιβάλ της πόλης, το Μικρό Παρίσι, το οποίο επιμελείται ο εξαιρετικός Μάριος Στρόφαλης. Ο Ρεμί έχει παίξει και μαζί με τον Στρόφαλη, άλλωστε, σε συνθήκη εκτός του Φεστιβάλ.

Υστερόγραφο: Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον καλό δημοσιογράφο και φίλο μου Γιάννη Κολλιάκο, ο οποίος μας γνώρισε με τον Ρεμί. Ο Γιάννης μεσολάβησε και για να στείλει ο Ρεμί την Αρλέτα του στους δημιουργούς της αυθεντικής, για να προχωρήσει με την διασκευή του. Πάντα τέτοια να ζούμε και να πετυχαίνουμε!

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr