Με κομμένη την ανάσα παρακολουθεί το πανελλήνιο τις εξελίξεις σχετικά με τη φωτιά που ξέσπασε στη Βαρυμπόμπη το μεσημέρι της Τρίτης (4/8). Οι πυροσβεστικές δυνάμεις καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες προκειμένου να σβήσουν τη φωτιά, η οποία έχει κάψει 94 σπίτια και 12.500 στρέμματα.

Η νύχτα ήταν δύσκολη και από τη πύρινη λαίλαπα δεν γλίτωσαν ούτε τα Βασιλικά Κτήματα στο Τατόι, καθώς οι φλόγες έκαψαν ένα μεγάλο μέρος τους. Ο στόχος ήταν να μη φτάσει η φωτιά στον ιστορικό πυρήνα των πρώην Ανακτόρων, δηλαδή τα ιστορικά κτίρια και τα 100.000 αντικείμενα, έργα τέχνης και τις άμαξες, τα οποία ήταν αδύνατο να μετακινηθούν όλα. Μόνο κάποια από αυτά μεταφέρθηκαν για προληπτικούς λόγους σε ασφαλές μέρος, με από κοινού της Πολιτικής Προστασίας και του υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού.

Η πυρκαγιά περικύκλωσε τα ιστορικά όρια του κτήματος που μετρά πολλά χρόνια ιστορίας.

Όλα ξεκίνησαν το 1872 όταν ο Γεώργιος Α’ αγόρασε έπειτα από προτροπή του θρυλικού αρχιτέκτονα, Ερνέστου Τσίλλερ, μια έκταση 20.000 στρεμμάτων στο Τατόι Αττικής. Αν και ο Τσίλλερ οραματιζόταν ένα τεράστιο ανακτορικό συγκρότημα ανάλογο των Βερσαλλιών, ο βασιλιάς είπε «όχι», καθώς ονειρευόταν να φτιάξει εκεί ένα κτήμα αναψυχής.

Έτσι, δημιουργήθηκαν αρχικά ένα τεχνητό δάσος και δύο τεχνητές λίμνες. Ο αρχιτέκτονας σχεδίασε ένα απλό διώροφο σπίτι, που θα ήταν ο βασιλικός ξενώνας. Το κτίριο ολοκληρώθηκε το 1874 και αποτέλεσε την πρώτη εξοχική κατοικία της βασιλικής οικογένειας. Το 1916 κατά τη διάρκεια μεγάλης πυρκαγιάς κάηκε ολοσχερώς και το 1937 κατεδαφίστηκε.

Οι αυξανόμενες, όμως, ανάγκες της βασιλικής οικογένειας με την έλευση νέων μελών ανάγκασαν τον Γεώργιο να ανεγείρει μια νέα εξοχική κατοικία. Γι’ αυτό τον λόγο επιλέχθηκε ο αρχιτέκτονας Σάββας Μπούκης. Κατ’ εντολή της βασίλισσας Όλγας, ο Μπούκης ταξίδεψε στη Ρωσία, όπου και αποτύπωσε μια αγροικία αγγλικού τύπου στο συγκρότημα ανακτόρων του Πέτερχοφ, που ανήκαν στον θείο της, τσάρο Αλέξανδρο τον Β’. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το 1884 άρχισε η οικοδόμηση του νέου, κυρίως ανακτόρου, συνολικού εμβαδού 1.100 τ.μ.

Πέντε χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα το 1889 η βασιλική οικογένεια κατοίκησε για πρώτη φορά στα νέα ανάκτορα. Από τότε τα επισκεπτόταν κάθε χρόνο από τα τέλη Μαΐου έως και αργά το Φθινόπωρο.

Το 1898, μέσα από αγορές αλλά και με την παραχώρηση στον Βασιλέα από τη Βουλή ως ιδιωτική περιουσία του πρώην εθνικού κτήματος Μπάφι, το Τατόι υπερδιπλασιάστηκε και η έκτασή του έφτασε τα 47.427 στρέμματα. Ήταν το μεγαλύτερο στην Αττική και ως κτήμα αναψυχής ήταν το πρώτο στην Ελλάδα. Παράλληλα με τη στρεμματική του μεγέθυνση, ξεκίνησε και η οικοδόμηση διάφορων κτηρίων. Το ανάκτορο λίγα χρόνια αργότερα είχε αλλάξει εικόνα. Δεκάδες κτήρια, συγκροτήματα εργατικών κατοικιών, ένα οινοποιείο, ένα βουτυροκομείο, αποθήκες, εργαστήρια, καταλύματα για τη φρουρά αλλά και ένα ξενοδοχείο το περιτριγύριζαν και το έκαναν να μοιάζει με ολόκληρο χωριό.

Το μουσείο, οι συσκέψεις ενόψει της γερμανικής επίθεσης και η αμφιλεγόμενη οικονομική άνθιση.

Τα θερινά ανάκτορα ήταν «πρωταγωνιστές» της ελληνικής ιστορίας και είχαν με τον δικό τους τρόπο καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις στη χώρα. Το 1917 οι δυνάμεις της Αντάντ έδιωξαν τον τότε βασιλιά Κωνσταντίνο από το Τατόι και το 1920 ο πρίγκιπας Αλέξανδρος βρήκε βασανιστικό θάνατο αφού τον δάγκωσε μια μαϊμού. Ακόμη, κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Ελληνικής Δημοκρατίας (1924 – 1935) μέρος των ανακτόρων μετατράπηκε σε μουσείο, το οποίο ήταν αφιερωμένο στη βασιλική δυναστεία.

Την ίδια ώρα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τα χρησιμοποιούσε ως θερινή κατοικία του. Με την επαναφορά της βασιλείας, ο Κωνσταντίνος διατήρησε τον Δρούβα στη θέση του, παρά το αντιβασιλικό του παρελθόν. Πρόκειται για τον άνθρωπο που κατά την περίοδο της κατοχής από τις δυνάμεις του Άξονα, βρέθηκε σε δεινή θέση, καθώς όφειλε να διατηρήσεις τις ισορροπίες μεταξύ των δυνάμεων και του αντάρτικου της Πάρνηθας με απώτερο σκοπό την διάσωση του κτήματος.

Στο μεταξύ, κατά τη διάρκεια της κατοχής και ενώ ο λαός της Αθήνας λιμοκτονούσε, τα ανάκτορα γνώριζαν οικονομική άνθιση, καθώς ο Δρούβας αποφάσισε να εντείνει τις καλλιέργειες και το εμπόριο των προϊόντων που παράγονταν εκεί. Ήδη υπό την επίβλεψή του είχε ήδη αναγερθεί το συγκρότημα κατοικιών και εργαστηρίων, γνωστό ως «μάνδρα», όπως, επίσης, και ο σταθμός χωροφυλακής. Τον χειμώνα του 1941 στον χώρο του ανακτόρου έγιναν υπό τον Γεώργιο Β’ οι συσκέψεις ενόψει της γερμανικής επίθεσης, αλλά και εκείνες που προηγήθηκαν της φυγής της βασιλικής οικογένειας στην Αίγυπτο, τη Νότια Αφρική και το Λονδίνο μετά την κατάρρευση του Μετώπου τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς.

Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1944, η πίεση του «βουνού» αυξήθηκε, ενώ κατά τους φθινοπωρινούς μήνες του ίδιου έτους, οι λεηλασίες πλήθυναν, με τελική κατάληξη μία κατάσταση πλήρους αναρχίας. Κατά την περίοδο των Δεκεμβριανών, το κτήμα, καθώς και η έπαυλη, διαλύθηκαν πλήρως, ενώ η μικρή κοινωνία που το αποτελούσε άρχισε να μετρά τους πρώτους νεκρούς της, στο γενικότερο χρονικό πλαίσιο του Εμφυλίου Πολέμου. Κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, πιο συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1945, το κτήμα κάηκε εκ νέου, γεγονός το οποίο, πιθανότατα, οφειλόταν σε βαθύτερα πολιτικά κίνητρα.

Παράλληλα, συναλλασσόταν τόσο με τους αντάρτες όσο και με την κυβέρνηση της κατοχής.

Το Πάσχα του 1944 οι αντάρτες έκαναν την εμφάνισή τους. Στην αρχή κράτησαν φιλική στάση απέναντι στους κατοίκους. Στη συνέχεια, ωστόσο, οι κάτοικοι χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα, με τους νέους υπαλλήλους και εργάτες να παίρνουν το μέρος του ΕΑΜ και τους παλιότερους να στρέφονται εναντίον του. Μέχρι το Φθινόπωρο, το ΕΑΜ είχε καταλάβει πλήρως την εξουσία του κτήματος.

Το 1948 η βασιλική οικογένεια αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα στα ανάκτορα του Τατοΐου, για όλη τη διάρκεια του χρόνου. Πολύ αργότερα και συγκεκριμένα στα τέλη του 1966, έλαβαν χώρα εκεί οι δυο μυστικές συναντήσεις του Γεώργιου Παπανδρέου και του Παναγιώτη Κανελλόπουλο, που αφορούσαν την πτώση της κυβέρνησης των «αποστατών». Ένα χρόνο μετά, η βασιλική οικογένεια εν μέσω της Χούντας εγκατέλειψε τα ανάκτορα και διέφυγε στη Ρώμη. Έκτοτε δεν κατοικήθηκαν ξανά.

Το ιδιοκτησιακό καθεστώς τους και οι δικαστικές διαμάχες.

Το κτήμα περιήλθε στο Δημόσιο, συνολικά, τρεις φορές, το 1924, το 1973 και το 1994. Πάντοτε, έπειτα από καθεστωτικές αλλαγές, είτε καταβαλλόταν αποζημίωση στην τέως βασιλική οικογένεια, είτε δημευόταν το σύνολο της περιουσίας της.

Το 1924, έπειτα από την ανακήρυξη της Β΄ Ελληνικής Δημοκρατίας, κατασχέθηκε το σύνολο της βασιλικής περιουσίας (δημόσια και ιδιωτική), υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Το 1973, η Χούντα των Συνταγματαρχών προχώρησε στην κατάργηση της μοναρχίας, καθώς και παράλληλα στην κρατικοποίηση του κτήματος.

Το 1994, η ελληνική κυβέρνηση επί της ουσίας προχώρησε στη δήμευση του συνόλου της βασιλικής περιουσίας, δίχως, ωστόσο, την καταβολή οποιουδήποτε ύψους οικονομικής αποζημίωσης. Τότε ο Κωνσταντίνος ξεκίνησε δικαστική διαμάχη, η οποία κατέληξε στο ευρωπαϊκό δικαστήριο, ισχυριζόμενος ότι σε αντίθεση με τα χειμερινά ανάκτορα, τα ανάκτορα στο Τατόι, το Μον Ρεπό και το Πολυδένδρι αποτελούσαν ιδιωτική ιδιοκτησία της οικογένειάς του, η οποία δεν προέκυπτε από τον θεσμικό ρόλο της στο ελληνικό δημόσιο και επομένως έπρεπε να αποζημιωθούν. Από την πλευρά του, το ελληνικό κράτος υποστήριξε πως η συγκεκριμένη ιδιοκτησία παρακολουθούσε το θεσμό της μοναρχίας και, ως εκ τούτου, κατόπιν της κατάργησης της μοναρχίας, η τελευταία όφειλε να επανέλθει, αυτομάτως, υπό τον έλεγχο του Δημοσίου. Εντέλει, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιδίκασε στο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει αποζημίωση ύψους 13,2 εκατομμυρίων ευρώ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στο διάστημα που μεσολάβησε, οι υπουργοί Ι. Παλαιοκρασσάς, Σ. Χατζηγάκης και Γ. Σούρλας της κυβέρνησης του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη συνήψαν συμφωνία με τον Κωνσταντίνος, στο πλαίσιο της οποίας του επιτράπηκε να απομακρύνει «προσωπικά αντικείμενα» από το παλάτι. Μάλιστα, τότε έγινε λόγος για σκάνδαλο, καθώς ανάμεσα στα όσα αποσπάστηκαν από τη βασιλική οικογένεια με την άδεια της κυβερνήσεως συμπεριλαμβάνονταν πίνακες μεγάλης αξίας και τα κοσμήματα των Ρομανόφ του 1830.

Η σημερινή κατάσταση και οι θησαυροί του:

Τα κτίσματα των ανακτόρων σήμερα είναι έτοιμα να καταρρεύσουν. Ο χρόνος, η εγκατάλειψη, οι πυρκαγιές και ο μεγάλος σεισμός του 1999 έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους. Παρόλα αυτά περίπου 17.000 αντικείμενα μικρότερης ή μεγαλύτερης αξίας, ανάμεσά τους και πολύτιμοι πίνακες, διασώζονται. Μάλιστα, το 2021 έχει αποδειχθεί πλούσια χρονιά όσον αφορά τον εντοπισμό «άγνωστων» ή «χαμένων» αντικειμένων και αρχιτεκτονικών στοιχείων, τα οποία έρχονται να λειτουργήσουν ως ψηφίδες στο παζλ του κτήματος. Αναφέρουμε χαρακτηριστικά, το χαμένο κασπό με τις διακοσμήσεις από σμάλτο, η καμπάνα που κρυβόταν πίσω από τους κισσούς, οι σκάλες που μοιάζουν με ανοιχτές βεντάλιες και η κάβα με τα σπάνια κρασιά και τα αλκοολούχα ποτά.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr