Όταν μια δασκάλα είπε στην μητέρα από τη Συρία Ουμ Γουατζίχ ότι οι επιδόσεις του 9χρονου γιου της στη γερμανική γλώσσα είχαν επιδεινωθεί στη διάρκεια των έξι εβδομάδων που το σχολείο του στο Βερολίνο παρέμεινε κλειστό, εκείνη στενοχωρήθηκε, αλλά δεν εξεπλάγη.

«Το παιδί είχε μάθει γερμανικά γρήγορα και είμαστε πολύ περήφανοι για εκείνον», είπε η 25χρονη μητέρα δύο παιδιών.

«Το ήξερα ότι χωρίς εξάσκηση θα ξεχνούσε ό,τι είχε μάθει, αλλά δεν μπορούσα να τον βοηθήσω».

Ο γιος της τώρα αντιμετωπίζει μια ακόμη σχολική χρονιά σε μια «τάξη υποδοχής» για τα παιδιά μεταναστών μέχρι το επίπεδο των γερμανικών του να είναι αρκετά υψηλό ώστε να μπορέσει να ενταχθεί σε τάξη με τους Γερμανούς συμμαθητές του στο σχολείο αυτό της φτωχής συνοικίας Νόικελν του Βερολίνου.

Το κλείσιμο των σχολείων, που στη Γερμανία διήρκεσε περίπου 30 εβδομάδες, από τον Μάρτιο του περασμένου χρόνου, σε σύγκριση με μόλις 11 στη Γαλλία, έχει διευρύνει περαιτέρω το εκπαιδευτικό χάσμα ανάμεσα στους μετανάστες και στους ντόπιους μαθητές.

Ακόμη και πριν από την πανδημία, το ποσοστό των μεταναστών μαθητών που εγκατέλειπαν το σχολείο ανερχόταν σε 18,2%, σχεδόν τριπλάσιο σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο.

Η γεφύρωση αυτού του χάσματος είναι σημαντική, διαφορετικά κινδυνεύουν να εκτροχιαστούν οι προσπάθειες της Γερμανίας να ενσωματώσει περισσότερους από δύο εκατομμύρια ανθρώπους που έχουν υποβάλει αίτηση για άσυλο την τελευταία επταετία, κυρίως από τη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, λένε οι ειδικοί.

Η γνώση της γερμανικής γλώσσας είναι κομβικής σημασίας.

«Ο μεγαλύτερος αντίκτυπος της πανδημίας για την εσωμάτωση (των μεταναστών) είναι η αιφνιδιαστική έλλειψη επικοινωνίας με Γερμανούς», εξηγεί ο Τόμας Λίμπιγκ του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), του διεθνούς οργανισμού στον οποίο μετέχουν οι βιομηχανικές χώρες και ο οποίος εδρεύει στο Παρίσι.

«Τα περισσότερα παιδιά μεταναστών δεν μιλάνε γερμανικά στο σπίτι τους και επομένως η επικοινωνία με ντόπιους είναι σημαντική», προσθέτει.

Πάνω από το 50% των μαθητών, που είναι γεννημένοι στη Γερμανία από μετανάστες γονείς, δεν μιλάνε γερμανικά στο σπίτι τους, το υψηλότερο ποσοστό ανάμεσα στις 37 χώρες του ΟΟΣΑ, σε σύγκριση με το 35% που είναι το αντίστοιχο ποσοστό στη Γαλλία.

Ο αριθμός αυτός αυξάνεται στο 85% μεταξύ των μαθητών που δεν είναι γεννημένοι στη Γερμανία.

Οι μετανάστες γονείς, που πιθανόν να μη γνωρίζουν γερμανικά, συχνά δυσκολεύονται πολύ να βοηθήσουν τα παιδιά τους με τα μαθήματά τους στην τηλεκπαίδευση και με την αναπλήρωση των χαμένων μαθημάτων.

Έχουν επίσης να αντιμετωπίσουν πιο συχνά κλεισίματα σχολείων καθώς συχνά ζουν σε πιο φτωχικές περιοχές με υψηλότερα ποσοστά μόλυνσης με COVID-19.

Η κυβέρνηση της καγκελαρίου Άγγελα Μέρκελ και οι ηγέτες 16 γερμανικών κρατιδίων, που είναι υπεύθυνοι για την τοπική πολιτική στον τομέα της παιδείας, επέλεξαν να κλείσουν τα σχολεία στη διάρκεια και των τριών κυμάτων της πανδημίας, ενώ διατήρησαν ανοιχτά τα εργοστάσια για να προστατεύσουν την οικονομία.

«Η πανδημία αύξησε τα προβλήματα των μεταναστών», λέει η Μόνα Ναντάφ, η οποία ηγείται ενός συμβουλευτικού προγράμματος για μετανάστριες μητέρες, που διαχειρίζεται ο φιλανθρωπικός βραχίονας Diakonie της Εκκλησίας των Ευαγγελιστών, στο Νόικελν.

«Ξαφνικά χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν περισσότερη γραφειοκρατία, όπως την χορήγηση διαγνωστικών τεστ για τον κορονοϊό για το παιδί τους ή το κλείσιμο ενός ραντεβού για εμβολιασμό. Υπάρχει μεγάλη σύγχυση. Είχαμε ανθρώπους που μας ρωτούσαν αν αληθεύει ότι η κατανάλωση φρέσκου τσαγιού πιπερόριζας προστατεύει κατά του κορονοϊού και αν ο εμβολιασμός προκαλεί στειρότητα», σημειώνει η Ναντάφ.

Η  Ναντάφ έφερε σε επαφή την Ουμ Γουατζίχ με την Νουρ Ζαγέντ, μια γερμανίδα μητέρα αραβικής καταγωγής και μέντορα, η οποία την συμβούλευσε πώς να κρατήσει δραστήριους και να δώσει κίνητρα στον γιό και την κόρη της στη διάρκεια των λοκντάουν.

Οι μακροχρόνιες ελλείψεις του εκπαιδευτικού συστήματος της Γερμανίας, όπως η πλημμελής ψηφιακή υποδομή, που έπληξαν την τηλεκπαίδευση, και η περιορισμένη χρονικά δια ζώσης διδασκαλία, η οποία υποχρέωσε τους γονείς να επωμιστούν την ευθύνη της μελέτης των παιδιών τους, αύξησαν τα προβλήματα για τους μετανάστες γονείς.

Μία χαμένη γενιά μαθητών

Μόνο το 45% από τα 40.000 σχολεία στη Γερμανία είχαν γρήγορο ίντερνετ πριν από την πανδημία, σύμφωνα με το σωματείο των δασκάλων και καθηγητών, και τα σχολικά μαθήματα τελειώνουν στη 1.30 μμ, σε σύγκριση με τουλάχιστον 3.30 μμ στη Γαλλία.

Τα σχολεία στις πιο φτωχικές συνοικίες έχουν περισσότερες ελλείψεις σε ψηφιακές υποδομές και οι γονείς δεν έχουν χρήματα για την αγορά λάπτοπ ή για μελέτη μετά το σχολείο.

Το διάστημα 2000-2013 η Γερμανία είχε καταφέρει να μειώσει στο μισό το ποσοστό των μεταναστών μαθητών που εγκατέλειπαν το σχολείο, περίπου στο 10%, ενισχύοντας τη βοήθεια μαθημάτων της γερμανικής γλώσσας στα νηπιαγωγεία και στα σχολεία.

Αλλά ο αριθμός των μαθητών που εγκαταλείπουν το σχολείο έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, καθώς περισσότεροι μαθητές από χώρες με κατώτερο εκπαιδευτικό επίπεδο, όπως η Συρία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, το Σουδάν, εντάχθηκαν σε τάξεις γερμανικών σχολείων.

Το σωματείο των δασκάλων και καθηγητών αναφέρει ότι το 20% των 10,9 εκατομμυρίων μαθητών στη Γερμανία χρειάζεται επιπλέον διδασκαλία ώστε να ολοκληρώσει επιτυχώς την φετινή σχολική χρονιά και ο αριθμός των μαθητών που θα εγκαταλείψουν το σχολείο αναμένεται να διπλασιαστεί και να ξεπεράσει τις 100.000.

«Το εκπαιδευτικό χάσμα ανάμεσα στους μετανάστες μαθητές και στους ντόπιους θα διευρυνθεί. Θα χρειαστούμε μαζικές επενδύσεις στην εκπαίδευση μετά την πανδημία, περιλαμβανομένης της στοχευμένης διδασκαλίας, ώστε να αποφύγουμε μια χαμένη γενιά μαθητών», λέει ο καθηγητής Άξελ Πλόινεκε του Ινστιτούτου Οικονομικής Έρευνας της Κολωνίας.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr