Τα σημάδια προειδοποιούσαν για τη μεγάλη καταστροφή αρκετά πριν από εκείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα του 373 π.Χ.: «γιγαντιαίες στήλες φωτιάς» ξεπηδούσαν από τη γη, ζώα και έντομα εγκατέλειπαν σύσσωμα την πόλη σχεδόν πέντε ημέρες πριν από τον μεγάλο σεισμό και όταν τελικά ο Εγκέλαδος έκανε την τρομερή εμφάνισή του, τίποτε δεν μπόρεσε να του αντισταθεί: η Αρχαία Ελίκη βυθίστηκε σε μια εσωτερική λιμνοθάλασσα της Αχαΐας παρασύροντας μαζί της τα πάντα, ακόμη και δέκα καράβια των Λακεδαιμονίων που βρίσκονταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της. Μεγάλος αριθμός των κατοίκων χάθηκε για πάντα και οι περίπου 2.000 άνδρες που αναφέρεται πως έστειλαν οι Αχαιοί για να περισυλλέξουν τους νεκρούς από τον πλημμυρισμένο χώρο δεν κατάφεραν απολύτως τίποτα. Η καταστροφή «σφράγισε» την εποχή της, ενώ ο εντοπισμός της εξαφανισμένης πολιτείας αποτέλεσε ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα για τους λάτρεις της αρχαιότητας και τους επιστήμονες ανά τους αιώνες. Η «Πομπηία της Ελλάδας», η Αρχαία Ελίκη, εξακολουθεί να ασκεί έλξη στα πέρατα του κόσμου: πριν από λίγες ημέρες το Στ’ Διεθνές Συνέδριο Αρχαιολογίας που πραγματοποιήθηκε στο Αίγιο έφερε στο φως καινούργια, σημαντικά ευρήματα της επιστημονικής έρευνας στην Αρχαία Ελίκη για τη σαγηνευτική της ιστορία.

Ο εντοπισμός

Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει επιστήμονες από όλο τον κόσμο να ασχολούνται ακόμη συστηματικά με μια πόλη που έπαψε να υπάρχει πριν από 2.400 χρόνια; «Οι κύριοι λόγοι είναι δύο», εξηγεί η Ντόρα Κατσωνοπούλου, δρ Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Cornell, που έχει αφιερώσει ολόκληρη τη ζωή της στην έρευνα για την Αρχαία Ελίκη και που τελικά κατάφερε να την εντοπίσει μαζί με τους συνεργάτες της. «Κατ’ αρχάς, ο εντοπισμός της αρχαίας πόλης αποτελούσε ένα άλυτο μυστήριο για περισσότερο από έναν αιώνα. Οι έρευνες, όμως, για τον εντοπισμό της γίνονταν σε τελείως λάθος κατεύθυνση – όλοι έψαχναν να τη βρουν στη θάλασσα, επειδή η καταστροφή της συνδυάστηκε με τσουνάμι. Τελικά η ομάδα μας, ακολουθώντας διεπιστημονική συνεργασία, έστρεψε την έρευνα στην ξηρά ήδη από το 1991. Επειτα από μία δεκαετία επιτυχημένων γεωαρχαιολογικών ερευνών και στη συνέχεια συστηματικών ανασκαφών, αποδείξαμε ότι η αρχαία πόλη βρίσκεται σήμερα θαμμένη στην ξηρά, επτά χιλιόμετρα νοτιοανατολικά του Αιγίου.

Αυτό το επίτευγμα προκάλεσε αμέσως το διεθνές ενδιαφέρον, έγινε αντικείμενο επιστημονικού ντοκιμαντέρ του τηλεοπτικού δικτύου BBC και μεγάλων άρθρων σε διεθνείς εφημερίδες. Ο δεύτερος λόγος συνδέεται με ευρήματα των ερευνών μας που ανακοινώθηκαν στο πρόσφατο συνέδριο για την Ελίκη και τα οποία ουσιαστικά ανέτρεψαν ακόμη έναν μύθο, αυτόν της εξαφάνισης της πόλης από τον χάρτη της περιοχής μετά το 373 π.Χ. Σύμφωνα με αυτά, η Ελίκη δεν εξαφανίστηκε από προσώπου γης μετά τον σεισμό αλλά αναγεννήθηκε από τους εναπομείναντες κατοίκους της σε νέα θέση, λίγο δυτικότερα από το σημείο όπου βυθίστηκε ο προϋπάρχων οικισμός. Εκεί αναπτύχθηκε ο νέος υστεροκλασικός και στη συνέχεια – γύρω στο 300 π.Χ. – μεγάλος ελληνιστικός οικισμός, που περιλαμβάνει και έναν βιοτεχνικό χώρο με εξαιρετικά σωζόμενα εργαστήρια βαφής και υφαντικής μεγάλης κλίμακας, έναν χώρο μοναδικό στην Ανατολική Μεσόγειο που αποδεικνύει ότι η πόλη είχε ανακτήσει την ακμή της», λέει η αρχαιολόγος, η οποία είναι και η διευθύντρια του ερευνητικού προγράμματος για την Αρχαία Ελίκη.

Συμπεριφορά των ανθρώπων

Το γεγονός ότι η ζωή της πόλης συνεχίστηκε έχει ιδιαίτερη αξία και για τους σεισμολόγους που μελετούν τη συμπεριφορά των ανθρώπων ύστερα από πολύ ισχυρούς σεισμούς. Η περίπτωση της Ελίκης, που μαζί με τη Θήρα και τη Θήβα αποτελούν, σύμφωνα με τον αείμνηστο Σπυρίδωνα Μαρινάτο, τις τρεις σπουδαιότερες ανακαλύψεις για τον κλασικό πολιτισμό της Ελλάδας, έχει μελετηθεί ιδιαίτερα από τον σεισμολόγο Γεράσιμο Παπαδόπουλο.

«Σήμερα γνωρίζουμε πως η περιοχή όπου βρισκόταν η Ελίκη είναι ιδιαίτερα σεισμογενής, όμως, όπως φαίνεται, το γνώριζαν και στην αρχαιότητα. Στην πόλη, εξάλλου, υπήρχε και μεγάλο τέμενος του Ποσειδώνα, θεού των σεισμών, της θάλασσας και όλων των υδάτων», εξηγεί ο ειδικός και συνεχίζει: «Οι περιγραφές για τον σεισμό της Ελίκης, του 373 π.Χ., είναι πολλές. Τα κύρια σημεία συνοψίζονται από τον ρωμαίο συγγραφέα Αιλιανό στο βιβλίο του «Περί ζώων ιδιότητος», γραμμένο στην ελληνική γλώσσα. O Αιλιανός λέει ότι πέντε ημέρες πριν από τον αφανισμό της Ελίκης όλα τα ζώα, όπως ποντίκια, φίδια, γάτες και άλλα, έφυγαν μαζικά από την πόλη. Οι κάτοικοί της δεν μπορούσαν να εξηγήσουν το φαινόμενο. Και στη συνέχεια διηγείται: «Νύκτωρ γίνεται σεισμός και συνιζάνει η πόλις, και επικλύσαντος πολλού κύματος η Ελίκη ηφανίσθη. Και κατά τύχην Λακεδαιμονίων υφορμούσαι δέκα νήες συναπώλοντο τη προειρημένη». Μαθαίνουμε, λοιπόν, ότι πριν από τον σεισμό σημειώθηκε ανώμαλη συμπεριφορά ζώων, η οποία είναι η πρώτη που αναφέρεται σε κείμενα σε όλο τον κόσμο. Ο σεισμός έγινε νύχτα και η πόλη υπέστη καθίζηση. Κατόπιν, μεγάλο θαλάσσιο κύμα, δηλαδή ένα τσουνάμι, εξαφάνισε τον οικισμό. Συνεπώς, συμπεραίνουμε πως συνέβησαν τέσσερα διαδοχικά φαινόμενα: προσεισμικά σημάδια, σεισμός, ρευστοποίηση του εδάφους – δηλαδή καθίζηση – και τσουνάμι», λέει ο ίδιος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο

Πηγή: in.gr